Μιχάλης Βλασόπουλος, Ο μουσικός

Είναι Μάρτης. Σε ένα στενό συνοικιακό διαμέρισμα στο κέντρο, που πότε λιάζεται, πότε ανεμοδέρνεται από τον αλλόκοτο καιρό, μένει ο Μουσικός. Στο γκρίζο αυτό χαρτόκουτο, που δοκιμάζονται οι νέοι και τιμωρούνται οι μεγαλύτεροι, ο ήχος τρυπάει τα μεσοτοιχία όπως οι λογαριασμοί τρυπούν τη τσέπη τους. Μονάχα ανήσυχα πνεύματα ζουν εδώ. Φοιτητές, φτωχές οικογένειες και πρόσφυγες μονοπωλούν το ετοιμόρροπο οίκημα. Αγωνία, άγχος και φόβος πεταμένα σε ένα καζάνι και σαν ατμός αναδύεται το μείγμα αυτό που ονομάζουν καθημερινότητα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μιχάλης Βλασόπουλος, Ο μουσικός»

Ελένη Χαϊμάνη, Εκτός απροόπτου

(Ρέκασμα στον Άσημο Τραγουδιστή)

Όχι πολλά χρόνια μετά την αποχώρησή του θα βαλθούν οι επόμενες γενιές, να βρουν κάποια  στοιχεία που δεν θα είναι βέβαια για την δημιουργική παραγωγή του, όσο για την καταγραφή της περιουσίας, σαν αυτά που ψάχνουν οι τυμβωρύχοι στους τάφους όσων χάνονται στον χρόνο.

Το παράξενο θα ήταν να έβρισκαν κάτι, καθώς  στέγη δική του δεν είχε πάνω απ’ το κεφάλι του, ήταν χρόνια πρόσφυγας, ανέστιος, περιπλανώμενος γιατί βάραινε πάνω του η δικαίωση ενός χαμού αναπόφευκτου, κινημένου από δυνάμεις ανεξιχνίαστης μοίρας, γι’ αυτό, και που δεν είχε κατοικία που άρμοζε σε έναν άνθρωπο του βεληνεκούς του στο οποίο να έχουν παραχθεί πονήματα της μεγαλοφυΐας του, δεν είχε και τόση αξία. Αυτά είναι ιστορίες για κριτικούς, λάτρεις των βιογραφιών, ίσως και για την εφορία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Χαϊμάνη, Εκτός απροόπτου»

Τασούλα Γεωργιάδου, Κάποτε των Ταξιαρχών

Είχα από τα δεκαοκτώ μου να βρεθώ στη γενέθλια πόλη τέτοια εποχή, βαθύ φθινόπωρο. Με την αφυπηρέτηση απελευθερώθηκε ο διαθέσιμος χρόνος για διαμονή και έγινε απαραίτητη η τακτική φυσική δραστηριότητα, πεζοπορία σε έντονο ρυθμό μια ώρα καθημερινά. Στη διαδρομή μου κοντοστάθηκα σ’ ένα τρίπατο σπίτι αρχιτεκτονικής των αρχών του ’60. Κατασκότεινο το σπίτι του θείου Άγγελου και της θείας Φανής.

Τέτοια μέρα των Ταξιαρχών κάναμε επίσκεψη οικογενειακώς στο θείο Άγγελο. Όχι, όχι δεν υπήρχε κάποια συγγένεια εξ αίματος ή εξ αγχιστείας. Ήταν καρδιακός φίλος του πατέρα μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τασούλα Γεωργιάδου, Κάποτε των Ταξιαρχών»

Καίτη Παυλή, Ποδηλάτισσα

φωτογραφία αγνώστου, 1897

(ακροθιγώς μια συνομιλία )

Το τέλος γράφτηκε στην ακτή, δίπλα στο σβήσιμο των κυμάτων. Εκεί βρήκα ίχνη της εξαφανισμένης, το ποδήλατο παρατημένο, πιο `κει τα πέδιλα και το λευκό της σάλι, όπως κάποιοι πολίτες των πέριξ μού υπέδειξαν. Τά `φερα όλα στο μυαλό μου τέλος κι αρχή ξανά.

-Και μην μπερδεύεις τη ζωή με τη Λογοτεχνία! Μου πέταξε τη φράση μου σαν το δανεικό ρούχο που το επιστρέφεις στο συγκάτοικο λίγο πριν φύγεις απ’ το κοινό σας σπίτι. Πάρε κι αυτό πίσω σαν να μού ’λεγε. Στάθηκε ένα λεπτό κρατώντας την πόρτα, σαν να `θελε κάτι ακόμα να προσθέσει μα δεν είπε τίποτα. Χαμογέλασε – ειρωνικά ή πικρά, δεν κατάλαβα- την έγειρε και πάει… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παυλή, Ποδηλάτισσα»

Γιάννης Κατσίκης, O Γραικός Θαλασσοπόρος Χουάν ντε Φούκα ―από τον Δημήτρη Βαρβαρηγο

Γιάννης Κατσίκης, O Γραικός Θαλασσοπόρος Χουάν ντε Φούκα ―ΑΩ εκδόσεις

Το ιστορικό μυθιστόρημα εκτός από την απόλυτη αφοσίωση που απαιτεί για να γραφτεί, χρειάζεται και τόλμη. Θεωρώ πως είναι το πιο δύσκολο είδος γραφής καθώς ο συγγραφέας, πρέπει να ακολουθήσει τα ιστορικά γεγονότα μέσα από την όποια υπάρχουσα βιβλιογραφία.

