Κατερίνα Μπαρτζώκα, Φώτα νέον [2015]

Αρχείο 25.6.2015

fav-3

δεν είναι βιασμός, λέει στον εαυτό της, δεν είναι βιασμός όταν τους ξέρεις

Στο αδιέξοδο που πάντα διέσχιζε για να πάει σπίτι σταμάτησε το αυτοκίνητο ο παραγωγός με τους δύο φίλους του. Ήταν το βράδυ που του είχε πει ότι δεν ήθελε να είναι πια κομπάρσα και της πρότεινε να την πάει σπίτι να το συζητήσουνε, χαζή δεν ήταν, είχε μια υποψία τι θα συμβεί, κι εδώ που τα λέμε δεν είναι κι άσχημο να έχεις γκόμενο θεατρικό παραγωγό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κατερίνα Μπαρτζώκα, Φώτα νέον [2015]»

Χρύσα Φάντη, Της Μισέλ [2015]

Αρχείο 24.6.2015

fav-3

Πίσω σας το βουνό. Αριστερά το ποτάμι. Πιο πέρα; Ο βούρκος;
Βούρλα, σάπιοι πάσσαλοι, σπασμένα κλαδιά και βρύα. Πού αγναντεύατε όταν η Σ. έχωνε τα ποδαράκια της στον κουβά; Με τόση βροχή ο ορίζοντας δεν μπορεί παρά να ήταν κλειστός. Άρα εσείς λόφο δεν είδατε. Έφταιγε ο δρόμος που ήτανε δύσβατος; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρύσα Φάντη, Της Μισέλ [2015]»

Θανάσης Πάνου, Η μελισσούλα τα blues και τα ρεμπέτικα [2015]

Αρχείο 16.6.2015

fav-3

Αυτή η πόλη, όπως κάθε πόλη σε βυθίζει καθημερινά στην αφασία. Χωμένος ως τα αυτιά στα σωθικά της ανάπτυξα σταδιακά μια υπέρ-αντίληψη. Κάθε υπερβολικά απάνθρωπο , που σε υψηλές δόσεις καταλαμβάνει το κορμί ολόκληρο, το διαχώρισα , το έβγαλα από τα παθογόνα όρια που εγκλωβίζει την ψυχή και σαν μαλακή αφύπνιση το άφησα να μου μιλήσει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θανάσης Πάνου, Η μελισσούλα τα blues και τα ρεμπέτικα [2015]»

Παυλίνα Ιωαννίδου, “μια εμμονή με τα άδεια αντικείμενα” [2015]

Αρχείο 11.6.2015

fav-3

Ομόκεντρος αέναη ή περιοδική επανάληψη

Όταν ο Πικάσο βαρέθηκε να ζωγραφίζει ανθρώπους , αποφάσισε να πρωτοπορήσει. Τους απεικόνισε ως κύβους και άλλες αφηρημένες μορφές. Η ανθρωπότητα τον αποκάλεσε ιδιοφυΐα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παυλίνα Ιωαννίδου, “μια εμμονή με τα άδεια αντικείμενα” [2015]»

Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Σκοτεινή Νύχτα της Ψυχής

Αρχείο 28/05/2015

fav-3

Έχουν περάσει χιλιάδες βασανιστικές ώρες και αυτός ο μυθικός φωτοδότης Ήλιος δεν λέει να φανεί. Είχα πάντοτε μια ακατανόητη περιέργεια του τι προηγείται της παρουσίας του, η θερμότητα ή η λάμψη. Κανείς θα μπορούσε να ερωτήσει, ποιο το νόημα σε αυτό, κάτι που θεωρώ φυσικό, ωστόσο τα χείλη μου θα παρέμεναν ερμητικά Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Σκοτεινή Νύχτα της Ψυχής»

Χρήστος Μαρτίνης, Προς τη λέαινα

Αρχείο 21/05/2015

fav-3

(απόσπασμα για το χειμώνα που αφήσαμε πίσω)

[…]Ανοίγω την μπουκαπόρτα του μυαλού, μπαίνω μέσα στο χάος να βρω τη λέαινα. Κάπου γυρίζει, ίσως να κομματιάζει τη μητέρα μου, ίσως σπαράζει ιστό και χρώματα σ’ενα λαγούμι του μυαλού μου. Μην έρθεις δε χρειάζεται, είν’ επικίνδυνα, μα μ’αφήσεις μόνο στο σκοτάδι μου να ψάχνω διέξοδο, ν’ ανοίγω πόρτες παιδικές, γυμνούς γυμνές και μπάλες χριστουγέννων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρήστος Μαρτίνης, Προς τη λέαινα»

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Ο βραστήρας

Αρχείο 12/02/2015

fav-3

Στο βορρά η μέρα ξημερώνει σαν νύχτα. Η πόλη ξυπνάει επειδή δεν μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη, σαν τις αρκούδες. Αλλιώς θα το έκανε. Η γυναίκα κάθεται στο παράθυρο και κοιτάζει το δρόμο. Ton sur ton τα γκρίζα και τα ασημιά. Σαν λέπια. Αποφασίζει να κατέβει στο περίπτερο να αγοράσει τσιγάρα. Και μια σοκολάτα αμυγδάλου, μπορεί και ρυζιού. Αφήνει στο περβάζι την κούπα με τον καφέ της και ρίχνει πάνω της ένα πορτοκαλί σάλι με κρόσσια.

Ο άντρας που πέρασε πριν από αυτήν στις σκάλες μύριζε μέντα, ή κάτι σχετικό. Ξέρει ποιος είναι. Κατεβαίνει τα σκαλιά εισπνέοντας βαθιά τα ίχνη της μυρωδιάς του που αιωρούνται πίσω από τα κάγκελα της κουπαστής και κρέμονται στους τοίχους. Τις νύχτες, από το διπλανό διαμέρισμα, τον ακούει να μιλάει Γαλλικά. Η φωνή του έχει κάτι πολύ καθησυχαστικό. Η προφορά του τον προδίδει σε μερικά σημεία.

Αυτός ο άντρας είναι Νότιος, όμως δεν θέλει να το συζητάει. Δεν της πέφτει λόγος για όλα αυτά – εξάλλου το μόνο που θέλει από αυτόν είναι να συνεχίσει να μιλάει τις νύχτες και να αφήνει άρωμα μέντας στα σκαλιά τα γκρίζα πρωινά.

Πληρώνει τη σοκολάτα αμυγδάλου, τα τσιγάρα της και ένα αδιάφορο περιοδικό και διασχίζει το δρόμο. Αποφεύγει τις λακκούβες με τα λασπόνερα της νύχτας, παρόλα αυτά μερικές πιτσιλιές κάνουν τις γάμπες της να παγώνουν. Σπρώχνει την μεταλλική εξώπορτα και μπαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η μυρωδιά είναι ακόμα εκεί.

Ανεβαίνει τα σκαλιά και αφουγκράζεται τις φωνές των ενοίκων στα ξένα κατώφλια. Κάποιος ακούει αφρικάνικη μουσική, μια γυναίκα μιλάει στο τηλέφωνο και ένα μωρό τσιρίζει. Όταν φτάνει στον όροφό της, η γυναίκα βγάζει από την τσέπη της τα κλειδιά και ανοίγει μαλακά την πόρτα. Το κρύο μέταλλο κάνει τα δάχτυλά της να σκιρτήσουν.

Μπαίνει στο δωμάτιο και βλέπει πως το στρίφωμα της κουρτίνας σέρνεται στο πάτωμα κι έχει λερωθεί από τη σκόνη. Μικρές μπαλίτσες από χνούδια περιφέρονται στις γωνίες του δωματίου καθώς διασχίζει το χώρο για να φτιάξει καινούριο καφέ. Ο παλιός έχει κρυώσει και η μέρα παραμένει σκοτεινή. «Πριν από το θαύμα η θλίψη, η αγωνία και της φθοράς η διαρκής δοκιμασία«, σκέφτεται ένα στίχο που δεν θυμάται από ποιο ποίημα είναι και ποιος τον έγραψε.

Βάζει το βραστήρα να κοχλάσει και χτυπάει στο φλιτζάνι μια κουταλιά ζάχαρη και μια κουταλιά καφέ. Έπειτα στέκεται πάνω από το αχνιστό νερό, φτιάχνει τον καφέ και αφήνει τα γυαλιά της να θαμπώσουν από τους υδρατμούς. Μερικές φορές ο κόσμος είναι πολύ πιο όμορφος μέσα από τα μικρά αυτοσχέδια σύννεφα ενός βραστήρα.

*

©Μαρίας Πετρίτση
φωτοΕπεξεργασία Στάχτες

vintage_under2

Παυλίνα Ιωαννίδου, Το παράπονο του Φ., ή αλλιώς η μανία της απαριθμήσεως

Αρχείο 11/05/2015

fav-3

Ας ξεκινήσουμε από αυτό: το όνομά του ήταν Φέργκους Μπρέκενριτζ ,είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στο μέτρημα και κάθε ημέρα για πενήντα συνεχόμενα χρόνια διατηρούσε την ίδια ρουτίνα. Δεν μπορούσε κανείς να κάνει διαφορετικά άλλωστε στην παραθαλάσσια κωμόπολη Σκάλογουεϊ, δυτικά κατά 5,9 μίλια από το Λέργουϊκ, όπου κατοικούσε με τους συγχωριανούς του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παυλίνα Ιωαννίδου, Το παράπονο του Φ., ή αλλιώς η μανία της απαριθμήσεως»