Ειρήνη Δ. Θυμιατζή, Στα κατάλευκα

Σε ένα κατάλευκο, μικρό ερημοκλήσι, βρέθηκε γονατιστή, τυλιγμένη σε κάτασπρο μπουρνούζι. Δεν διακρινόταν κάποιο ξύλινο τέμπλο παρά ασβεστωμένοι τοίχοι μέσα στα χαλάσματα. Κι εκεί στα δεξιά ένα παλιό απομεινάρι από το κούφωμα. Στην ουσία ο σκελετός που λειτουργούσε σαν πέρασμα φωτός. Δεν υπήρχε πόρτα. Με χαμηλωμένο το βλέμμα στεκόταν μια κοπέλα μαυρομαλλούσα. Σκούρο το δέρμα της, λυγερή η κορμοστασιά της. Προβληματίστηκε λίγο μέχρι να προχωρήσει προς το μέρος της Θεανώς που βρισκόταν εντός και με δυσκολία ξεχώριζε μέσα στο κατάλευκο σκηνικό. Λευκή επιδερμίδα, λευκές γάμπες, λευκό περιτύλιγμα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Δ. Θυμιατζή, Στα κατάλευκα»

Καίτη Παπαδάκη, Το γκρι

Γκρι, ρίγες λευκές, θερμοκρασία στο κόκκινο, ρόδες, λαμαρίνα, καυσαέριο, μυρωδιά από λάστιχο. Πεζοί, ζεύγη ποδιών, παπούτσια μαύρα, πράσινα, άσπρα, τακούνια, σόλες καινούριες, τρύπιες, στραβοπατημένες. Βήμα γρήγορο, κουρασμένο, συρτό. Φρένο, παρά τρίχα τρακάρισμα, πού πας ρε βλίτο! Πόλη, άσφαλτος, πινακίδες:  ΚΑΝΕΝΑ ΣΦΑΛΜΑ ΔΕΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ…  Απομάκρυνση, αποξένωση, απομόνωση, απόσυρση.

Αποσβολωμένη, απαρατήρητη. Μια γυναίκα με μαύρα με σπρώχνει κατά λάθος. Παραμερίζω. Κοιτάζομαι. Κι όμως δεν είμαι αόρατη. Έχω  σώμα, δέρμα, βάρος. Έχω μάτια, ακριβώς όπως κι εκείνη. Ωστόσο  δεν με βλέπει. Τρυπώνει σ’ ένα γραφείο με τζαμαρία, σαν κατσαρίδα τρομαγμένη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Το γκρι»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Οδός Άνω Κάτω ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Νίκας

Ο κατήφορος

Ήταν ωραία στη Τζια το απόγευμα εκείνο.
Ζεστή, ανοιξιάτικη μέρα και από τη ράχη του νησιού η θέα στο Αιγαίο σαγηνευτική. Να κάθεσαι και να κοιτάς, να σταματάει  ο χρόνος, να είσαι σαν σε μυθιστόρημα.
Τα παιδιά αργούσαν να ετοιμαστούν για τη βόλτα, τα μεγάλα απασχολημένα με τα κινητά τους και τα μικρά με τα παιγνίδια τους, τελείως ξεμυαλισμένα. Ναι, αλλά έπρεπε να πάνε στην Καρθαία.  Δεν γίνεται να έρθεις στην Κέα και να μην πας στην Καρθαία, λένε οι  οδηγοί. Οπότε;
Οπότε κατέληξαν στον δρόμο της Καρθαίας γύρω στις πεντέμισι, πάρκαραν το αμάξι και πήραν με τα πόδια τον κατήφορο. Υπέροχα!  Οι γυμνές πλαγιές πρασινοκιτρίνιζαν με την άνοιξη, μακριά  κάτι πέτρινα σπιτάκια, από αυτά τα αγροτικά του νησιού, με τον προφυλαγμένο εξώστη και χωρίς παράθυρα, έσβηναν  τον χρόνο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Οδός Άνω Κάτω ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Χρύσα Φάντη, Σε θολά νερά ―προδημοσίευση

H υπό έκδοση συλλογή διηγημάτων της Χρύσας Φάντη, Σε θολά νερά, από τις εκδόσεις Σμίλη, 2021

Βράδυ. Τη νιώθεις ν’ ανασαίνει δίπλα σου και σαν να κολυμπάει στο ημίφως. Ξαφνικά ένας γδούπος από το διπλανό δωμάτιο σε κάνει να υποψιαστείς ότι το γκαρσόνι που μόλις σας έφερε την παραγγελία έχει βρεθεί κάπου εκεί, και τώρα έντρομο βιάζεται να το σκάσει. Τον φαντάζεσαι να σηκώνει από το πάτωμα μια ζώνη καουμπόικη με βαριά μεταλλική αγκράφα (εξ ου και ο γδούπος) και στη συνέχεια να κουμπώνεται.

Θυμάσαι τον εαυτό σου δεκαετίες πίσω, όταν φορούσες μια τέτοια ζώνη με χαραγμένη στο κέντρο μια νεκροκεφαλή. Της το αναφέρεις κι εκείνη συνεχίζει να κοιτάει προς το παράθυρο, με το πιρούνι μετέωρο κάτω από το σαγόνι της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρύσα Φάντη, Σε θολά νερά ―προδημοσίευση»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ο φαροφύλακας

διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν
Γένεσις 3:5

Nοτιοανατολικά τής νήσου Έλενας, πάν’ απ’ τη μακρύτερη παραλία της, σ’ έναν πλάτωμα απλωμένο σ’ όλο το μήκος της, η άκρη τού οποίου υψωνόταν περίπου δέκα μέτρα απ’ την αμμουδιά, ήταν χτισμένο το Λευκάρι, ένα ψαροχώρι με όχι παραπάνω από εκατό κατοίκους. Η πρόσβαση στο Λευκάρι, απ’ την πλευρά τής παραλίας, γινόταν μέσω ενός μονοπατιού, ευρισκόμενο στο νοτιότερο σημείο της, δίπλα σ’ έναν μικρό όρμο που σχημάτιζε φυσικό λιμένα. Από εκεί ο διαβάτης ανηφόριζε και μετά από μισή ώρα δρόμο έφτανε στα πρώτα σπίτια τού χωρίου που βρισκόντουσαν στο χείλος τού πλατώματος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ο φαροφύλακας»

Μάουρα Ρομπέσκου, Πόσο κοστίζουν τα λάθη;

«Κορίτσια, ετοιμαστείτε. Θα πάμε για πικ νικ».

Τα δυο κορίτσια στριμώχτηκαν στην πόρτα της κουζίνας, όπου η μητέρα τους ετοίμαζε όσα θα έπαιρναν μαζί τους και την κοίταξαν με μάτια γεμάτα λαχτάρα αλλά και τρόμο.

«Ο μπαμπάς το ξέρει;» Ρώτησε η μικρότερη.

«Φυσικά!» απάντησε ανέμελα η μητέρα δίχως να γυρίσει. Μπορώ να πάω τα παιδιά εκδρομή, αυτό μου επιτρέπεται, σκέφτηκε, παρακάμπτοντας με τέχνη τον όρο ότι θα πρέπει να τον ενημερώνει πάντα για το πότε και το που θα πήγαιναν. Σήμερα από την ώρα που ξύπνησε, ένιωθε μια επαναστατική διάθεση να φουντώνει μέσα της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάουρα Ρομπέσκου, Πόσο κοστίζουν τα λάθη;»

Ειρήνη Θυμιατζή, Σιωπηλή μοναξιά στην άμμο

Είχαμε κλείσει εννιά ώρες στο γραφείο, βυθισμένες στο πέλαγος των διοικητικών εγγράφων. Αγανακτισμένες από την αποπνικτική υγρασία και την αφόρητη ζέστη, λαχταρούσαμε μια βουτιά στο θαλασσινό νερό. Χρειάστηκε να επισκεφτούμε δυο τρία κοντινά, παραλιακά μέρη, με το αυτοκίνητο, για να βρούμε καταφύγιο στον ήρεμο ίσκιο μιας ψάθινης ομπρέλας. Ετοιμαζόμασταν για το σμίξιμο με το δροσερό, υδάτινο στοιχείο, όταν μια ολιγομελής ομάδα νεαρών μαζεύτηκε στην άκρη της αμμουδιάς. Ομοιόμορφα μπλουζάκια με λογότυπο στην πλάτη υποδήλωναν και την αποστολή τους. Διάσωση!

– Τι περιεργάζονται; Πάμε να δούμε! είπα στη φίλη μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Σιωπηλή μοναξιά στην άμμο»

Γιάννης Μάρκος, Ο δικός του δρόμος

Πέντε χρόνια, δύο μήνες και δεκατρείς ημέρες. Ή μήπως ήταν δεκαπέντε; Τον τελευταίο καιρό από την ανυπομονησία του είχε χάσει το μέτρημα. Αλλά δεν είχε σημασία. Τώρα πια μπορούσε να απολαύσει την ελευθερία του. Το πως θα το έκανε αυτό βέβαια ήταν άλλο ζήτημα. Μόνο όταν τη χάσει κανείς καταλαβαίνει πόσο πολύτιμη είναι.

      Βγήκε από την κεντρική καγκελόπορτα και πήρε λαίμαργα μια βαθιά ανάσα, λες και ο αέρας έξω από το κτίριο των φυλακών είχε διαφορετικό άρωμα. Κρέμασε στους ώμους του το σακίδιο με τα λιγοστά υπάρχοντά του και προχώρησε. Δεν πρόλαβε όμως να κάνει μερικά βήματα, όταν άκουσε από πίσω του μια αντρική φωνή να καλεί το όνομά του.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Μάρκος, Ο δικός του δρόμος»