Ελένη Χαϊμάνη, Εκτός απροόπτου

(Ρέκασμα στον Άσημο Τραγουδιστή)

Όχι πολλά χρόνια μετά την αποχώρησή του θα βαλθούν οι επόμενες γενιές, να βρουν κάποια  στοιχεία που δεν θα είναι βέβαια για την δημιουργική παραγωγή του, όσο για την καταγραφή της περιουσίας, σαν αυτά που ψάχνουν οι τυμβωρύχοι στους τάφους όσων χάνονται στον χρόνο.

Το παράξενο θα ήταν να έβρισκαν κάτι, καθώς  στέγη δική του δεν είχε πάνω απ’ το κεφάλι του, ήταν χρόνια πρόσφυγας, ανέστιος, περιπλανώμενος γιατί βάραινε πάνω του η δικαίωση ενός χαμού αναπόφευκτου, κινημένου από δυνάμεις ανεξιχνίαστης μοίρας, γι’ αυτό, και που δεν είχε κατοικία που άρμοζε σε έναν άνθρωπο του βεληνεκούς του στο οποίο να έχουν παραχθεί πονήματα της μεγαλοφυΐας του, δεν είχε και τόση αξία. Αυτά είναι ιστορίες για κριτικούς, λάτρεις των βιογραφιών, ίσως και για την εφορία.

Όπως λοιπόν δεν είχε σπίτι, που να το αποκαλεί δικό του καθώς ζούσε∙ απ’ όσο θυμόταν τον εαυτό του στο ενοίκιο- κι είναι μεγάλο βάσανο αλήθεια, να μην αφήνεις πίσω σου ένα βωμό να έχει κι ο κόσμος να λατρέψει- θα είναι βέβαιο το γεγονός πως πολλά απ’ τα αριστουργήματά του δεν θα είδαν ποτέ το φως της δημοσιότητας καθώς θα έχουν σίγουρα χαθεί σε κάποιο από αυτά τα σπίτια που νοικιάστηκαν∙ δίχως και τους σπιτονοικοκύρηδες, που θα τα διέθεταν στο φιλοθεάμον κοινό. Με το αζημίωτο βέβαια…

Σίγουρα θα έπρεπε να ψάξουν οι ενδιαφερόμενοι σε όλα τα σπίτια oπού κατοίκησε εν ζωή. Η δυστυχία όμως βέβαια σε τέτοιες αναζητήσεις είναι πως δεν γίνονται ποτέ. Οι μεταγενέστεροι που θα ασχοληθούν με την ζωή του, θα μείνουν σε λεπτομέρειες πραγματικά πεζές κι ανούσιες.

Ο εκλιπών ήταν αληθινά μονήρης και γι’ αυτό θα είναι δύσκολο να βρουν κάποιον που πραγματικά να γνωρίζει τα των υποθέσεων του. Επομένως, έπειτα, είναι δουλειά των δημιουργικών βιογράφων να συμπληρώσουν τα κενά. Θέλει πραγματικό κυνήγι  που είναι και κάπως δύσκολο να πραγματοποιηθεί,                           καθώς τα έργα που έγραψε στην ζωή του και ο τρόπος που τα επιμελήθηκε θα σκανδάλιζαν αληθινά κάθε λάτρη της λογοτεχνίας. Και δεν θα ήθελε να τους απογοητεύσει, γιατί όταν σκεφτόταν το θάνατο, σαν κάτι μόνιμο μέσα στην περαστική κατάσταση που ονομάζουμε ζωή θα ήταν το λιγότερο αγενής να της δώσει τόση πολύ σημασία από όση της αξίζει, καθώς όπως είναι δουλειά της να εξελίσσεται και το νέο να αντικαθιστά το παλιό, άλλο τόσο ήταν και δουλειά δική του να διαθέτει τον εαυτό του και τον χρόνο του όπως νόμιζε αυτός καλύτερα.

Κι όπως δεν ήτανε και γραφτό να κάνει περιουσία,    καθώς αυτό θα κατέστρεφε την ελευθερία της τέχνης του, έτσι παρηγορούσε τον εαυτό του πως επειδή δεν είχε την απαιτούμενη οικονομική άνεση, ήταν ελεύθερος να γράφει ότι θέλει, και υποχωρήσεις να κάνει μόνον στις δουλειές του για βιοποριστικούς σκοπούς. Και είναι αλήθεια μαθαίνουμε, δούλεψε πολύ, κάνοντας διάφορες δουλειές, ανάξιες της μεγαλοφυΐας του κι αντάξιες για τους συμπορευόμενους τη Τέχνη.

Βλέπετε, να κάτι που δεν συγχωρεί η καθεστηκυία τάξη των γραμματισμένων, να μην εγκολπώνεται κανείς τους άγραφους νόμους εκείνων που επιβάλλουν πως θα πρέπει να φαίνεται ένας σωστός άνθρωπος των γραμμάτων.

