Άννα Κυριτσιοπούλου, Χωρικά

Χωρικό (Α΄πρόσωπο)

Εφάπτομαι απόλυτα στα όρια του είμαι.
Στα οριοθετημένα τετραγωνικά που συμπίπτω με εμένα.
Σε ένα δωμάτιο με κλειδωμένη πόρτα κι ανοιχτό παράθυρο
Εκεί.
Εγώ.
Προσδιορίζομαι.
Γυμνό κορμί εν κινήσει
Σκοντάφτω στις μνήμες
-υπενθυμίσεις ύπαρξης- Συνεχίστε την ανάγνωση του «Άννα Κυριτσιοπούλου, Χωρικά»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Η γάτα κι ο καφές

―Ευρωπός; Μα τι είναι αυτή; Η Δούρα Ευρωπός λες;

Όχι βέβαια! Ο φίλος, ερασιτέχνης μελετητής της ιστορίας και παθιασμένος με την ελληνιστική εποχή, μόρφασε, αλλά δεν είπε αυτό που προφανώς είχε στο νου του (να χαρούμε τις γνώσεις μας, δηλαδή, που τις αντλήσαμε από τις διαφημίσεις για, αδύνατα πλέον, ταξίδια στη Συρία …). Ψύχραιμα εξήγησε ότι, πριν ιδρυθεί η Δούρα Ευρωπός στην αυτοκρατορία του Σελεύκου, υπήρχε η Ευρωπός, η γενέτειρα του Σελεύκου που χάρισε το όνομά της στην καινούργια. Α, ωραία, εμείς λοιπόν να πάμε στη νονά, γιατί να μην πάμε, που είναι και ακίνδυνα… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Η γάτα κι ο καφές»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Σβησμένα φωτόσημα

Στην κυριακάτικη φυλλάδα η εφημερίδα περιλαμβάνει ένα κεντρικό άρθρο για την στήλη του κινηματογράφου. Συνήθως οι αναφορές αφορούν δύο ή περισσότερα φιλμ ή ορισμένες από τις ξένες σειρές που μονοπωλούν το τηλεοπτικό μας ενδιαφέρον. Οι λάτρεις της μεγάλης οθόνης και όσοι παρακολουθούν σε βάθος κάθε νέα παραγωγή από όσες φιλοξενούν οι καινούριες πλατφόρμες βρίσκουν τις αναγκαίες οδηγίες. Και έτσι, κατ’αντιστοιχία με την υπόδειξη βιβλίων, γνώμης, ήθους και ύφους η στήλη του κινηματογράφου καθοδηγεί τον λάτρη στα φιλμ της επικαιρότητας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Σβησμένα φωτόσημα»

Λεωνίδας Καζάσης, Όταν γίνεσαι κραυγή

Ενδοιασμοί

Σε πρωτάκουσα Ελένη, Αντιγόνη, Θεανώ.
Σε τραγούδησα Ιλάειρα, Αφροδίτη, Ερατώ.
Σε ζωγράφησα σε βάτους, σ’ ακρωτήρια, σε βουνά,
αποκρίθηκα στους κάμπους, να σου δώσουν λευτεριά!
Τι θα πεις τώρα Μυρτώ στα δειλινά;

Σε θωπεύω μεσ’ τις λέξεις,
απ’ τα νέφη σε κοιτώ,
και ρωτώ κρυφά τις τέρψεις,
μα τρομάζουν στον χρησμό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Όταν γίνεσαι κραυγή»

Μένη Πουρνή, Surrealismo sudamericano

Ανέβαινε κάθε ξημέρωμα στην οροφή του μοναστηριού σκαρφαλώνοντας στην αχτίδα ενός αστεριού. Η ώρα ήταν πάντα η ίδια χειμώνα καλοκαίρι. 06:36. Το πρωί ήταν πάντα η ώρα του 6 και δεν υπήρχε πιο μαθηματικά σωστή στιγμή παρά εκεί που συναντούσε ως πολλαπλάσιο τον εαυτό του.

Ο αέρας των Άνδεων ήταν πάντα παχύς στην αρχή της μέρας, ώστε μπορούσε να τον ψηλαφίσει μόλις ξεπέζευε από την μύτη του αστεριού. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μένη Πουρνή, Surrealismo sudamericano»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Η «ειδίκευση» του Καλλιτέχνη…

«Ο καλλιτέχνης οφείλει να είναι ανειδίκευτος. Η ειδίκευση αποτελεί- ή θα πρεπε να αποτελεί- γι αυτόν υποτιμητική λέξη. Η ειδίκευση είναι για τους ηλεκτρολόγους, τους γιατρούς, τους ποινικούς. Αντιθέτως ένας καλλιτέχνης δεν ειδικεύεται, είναι ανειδίκευτος και- για την κοινωνία- ανεπίδεκτος. Ο Καλλιτέχνης είναι φλόγα, πηλός, έκλειψη.

Ο καλλιτέχνης έχει την Πολιτεία απέναντι του. Διαχρονικά. Οι καλλιτέχνες που στον καιρό τους την είχαν δίπλα τους δεν ήταν καλλιτέχνες αλλά αυλικοί (κοινώς γλείφτες). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Η «ειδίκευση» του Καλλιτέχνη…»

Ειρήνη Θυμιατζή, Γλυκές κυρίες

Αισθανόμουν πολύ κουρασμένος εκείνες τις μέρες. Πολλή δουλειά στο γραφείο. Το απόγευμα άλλες υποχρεώσεις στο σπίτι. Το θυμόμετρο ανεβοκατέβαινε συχνά πυκνά, ενώ ανήσυχες σκέψεις σα μέλισσες στριφογύριζαν στα αυτιά μου προκλητικά. Το πρόσωπο μου είχε χλωμιάσει παρόμοια με τα γκρίζα μου μαλλιά. Αναζητούσα κάτι να κρατηθώ, μια διέξοδο στο τούνελ, για να μην πέσω στο κενό. Κάτι να διαλύσει τα σύννεφα, να αποπλανήσει τις αισθήσεις μου να με κάνει να πιστέψω ότι μπορώ ακόμα να ευχαριστηθώ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Γλυκές κυρίες»

Γεώργιος Σκούρτης, Είναι προς θάνατον ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις ΑΩ εκδόσεις

Σκιές της Αθήνας

Οι σκέψεις σου, τα όνειρα, ο ήχος μιας σειρήνας
Ειν’ όλα αυτά που κρύφτηκαν στη λόχμη της Αθήνας
Κι αφήνονται τα θέλω σου σα στέγες ρημαγμένες
Πάνω σε μέρες πού ‘ρχονται και φεύγουν τρομαγμένες.

Σε πότισε το βλέμμα τους συνήθειες της πιάτσας
Στεγνώνεις με τα ρούχα σου στο σύρμα της ταράτσας
Και η στιγμή που πέρασε και πηρέ τ άγγιγμά του
Κυλάει μες τις φλέβες σου μια νύχτα του Σαββάτου Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γεώργιος Σκούρτης, Είναι προς θάνατον ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»