Τόλμησε ο συγγραφέας, αφοσιώθηκε και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε. Διαβάζω ένα υπέροχο βιβλίο κι ευχαριστιέμαι ως αναγνώστης ετούτο το υπέροχο ταξίδι. Μαθαίνω για την εποχή που εξελίσσεται ο μύθος μέσα από μια φανταστικά λογοτεχνική ανάπτυξη των συμβάντων, χωρίς να ξεπερνά την ιστορική πραγματικότητα.

Ο συγγραφέας έχει καταφέρει να ισορροπεί το γεγονός με την αλήθεια, όπως έχει συμβεί στην καταγεγραμμένη ιστορική του διάσταση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Κατσίκης, O Γραικός Θαλασσοπόρος Χουάν ντε Φούκα ―από τον Δημήτρη Βαρβαρηγο»

Μιχάλης Μακρόπουλος, Μαύρο Νερό ―από τον Δημήτρη Σινάκο

Μιχάλης Μακρόπουλος, Μαύρο Νερό ―εκδόσεις Κίχλη 2019.

Στη μια πλευρά της πλατείας του χωριού μου απλώνονταν το κεντρικό καφενείο. Ήταν το στέκι των ανδρών της μέσης ηλικίας και των γέρων. Εκεί ο παππούς μου πήγαινε πρωί απόγευμα. Εκεί κι ο πατέρας μου, όταν οι δουλειές του, χωράφια, ζώα και παντοπωλείο, του το επέτρεπαν. Τον αναζητούσα με το βλέμμα μου στα κλεφτά, στην πάνω γωνία, στην αρχή του δρόμου για το σπίτι μας, όταν αμήχανος περνούσα μπροστά στην αναπτυγμένη στο πεζοδρόμιο εκκλησία του δήμου. Σπάνια θα κάθονταν αλλού. Σπάνια θα κάθονταν πολλή ώρα. Δε την διέθετε. Είχε πολύ μόχθο η ζωή στα χωράφια, αυτά που πότιζε ο ιδρώτας του μέχρι που γέρασε, αυτά που του στέρησαν τα γράμματα, μια επιθυμία που ούτε τα χρόνια της άνοιας ξέχασε. Για τα χωράφια μιλώντας λοιπόν μια μέρα «με τόσα φυτοφάρμακα που τα ‘χουμε ρίξει πως να δώσουν παραγωγή καλή» είπε, δίνοντας τη δική του εξήγηση για αδύναμες κι άρρωστες παραγωγές που έβλεπε να επαναλαμβάνονται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μιχάλης Μακρόπουλος, Μαύρο Νερό ―από τον Δημήτρη Σινάκο»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Το γαμήλιο γλέντι

Η επανάσταση στην τεχνολογία έφερε σίγουρα επανάσταση και στη διασκέδαση. Μουσική, σινεμά, διαδίκτυο, όλος ο κόσμος μια ψηφιακή σκηνή. Άλλαξαν πολύ τα πράγματα…

Μα όσο κι αν αλλάζουν τα πράγματα, μερικά μένουν ίδια. Δεν μπορεί να μη γίνει και ένα γαμήλιο γλέντι, ένα γλέντι κανονικό, με νύφη και γαμπρό και θείες με μαλλιά από το κομμωτήριο και με όλα τα ξαδέλφια και τους φίλους παρόντες! Τι στο καλό; Ο γάμος έγινε πολύ μακριά, ταξίδι ολόκληρο, δεν μπορείς να υποχρεώσεις τον κόσμο να πάει τόσο μακριά, να χρεωθεί ξενοδοχεία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Το γαμήλιο γλέντι»

Θόδωρος Θεοδωρίδης, Υπεύθυνος υποκλυσμών ―από την Τασούλα Γεωργιάδου

Θόδωρος Θεοδωρίδης, «ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΥΠΟΚΛΥΣΜΩΝ», εκδ. Μετρονόμος, Αθήνα 2019

ΤΟ ΣΠΑΝΙΟΝ ΤΟΥ ΕΥΘΥΜΟΥ

Το γέλιο και η η χαρούμενη διάθεση είναι ζωογόνα για την ύπαρξή μας, ευφραίνουν την ψυχή. Μας τρέφουν, μας κάνουν παραγωγικούς στην καθημερινότητά μας. Κι όμως, παρά την οικονομική ευημερία και την αλματώδη τεχνολογική πρόοδο των τελευταίων χρόνων, το εύθυμο στοιχείο στις εκφάνσεις της ζωής παρατηρούμε να ελαττώνεται διαρκώς. Αντιθέτως είχαμε εξαιρετικά πεζογραφήματα  με εύθυμο ύφος, ακόμη και μέσα στην Κατοχή από τον Δημ. Ψαθά, και σχεδόν παράλληλα από τον Νικ. Τσιφόρο τις δεκαετίες ’50-’60. Από αυτά προέκυψαν πλήθος από θεατρικές/κινηματογραφικές κωμωδίες που έγιναν κλασικές και τις αναζητούμε διακαώς στις τηλεοπτικές επαναλήψεις τους, οι δε ατάκες τους διαιωνίζονται από τις νεότερες γενιές. Αναζητώντας τίτλους στην αγορά βιβλίου πέφτεις κυρίως σε επανεκδόσεις των δεξιοτεχνών του ευθυμογραφήματος. Τα σύγχρονα σπανίζουν. Κι ας ζούμε στην χώρα του Αριστοφάνη και του Αισώπου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θόδωρος Θεοδωρίδης, Υπεύθυνος υποκλυσμών ―από την Τασούλα Γεωργιάδου»