Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Plaudite, amici, comedia finita est!

Mὲ τὸ πρῶτο φῶς δακρύσαμε ἀντικρίζοντας ὅλα ὅσα μᾶς ἔκρυβε, μέχρι τότε, τὸ σκοτάδι. Μὰ ὅσο ὡρίμαζε ἡ μέρα τὸ φῶςτῆς χαρᾶς σκέπαζε τὰ δάκρυα ἐνῷ ἐμεῖς, μ’ ὅλη μας τὴ δύναμη, δινόμασταν μόνο σὲ ἀπολαύσεις καὶ γιορτές. Καὶ κάθε τόσο ἔσταζε τῆς ζωῆς τὸ φιλὶ στὰ σωθικά (καὶ κάθε τόσο φάνταζε ὁ θάνατος σκέψη μακρινή). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Plaudite, amici, comedia finita est!»

Σοφία Γουργουλιάννη, Η γηραιά κυρία Ω

Σε δωμάτιο νοσοκομείου. Ο Άντρας με χειροπέδες.

Άντρας:

Όχι, δεν ήμουν εγώ που λιποθύμησα.

Το τρέμουλο στα πόδια μου;

Μα εγώ νιώθω σφριγηλός. Απόλυτα σθεναρός.

Κάποτε πήγαινα γυμναστήριο. Δεν πηγαίνω πια. Αλλά αν θέλετε άρσεις θανάτου, μπορώ. Κάποτε είχα σηκώσει 165 κιλά. Όχι, δεν ήμουν αρσιβαρίστας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφία Γουργουλιάννη, Η γηραιά κυρία Ω»

Μάκης Τσίτας, Πέντε στάσεις – κυκλοφορεί

Από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο η νουβέλα του Μάκη Τσίτα «Πέντε στάσεις», ένας συνταρακτικός μονόλογος μιας γυναίκας για τα όνειρα και τις ματαιώσεις που κρύβονται πίσω από κάθε επιλογή, κάθε προσπάθεια και θυσία.

Η Τασούλα είχε όλους τους δρόμους ανοιχτούς μπροστά της, αλλά τους έκοψε ο Θεόφιλος με τον έρωτά του. Κι όμως, εκείνη βρήκε παράδρομους: σπούδασε, δούλεψε, μεγάλωσε δύο υπέροχα παιδιά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάκης Τσίτας, Πέντε στάσεις – κυκλοφορεί»

Μαρία Πανούτσου, Με το λεωφορείο των 18:00 ή Supermarket Story

δημοσίευση)

Τελείωσε την δουλειά του στις 16:30. Παρέδωσε το ταμείο  στις 16:37 μμ. Την ώρα εκείνη ήρθε ο αντικαταστάτης του. Πήρε το σακάκι του από την αποθήκη,  το φόρεσε και έφυγε. Εκτός από δύο τρεις τυπικές κουβέντες δεν είπε τίποτα περισσότερο  στον συνάδελφο. Εξ άλλου ήταν κακόκεφος. Ήταν Παρασκευή και είχε πληρωθεί το βδομαδιάτικο από νωρίς. Όταν βγήκε στο δρόμο απομακρύνθηκε από το σημείο της δουλειάς του με βήμα ταχύ. Tότε, άλλαξε το κέφι του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πανούτσου, Με το λεωφορείο των 18:00 ή Supermarket Story»

Ευγενία Μπογιάνου, «Φανή» -προδημοσίευση

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Όσο τον κοιτάζω να γράφει το μήνυμα μού έρχεται στο μυαλό, έτσι απρόσκλητα όπως γίνεται πάντα, μια παιδική ανάμνηση. Είμαι εφτά χρονών, ο Νίκος με κρατά από το χέρι και περπατάμε για ώρα κάτω από έναν ήλιο σκληρό που τονίζει τα περιγράμματα με δύναμη, δίνοντας στα πράγματα οριστικότητα. Προηγουμένως φυσούσε, ο αέρας έκανε τα δέντρα να μονολογούν, τώρα έχει πέσει άπνοια. Η άπνοια και η κάψα του μεσημεριού μας ακολουθούν, έχουν πρόσωπα. Ακούω την αναπνοή του, ένα γουργουρητό, σαν κάτι χαλασμένο βαθιά μέσα του, φοβάμαι πως θα πέσει κάτω, πως δεν θα σηκωθεί ποτέ ξανά, αλλά εκείνος συνεχίζει με γρήγορο ρυθμό, δίχως να δίνει σημασία στις διαμαρτυρίες μου, που δεν τις εκφράζω με λόγια, αλλά μόνο με ένα επίμονο τράβηγμα του χεριού του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευγενία Μπογιάνου, «Φανή» -προδημοσίευση»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το καραβάνι της Δρέσδης

Η ζωή είναι
Μια χρόνια νόσος
Που θεραπεύεται
Με τον θάνατο»

Στάινερ

Η μαγεμένη ιστορία
Της Κράκυ που
Εζησε και πέθανε
Πρώτη αρτίστα
Του φημισμένου
Τσίρκου Κουίν

 

Εκείνο τον χειμώνα ζήσαμε για τελευταία φορά μαζί. Ύστερα ο καθένας χάθηκε μες στον πόλεμο. Ο πατέρας χίμηξε στο μέτωπο μαζί με τους καλύτερους της γενιάς του δίχως άλλο σκοπό από τον θάνατο της λογικής. Μας έστελνε φωτογραφίες από τις πόλεις που περνούσαν, ένα ευτυχισμένο καραβάνι από άνδρες και αγόρια, με τα κασκέτα τους βγαλμένα, όλοι τους δεκανείς του χρόνου. Το πρόσωπο της μάνας σκλήρυνε και εκείνο όπως όλοι οι χειμώνες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το καραβάνι της Δρέσδης»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Pieta

μέρα ἦταν σκυθρωπὴ κι ὁ οὐρανὸς μιὰ λασπουριὰ ἀπέραντη. Ἀπὸ κάτω ἁπλωνόταν ὁ κάμπος πλημμυρισμένος ἀπὸ χαράκια, ἀσφοδέλους καὶ λιόδεντρα. Στὸ βάθος ξεχώριζε ὁ λόφος· ἀπὸ μακριά του ἄκουγες μιὰν ἀκαθόριστη βοὴ καὶ μόλις καὶ μετὰ βίας ἔβλεπες μιὰ σύναξη ἀγέλης. Μὰ ὅσο τὸν πλησίαζες διέκρινες, ὅλο καὶ πιὸ καθαρά, παχυμουλαράτους ἀρκουδόγυφτους, λογχοφόρους, μπασιμπουζούκηδες καὶ μιμάδες νὰ φτύνουν καὶ νὰ βλαστημᾶνε κοιτῶντας τὸν οὐρανό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Pieta»

Καίτη Παπαδάκη, Το θαλασσόξυλο / Η Σοδειά

Το θαλασσόξυλο

Ένα θαλασσόξυλο στην αμμουδιά. Ο ήλιος του έχει δώσει το ξέθωρο μπεζ της σιγής. Οι πόροι, γεμάτοι αλμύρα, κρύβουν ενθύμια ταξιδιών.

Ένας γλύπτης στην ακρογιαλιά. Στα νιάτα του δάμαζε άγρια της φύσης ευρήματα. Το βλέπει καιαποφασίζει να του δώσει σχήμα νάρκισσου.

Όμως αυτό, στο δρόμο για το σπίτι, αρχίζει να χλιμιντρίζει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Το θαλασσόξυλο / Η Σοδειά»