Ξένια Πολίτη, e-ερωμένη του Σέρφερ ―κυκλοφορεί

Από τις εκδόσεις Άπαρσις

– Επιθυμώ να δω με ποιόν μιλάω…
– Επιθυμώ να δω σε ποιόν μιλάω με τι από αυτόν μιλάω…

Ο γραπτός λόγος στο διαδίκτυο εγκαινίασε μια λαμπρή (ή μήπως όχι; εν πάση περιπτώσει, πολύ ωφέλιμη για την λογοτεχνική μας διερεύνηση), δυνατότητα επιστολογραφίας σε άμεση (αντ)απόκριση, πράγμα πολύ δελεαστικό για την εκδήλωση και μεταφορά του μηνύματος της ερωτικής επιθυμίας, στην σύγχρονη εποχή. Περισσότερο ορμέμφυτη, ενίοτε πεπλοφόρος, χωρίς καθόλου όμως να στερείται εντάσεως, η Επιθυμία, διανύει σε χρόνο dt την απόσταση, μέχρι να φτάσει στο αγαπημένο υποκείμενο. Έτσι, δεν χρειάζεται κάποιος να περιμένει εξουθενωτικά, τον άλλοτε ακριβοθώρητο ταχυδρόμο ή ανυπόμονα, το αγαπημένο πλάσμα να τηλεφωνήσει, κι ούτε κάνει διαφορά, μία πένα στο χαρτί που φλέγεται και σπάει ή το πληκτρολόγιο που αχρηστεύεται, άδοξο «θύμα» της ορμής των δακτύλων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ξένια Πολίτη, e-ερωμένη του Σέρφερ ―κυκλοφορεί»

Γιώργος Π. Ιατρού, Παγίδα στο δήμαρχο

Κερατέα – Λαύριο 1865, Ιστορικό αφήγημα ―Από τις ΑΩ εκδόσεις
Λίγα λόγια για το βιβλίο:
«Το 1865 μία πόλη γεννιέται στην Αττική, το Λαύριο, και ένας δήμαρχος δολοφονείται στην ίδια περιοχή.
Η Ενέδρα στο δήμαρχο είναι ένα ιστορικό αφήγημα που διαδραματίζεται τρεις δεκαετίες και πλέον μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους στη νότια Αττική στην Κερατέα, έδρα του Δήμου τότε, και το Λαύριο μια πόλη που ιδρύε­ται από την Γαλλική Εταιρεία του Σερπιέρι, αντίγραφο των Cities-Companies του 19ου αιώνα.
Αναδεικνύει ένα τοπικό θρύλο-ιστορία: ο δήμαρχος Λουκάς Π. Αθανασίου χτυπήθηκε άγρια από αγνώστους στη γέφυρα Αδάμη, στην Πλάκα, μεταξύ Λαυρίου και Κερατέας, με τσουράπια (κάλτσες γεμάτες άμμο). Η φοράδα του γύρισε μόνη στο σπίτι του στην Κερατέα, οι οικείοι του τον μετέφεραν στην Αθήνα, όπου ο δήμαρχος έφυγε από την ζωή λίγες μέρες αργότερα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Π. Ιατρού, Παγίδα στο δήμαρχο»

Άγγελος Δαφνής, Προς άγνωστο

Ναι, ανήκω και εγώ στα αποκαΐδια. Αποτελώ κομμάτι ενός περιβάλλοντος τόσο τοξικού, που άπαξ και αναπνεύσει κανείς τον αέρα του,  μέσα σε μόλις δυο λεπτά αισθάνεται άρρωστος.

Είναι αδιανόητο το πως χτίστηκε ολόκληρος κόσμος πάνω στις στάχτες και τα συντρίμμια. Το λάθος που κάναμε είναι ότι ποτέ μας δεν ξεφύγαμε από αυτά, αντιθέτως επιλέξαμε να τα αναγάγουμε σε θεμελιώδεις αξίες, γύρω από τις οποίες κατασκευάσαμε το τυπικό και άτυπο συμπεριφορικό μας δίκαιο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Άγγελος Δαφνής, Προς άγνωστο»

Ειρήνη Θυμιατζή, Σχέση τρυφερά βασανιστική…


Είναι κάποιες στιγμές που θέλω να του δώσω μια γερή μπουνιά και να τον κάνω να πονέσει. Θέλω να τον εκδικηθώ για εκείνες τις ώρες της ζωής μου που ξόδεψα και ξοδεύω ακόμα, παρέα μαζί του. Στη δουλειά, διαμορφώνοντας έγγραφα, επιστολές και πίνακες. Στο σπίτι, ροκανίζοντας μέρος από τον ελεύθερο χρόνο μου, χωρίς να το καταλάβω. Παρατηρώ, ενημερώνομαι, σχολιάζω, σχεδιάζω. Ώρες ατελείωτες. Ώρες που αν καθόμουν να τις μετρήσω, θα με έζωνε απελπισία… Όμως, δεν το κάνω.
Κάθε φορά που νοσεί αυτός με ιό, συνειδητοποιώ πόση ανάγκη τον έχω. Mακριά του υποφέρω. Η σκέψη πως μπορεί να τον στερηθώ, με αποδιοργανώνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Σχέση τρυφερά βασανιστική…»

