Λεωνίδας Καζάσης, Της έξαψης κλυδωνισμοί

Παραδίδω την ένοχη κτήση
στην άλογη φύση ερώτων,
αλλοτινών ψαλμωδιών
των πρώτων,
που ρωμαλέα κεριά
σε μανουάλια μεστά συνωθούνται.

*

Απόκριση σε κάλεσμα Χινόπωρου νυχτερινό,
μετέωρος σε δώμα ευλαβικό,
την ανεξιθρησκία της σαρκός Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Της έξαψης κλυδωνισμοί»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Νίκος Ζάμπρος απόψε σκοτώνεται

Γεφύρι Της Χρυσαυγής. Κατά την παράδοση, το γεφύρι κτίστηκε το 1854 με τη χορηγία ενός ληστή, του Νικόλαου Ζάμπρου από το Πολυνέρι Γρεβενών. Σε μία καταδίωξή του από τα αποσπάσματα, δεν κατάφερε να περάσει το ρέμα που εκείνη τη μέρα ήταν πλημμυρισμένο και ζήτησε από τους Χρυσαυγιώτες να τον κρύψουν. Ως αντάλλαγμα χρηματοδότησε την κατασκευή του γεφυριού, και επιθεωρούσε το έργο κρυμμένος στον παρακείμενο νερόμυλο.

Μια ανταπόκριση που ταξιδεύει πάνω από γεφύρια και ρεματιές μιας άλλης Ελλάδας χτισμένης στον πιο απόκρημνο βράχο. Καθώς ο Ιούλιος σκοτώνει ότι αγαπήσαμε, στέκουμε στην κορυφή του τοξωτού γεφυριού και ακούμε τι τάχα έχει να μας πει το ποτάμι. Το βλέπουμε να κατηφορίζει τον δρόμο. Φορά κεφάλι Μινώταυρου, είναι το ποτάμι που πήρε τον Νίκο Ζάμπρο. Και όχι το απόσπασμα σε μια από τις ιστορίες που συμπλέουν με τον αστικό μύθο και κυκλοφορούν μες στην λαλιά μας, την σύγχρονη και την παλιά.

«Ο Νίκος Ζάμπρος έπεσε νεκρός έπειτα από σκληρό τουφεκίδι. Σκοτώθηκε μετά δεκαήμερης και ανελέητης μάχης με τις δυνάμεις της χωροφυλακής. Οι απώλειες βασάνισαν και τις δυο πλευρές. Μα ο Ζάμπρος ήτο σκληρός καθώς οι πέτρες των Ορέων. Αντέχει τους ανέμους που φυσούν ξαφνικοί και αγριεμένοι προτού κρυφτούν μες στις σπηλιές. Μικροί θεοί που παίζουν.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Νίκος Ζάμπρος απόψε σκοτώνεται»

Ισμήνη Καρυωτάκη, Φυγόδικος δεν ήμουν ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Ισμήνη Καρυωτάκη, Φυγόδικος δεν ήμουν ―εκδόσεις Ποταμός

Ο Σπήλιος αισθάνθηκε σαν ένα ζώο που επιτέλους αντιλήφτηκε ότι το παράθυρο στο δωμάτιο –απ’ όπου λογάριαζε ν’ αποδράσει– δεν ήταν παρά η είσοδος στο κλουβί που τον περίμενε απέξω.

Σηκώθηκα. Άρχισα να κόβω βόλτες στο δωμάτιο, κι επειδή δεν ήξερα τι άλλο να σκεφτώ, σκέφτηκα ότι η Εριφύλη με σκέφτεται, άναψα ένα τσιγάρο και τη σκεφτόμουν κι εγώ. Στο κρεβάτι μαζί μου. Γιατί όχι; Δεν πάει στον διάολο. Έπιασα μια καρέκλα κι ανέβηκα για να κοιτάξω απ’ τον φεγγίτη, ήθελα να τον ανοίξω και να βάλω τις φωνές. Πες κάτι τέλος πάντων, λέω μέσα μου. