Καίτη Παπαδάκη, Πεταλούδες

Το σκοτάδι μου ίσως να έχει όνομα. Αλήθεια, εσύ πώς θα το φώναζες αν σε ακολουθούσε; Αν μέρα-νύχτα περπατούσε τρία βήματα πίσω σου; Όχι τέσσερα, το βλέπω. Κρύβει το φως, πλησιάζει σαν σύννεφο, σκιάζει κάθε προσπάθεια χαράς. Όχι δύο. Δύο είναι πολύ κοντά. Σχεδόν σε τυλίγει, σου κλείνει το στόμα, σε αρπάζει απ’ τον λαιμό. Πάντα στα τρία βήματα ώστε να φλερτάρει με τον φόβο ή την επιθυμία σου. Εσύ πώς θα βάφτιζες ένα μαύρο σκυλί που σε παίρνει από πίσω, που κοιμάται στα πόδια σου, που ξαγρυπνά στο προσκεφάλι σου; Εγώ τελευταία το φωνάζω Κίρκη. Το ταΐζω ανελλιπώς.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Πεταλούδες»

Ελένη Χαϊμάνη, Η Απολογία της Θάλασσας

Κύριοι, ζητήσατε να απολογηθώ – κι εφόσον
απολογούνται πάντα οι δολοφόνοι· κι αφού στους
δολοφόνους συγκαταλέγομαι κι εγώ, ότι έχω
να πω θα το πω χωρίς φόβο και πάθος.
Σας προσκαλώ να νιώσετε την απεραντοσύνη μου.
Να έχετε τον φόβο σε ότι με αφορά. Όταν αμέριμνοι
κολυμπάτε μέσα μου και ψάχνετε με την άκρη
των ποδιών σας κάτι στέρεο– και δεν το βρίσκετε,
να σας πιάνει ο πανικός γιατί, θα λείψει το κουράγιο
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Χαϊμάνη, Η Απολογία της Θάλασσας»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Αμήν!

ἐκκλησία μὲ τοὺς ἱερωμένους της ὑπῆρξε ἀνέκαθεν ἡ ὑποκριτικότερη θιασώτρια τῆς προσήλωσης στὴν τρέχουσα ἠθική. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς κάνουν ἐντύπωση τὰ παραστρατήματα τῶν παπάδων, ἰδιαίτερα στὸ Βυζάντιο ὅπου ἡ ὑποκρισία τους ἦταν πολὺ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅ,τι στὶς μέρες μας. Μιὰ ματιὰ σὲ μερικὰ ἔγγραφα τῶν Acta et diplomata Graeca medii aevi sacra et profana et edita μπορεῖ νὰ κάνῃ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς σας νὰ σηκωθοῦν. Ἐξυπακούεται ὅτι οἱ διδαχὲς κι οἱ παραινέσεις του κλήρου ἀφοροῦν μόνον στὸ ποίμνιο καὶ ποτὲ στοὺς ἴδιους τους ἱερωμένους οἱ ὅποιοι κάνουν ὅτι δὲν καταλαβαίνουν καὶ συνεχίσουν τὸ βιολί τους (δηλαδὴ τὴ διδασκαλία τους) φαρισαϊκά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Αμήν!»

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, “Ο τόπος μέσα μας” [απόσπασμα] ―κυκλοφορεί

Από τις εκδόσεις Αρμός

Περιγραφή
Πενήντα αφηγήσεις που εκτυλίσσονται στο σήμερα με αναδρομές στο παρελθόν. Μέσα από ιστορίες έρωτα κι αποχωρισμού αναδύονται οι εσωτερικές συγκρούσεις των ηρώων στην προσπάθεια αυτοσυνείδησης, αυτοπροσδιορισμού, αναζήτησης συνοχής και συνέχειας, αίσθησης του ανήκειν κι αυτοπραγμάτωσης.
Οι ήρωες κινούνται σε τόπους κλειστών κοινωνιών και σύγχρονων μητροπόλεων, το τοπικό συνδιαλέγεται με το οικουμενικό, η στιγμή με τη διάρκεια.
Ανακαλούν στη μνήμη γεγονότα και δρουν ανάμεσα στο τώρα και στο πριν, στο εδώ και στο αλλού, σε έναν ασταθή ή εχθρικό κόσμο, παλεύοντας να συρράψουν ρέλια βιωμάτων για το υφαντό της κατακερματισμένης ιστορίας τους, να προσδιορίσουν τον τόπο τους, να ορίσουν στο μέτρο του δυνατού τη ζωή τους. Φαίνεται δύσκολο, μα όλα είναι δρόμος…
Με τις διαδρομές τους αγγίζουν τον αναγνώστη αναμοχλεύοντας δικές του μνήμες, βιώματα, συναισθήματα, ιδέες και στάσεις για τον ξεριζωμό και την προσφυγιά, τη μοναξιά και την παραβίαση ατομικού χώρου, την ετερότητα και την αλληλεγγύη, τη βία και τη συμπόνια, την αίσθηση του Εγώ, του Εμείς, του Άλλου, στο εδώ και το τώρα. (Κείμενο οπισθόφυλλου)

Μνήμη του σώματος

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τα ʼκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά ‒
έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν·χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, «Επιθυμίες»

Να λιώνει σαν κερί από πόθο. Σίδερο στη φωτιά. Να ρέει το αίμα μετά. Από κάτω. Στα σκέλια. Να το νιώθει. Να κυλά ζεστό. Να την υγραίνει. Να μουσκεύει το εσώρουχο, τους μηρούς. Να ξυπνά ταραγμένη. Αυτό ήταν. Δε θα ξαναερωτευτώ ποτέ πια,σουβλιά να τη διαπερνά η σκέψη. Ποτέ. Ο πόθος δεν θα με κατοικήσει πλέον. Ξεθύμανε. Έφυγε από πάνω μου δια παντός.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, “Ο τόπος μέσα μας” [απόσπασμα] ―κυκλοφορεί»

Πάνος Νιαβής, Παλιά Λαμπρή απ’ την κλειδαρότρυπα της μνήμης

ιντε πασιά μ’ σήκω να πας  να σκαρίσεις τα πρόβατα και να γυρίσεις να φάμε και τσουγκρίσουμε, και  σου έχω κρατήσει το γερότερο αυγό, να μας σπάσεις όλους μας, φέτος, είπε η μάννα στο δεκάχρονο γιο της, τάχαμου συνωμοτικά, που ήταν ακόμη τσολιασμένος στο πάτωμα. Αφού νωρίτερα έτρεχαν μες τη   νύχτα, μισή ώρα δρόμο, να πάνε να φέρουν το άγιο φως στο σπίτι, να ευλογήσουν τα ζωντανά να τα  γλιτώσει απ’ την  παρμάρα[*] που είχε πέσει στο χωριό κείνη τη χρονιά του 1966.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πάνος Νιαβής, Παλιά Λαμπρή απ’ την κλειδαρότρυπα της μνήμης»

Καίτη Παπαδάκη, Το πάζλ

❇︎

Θα κάθομαι για ώρες… ώρες, μέρες ποια η σημασία; Πουθενά δεν θα έχω να δώσω αναφορά. Κανένας δεν θα ρωτά, δεν θα νοιάζεται. Θα κάθομαι για ώρες και θα κοιτώ το ταβάνι, τους τοίχους. Κάθε ρωγμή, κάθε ιστό αράχνης, κάθε πρόκα. Ναι θα ήθελα να το κάνω αυτό. Να πάρω μια μπύρα, δυο, τρεις ποια η σημασία; Να πάρω μια μπύρα κι απλώς να κοιτώ απέναντι.

Μπορεί να ζητήσω άδεια απ’ τη δουλειά. Μπορεί και όχι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Το πάζλ»

Λεωνίδας Καζάσης, Ιδιοτύπως

Ο Λέανδρος και ο Λέων, δύο φίλοι που καιρό είχαν να ανταμώσουν, βρέθηκαν στο σπίτι του Λέοντος, ένα σπίτι με έπιπλα παλαιά,  χρώματος καφεδύ, με τοίχους βαμμένους,  έτσι , ώστε να συνάδουν με την παλαιότητα των επίπλων, και όλα μαζί να εκπέμπουν μία τελετουργική μυστηριακή αύρα. Οι δύο φίλοι είχαν πολλά να πουν, και πολλά να ιδούν ο ένας στον άλλον. Ο Λέανδρος, αν και γυναίκα, ήταν αγόρι, έφηβος,  άχνουδος με μάτια ξανθού μελιού, κοντά, καστανά  ανοικτά μαλλιά, με μία σχολαστική ευγένεια αισιόδοξη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Ιδιοτύπως»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μελαχρινή μου Ατροπίνη

Η καλύτερη κραυγή μου
Ήσουν εσύ

H Παραγγελιά μου
Ή
Μελαχρινή μου Ατροπίνη

Άνοιξαν και μπήκαν στο μαγαζί. Είχε σκοτεινιά και από παντού μύριζε βαθιά υγρασία. Είχαν στοιβάξει τα τραπέζια σε μια άκρη. Και η πίστα παρέμενε υπερυψωμένη, ένα belvedere στην καρδιά της Κυψέλης. Πάνω μια σειρά λαμπιόνια και ατέλειωτα χιλιόμετρα καλώδια. Στο κέντρο της πίστας είχαν αφήσει κάτι κούτες, πρόχειρα κλεισμένες. Ζήτησαν κάποιον να τις πάρει μα δεν ήξεραν ποια εποχή αφορούσαν και αν τάχα κάτι σήμαιναν βαθύτερο. Κάποιος από το πλήθος, είπε, θα μας τσακίσει τόση νοσταλγία όμως κανείς δεν άκουσε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μελαχρινή μου Ατροπίνη»