Μιχάλης Βλασόπουλος, Ο μουσικός

Είναι Μάρτης. Σε ένα στενό συνοικιακό διαμέρισμα στο κέντρο, που πότε λιάζεται, πότε ανεμοδέρνεται από τον αλλόκοτο καιρό, μένει ο Μουσικός. Στο γκρίζο αυτό χαρτόκουτο, που δοκιμάζονται οι νέοι και τιμωρούνται οι μεγαλύτεροι, ο ήχος τρυπάει τα μεσοτοιχία όπως οι λογαριασμοί τρυπούν τη τσέπη τους. Μονάχα ανήσυχα πνεύματα ζουν εδώ. Φοιτητές, φτωχές οικογένειες και πρόσφυγες μονοπωλούν το ετοιμόρροπο οίκημα. Αγωνία, άγχος και φόβος πεταμένα σε ένα καζάνι και σαν ατμός αναδύεται το μείγμα αυτό που ονομάζουν καθημερινότητα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μιχάλης Βλασόπουλος, Ο μουσικός»

Ελένη Χαϊμάνη, Εκτός απροόπτου

(Ρέκασμα στον Άσημο Τραγουδιστή)

Όχι πολλά χρόνια μετά την αποχώρησή του θα βαλθούν οι επόμενες γενιές, να βρουν κάποια  στοιχεία που δεν θα είναι βέβαια για την δημιουργική παραγωγή του, όσο για την καταγραφή της περιουσίας, σαν αυτά που ψάχνουν οι τυμβωρύχοι στους τάφους όσων χάνονται στον χρόνο.

Το παράξενο θα ήταν να έβρισκαν κάτι, καθώς  στέγη δική του δεν είχε πάνω απ’ το κεφάλι του, ήταν χρόνια πρόσφυγας, ανέστιος, περιπλανώμενος γιατί βάραινε πάνω του η δικαίωση ενός χαμού αναπόφευκτου, κινημένου από δυνάμεις ανεξιχνίαστης μοίρας, γι’ αυτό, και που δεν είχε κατοικία που άρμοζε σε έναν άνθρωπο του βεληνεκούς του στο οποίο να έχουν παραχθεί πονήματα της μεγαλοφυΐας του, δεν είχε και τόση αξία. Αυτά είναι ιστορίες για κριτικούς, λάτρεις των βιογραφιών, ίσως και για την εφορία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Χαϊμάνη, Εκτός απροόπτου»

Τασούλα Γεωργιάδου, Κάποτε των Ταξιαρχών

Είχα από τα δεκαοκτώ μου να βρεθώ στη γενέθλια πόλη τέτοια εποχή, βαθύ φθινόπωρο. Με την αφυπηρέτηση απελευθερώθηκε ο διαθέσιμος χρόνος για διαμονή και έγινε απαραίτητη η τακτική φυσική δραστηριότητα, πεζοπορία σε έντονο ρυθμό μια ώρα καθημερινά. Στη διαδρομή μου κοντοστάθηκα σ’ ένα τρίπατο σπίτι αρχιτεκτονικής των αρχών του ’60. Κατασκότεινο το σπίτι του θείου Άγγελου και της θείας Φανής.

Τέτοια μέρα των Ταξιαρχών κάναμε επίσκεψη οικογενειακώς στο θείο Άγγελο. Όχι, όχι δεν υπήρχε κάποια συγγένεια εξ αίματος ή εξ αγχιστείας. Ήταν καρδιακός φίλος του πατέρα μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τασούλα Γεωργιάδου, Κάποτε των Ταξιαρχών»

Καίτη Παυλή, Ποδηλάτισσα

φωτογραφία αγνώστου, 1897

(ακροθιγώς μια συνομιλία )

Το τέλος γράφτηκε στην ακτή, δίπλα στο σβήσιμο των κυμάτων. Εκεί βρήκα ίχνη της εξαφανισμένης, το ποδήλατο παρατημένο, πιο `κει τα πέδιλα και το λευκό της σάλι, όπως κάποιοι πολίτες των πέριξ μού υπέδειξαν. Τά `φερα όλα στο μυαλό μου τέλος κι αρχή ξανά.

-Και μην μπερδεύεις τη ζωή με τη Λογοτεχνία! Μου πέταξε τη φράση μου σαν το δανεικό ρούχο που το επιστρέφεις στο συγκάτοικο λίγο πριν φύγεις απ’ το κοινό σας σπίτι. Πάρε κι αυτό πίσω σαν να μού ’λεγε. Στάθηκε ένα λεπτό κρατώντας την πόρτα, σαν να `θελε κάτι ακόμα να προσθέσει μα δεν είπε τίποτα. Χαμογέλασε – ειρωνικά ή πικρά, δεν κατάλαβα- την έγειρε και πάει… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παυλή, Ποδηλάτισσα»