Οι νέοι που στην αρχή τον ακολουθούσαν σαν μικρά παιδιά και πίστευαν κάθε άποψή του περί των γραμμάτων θέσφατο, άρχισαν σιγά- σιγά ν’ απομακρύνονται διότι δεν τους κάλυπτε το γεγονός της αλήθειας του, ότι δηλαδή η Τέχνη μέσα από την διαρκή εξέλιξη βρίσκει τον δρόμο που της αρμόζει ∙

και πως αυτός που θέλει να δαμάσει την τέχνη του μέσα στη ζωή θα πρέπει να παίρνει τις εικόνες του μέσα  απ’ αυτή – όσο φριχτές κι αν είναι. Αυτός και οι γεροντικές παραξενιές του, θα έλεγαν αν τους ρωτούσαμε σήμερα ∙

καθώς εκείνος υπέφερε σ’ όλη του τη ζωή από τις εξορίες που του επιφύλαξαν οι διάφοροι, την οικονομική δυσπραγία που τον ανάγκασε να βιοπορίζεται έξω από τα έδρανα τα ακαδημαϊκά και τις επιφυλλίδες των εφημερίδων.

Γι’ αυτό νομίζουμε, πως είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα διασταυρωθείτε με καμία νεκρολογία του, ούτε στα περιοδικά της εποχής εκείνης, ούτε και σίγουρα σε αυτής που διανύουμε ∙ τις αντιπαθούσε άλλωστε και τον καλό καιρό τις δοξαστικές εκδηλώσεις και κάθε διάκριση που τον ξεχώριζε απ’ τους κοινούς ανθρώπους.

Εμείς, προσπαθώντας πολύ και μετά από μεγάλη πραγματικά έρευνα, πριν ξεχαστούν και τα λιγοστά ψήγματα της ζωής του, μέσα στα διάφορα που θα ακουστούν εις τον αιώνα τον άπαντα ας ακουστούν και λίγα πράγματα από μας.

Είναι κοινά παραδεκτό, πως γνωρίζεις καλύτερα τον δημιουργό, όταν μπορέσεις  να γνωρίσεις προσωπικά τον άνθρωπο. Όπως γνωρίζεις βαθύτερα και πιο αληθινά, σ’ όλη του την αντιφατική πληρότητα, τον άνθρωπο, μελετώντας το έργο του όταν είναι δημιουργός.

Αυτό θα σας έλεγαν οι βιογράφοι όμως, εμείς που δεν γνωρίσαμε προσωπικά τον άνθρωπο παρά μονάχα τον δημιουργό σας λέμε, πως καθήκον έχει εκείνος που αναλαμβάνει να γράψει κάτι, να ερευνήσει και να εξαντλήσει το θέμα του σ’ όλες του τις πτυχές, από σεβασμό στον εαυτό του και στην ιστορική αλήθεια, τον ξέρει δεν τον ξέρει ∙ γιατί οι άνθρωποι που έχουν χάσει το παρελθόν τους, παθαίνουν ολοκληρωτική αμνησία.

Εξ απροόπτου λοιπόν, ο άσημος τραγουδιστής που σκάρωνε τα δεκαπεντασύλλαβα στο πόδι, με τρόπο αφελή, οπού μιλούσαν τα πουλιά μοιράζοντας ειδήσεις εξαφανίστηκε.

Και βέβαια, θα βάλαμε την εξαφάνισή του και στις εφημερίδες και στα νέα μέσα του σύγχρονου κόσμου αλλά, καθώς συνέχισε ο κόσμος να υπάρχει  και μέσα στη τρέλα της καθημερινότητας δεν υπήρξαν και πολλοί οι οποίοι θα τον αναζήτησαν.

Ευελπιστούμε, όμως, πως όποιος τον δει, θα τηλεφωνήσει αμέσως στις αρμόδιες αρχές, ή έστω θα υπάρξει κάποια έκτακτη ενημέρωση του λαού- τον οποίο, σημειωτέον κι εκείνος τόσο αγαπούσε, για να μάθει την τύχη αυτού του καημένου.

Έφτασαν φήμες βέβαια στ’ αυτιά μας, πως τον άκουσαν να σκαρώνει και πάλι δεκαπεντασύλλαβα σε όλα τα απίθανα μέρη και να τους τραγουδά στη ζούλα ενώ εξαφανίστηκε προτού προλάβουν να τον πιάσουν. Μόνο κάποια ψήγματα της τέχνης του μας έφτασαν από μακριά κι είπαμε ζει ακόμα… Είναι όμως στις μέρες μας να πιστεύει κανείς στις φήμες;

*

©Ελένη Χαϊμάνη

φωτο: Στράτος Φουντούλης