Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ατροπίνες ή Συμμορίες Αρλεκίνων

※

Μικρές ιστορίες
Από το εγχειρίδιο λειτουργίας
Μιας δίχως συστολή
Φορντ μηχανής

Ι.

Έι παλιέ αρλεκίνε, δεν θυμάσαι κανένα από τα ντεμοντέ σου κόλπα. Μα πώς ξέφτισες έτσι, τι εξασθένηση φοβερή σε κυριεύει. Αρλεκίνε, κάνε εκείνο το τρικ που βγάζεις μια σειρά πολύχρωμα μαντίλια. Μα ούτε αυτό το μπορείς; Πώς ξέμεινες έτσι, γλίτωσες τις αλυσίδες του χρόνου μα ο εαυτός σου έγινε ο καλύτερός σου κίνδυνος.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ατροπίνες ή Συμμορίες Αρλεκίνων»

Ευρυδίκη Τρισόν – Μιλσανή, Νυχτερινές βόλτες στην Κυψέλη

✤

Κάποτε σε μια άλλη ζωή, αν εξακολουθήσω να υπάρχω, θα θυμάμαι τις νυχτερινές βόλτες μου στην Κυψέλη. Καθώς δεν μας επιτρέπεται να απομακρυνθούμε πολύ από το σπίτι μας, οι βόλτες μου αυτές περιορίζονται στα δρομάκια γύρω από τη Φωκίωνος Νέγρη και την Πλατεία. Είναι πολλά και δαιδαλώδη και προσφέρουν στο βλέμμα ένα περίεργο θέαμα καθώς είναι υπό-φωτισμένα, άδεια και βυθισμένα σε μια πυκνή ανοίκεια σιωπή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευρυδίκη Τρισόν – Μιλσανή, Νυχτερινές βόλτες στην Κυψέλη»

Αργύρης Κόσκορος, Η χρυσοχόος

✤

Δε διάλεξε τυχαία αυτό το σώμα ο Δίας για να το κυριεύσει. Δεν ήταν μόνο το δέρμα του, ντυμένο στο σεληνόφως, δεν ήταν μόνο τα μαλλιά του, λουσμένα με μαύρη νύχτα, ούτε το περίγραμμά του, σμιλευμένο απ’ τα νιάτα. Τα είχε γευτεί αυτά, σαν άρχοντας του κόσμου που ήταν, και τα είχε γλεντήσει άπειρες φορές, τα είχε σχεδόν μπουχτίσει.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αργύρης Κόσκορος, Η χρυσοχόος»

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια -κυκλοφορεί

Μυθιστόρημα, εκδόσεις 24 γράμματα εκδόσεις

Η κρίση του βιβλίου
Από την συντακτική ομάδα του
Symban World Radio, Australia.

Το βιβλίο ξεκινάει με έναν μονόλογο αρκετά δυνατό συναισθηματικά. Σε κάθε παράγραφο η αφηγήτρια, Ζωή Μαρία Μοντανάρι, ηρωίδα του βιβλίου στο γέρμα της ζωής της μιλάει για όσα έζησε, ένιωσε και για όσα δεν είχε τολμήσει να πει.

Οι άνθρωποι είναι πάντα οι πρωταγωνιστές στις ανηφόρες της ζωής. Φορούν τη μάσκα που τους δίνει κάθε φορά για να παίξουν το έργο της που τους προστάζουν οι μοίρες. Με βαθιά ερωτήματα η αφηγήτρια αναμετρήθηκε στη ζωή της με όλα τα καλά και τις συμφορές που αντιμετώπισε, μέχρι τη στιγμή που η πορεία των βιωμάτων της τής χάρισαν το κλέος μέσα από το βιβλίο «Πίστη και Περηφάνια». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια -κυκλοφορεί»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Plaudite, amici, comedia finita est!

✤

Mὲ τὸ πρῶτο φῶς δακρύσαμε ἀντικρίζοντας ὅλα ὅσα μᾶς ἔκρυβε, μέχρι τότε, τὸ σκοτάδι. Μὰ ὅσο ὡρίμαζε ἡ μέρα τὸ φῶςτῆς χαρᾶς σκέπαζε τὰ δάκρυα ἐνῷ ἐμεῖς, μ’ ὅλη μας τὴ δύναμη, δινόμασταν μόνο σὲ ἀπολαύσεις καὶ γιορτές. Καὶ κάθε τόσο ἔσταζε τῆς ζωῆς τὸ φιλὶ στὰ σωθικά (καὶ κάθε τόσο φάνταζε ὁ θάνατος σκέψη μακρινή). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Plaudite, amici, comedia finita est!»

Σοφία Γουργουλιάννη, Η γηραιά κυρία Ω

✤

Σε δωμάτιο νοσοκομείου. Ο Άντρας με χειροπέδες.

Άντρας:

Όχι, δεν ήμουν εγώ που λιποθύμησα.

Το τρέμουλο στα πόδια μου;

Μα εγώ νιώθω σφριγηλός. Απόλυτα σθεναρός.

Κάποτε πήγαινα γυμναστήριο. Δεν πηγαίνω πια. Αλλά αν θέλετε άρσεις θανάτου, μπορώ. Κάποτε είχα σηκώσει 165 κιλά. Όχι, δεν ήμουν αρσιβαρίστας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφία Γουργουλιάννη, Η γηραιά κυρία Ω»

Μάκης Τσίτας, Πέντε στάσεις – κυκλοφορεί

Από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο η νουβέλα του Μάκη Τσίτα «Πέντε στάσεις», ένας συνταρακτικός μονόλογος μιας γυναίκας για τα όνειρα και τις ματαιώσεις που κρύβονται πίσω από κάθε επιλογή, κάθε προσπάθεια και θυσία.

Η Τασούλα είχε όλους τους δρόμους ανοιχτούς μπροστά της, αλλά τους έκοψε ο Θεόφιλος με τον έρωτά του. Κι όμως, εκείνη βρήκε παράδρομους: σπούδασε, δούλεψε, μεγάλωσε δύο υπέροχα παιδιά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάκης Τσίτας, Πέντε στάσεις – κυκλοφορεί»

Μαρία Πανούτσου, Με το λεωφορείο των 18:00 ή Supermarket Story

(Α’ δημοσίευση)

✤

Τελείωσε την δουλειά του στις 16:30. Παρέδωσε το ταμείο  στις 16:37 μμ. Την ώρα εκείνη ήρθε ο αντικαταστάτης του. Πήρε το σακάκι του από την αποθήκη,  το φόρεσε και έφυγε. Εκτός από δύο τρεις τυπικές κουβέντες δεν είπε τίποτα περισσότερο  στον συνάδελφο. Εξ άλλου ήταν κακόκεφος. Ήταν Παρασκευή και είχε πληρωθεί το βδομαδιάτικο από νωρίς. Όταν βγήκε στο δρόμο απομακρύνθηκε από το σημείο της δουλειάς του με βήμα ταχύ. Tότε, άλλαξε το κέφι του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πανούτσου, Με το λεωφορείο των 18:00 ή Supermarket Story»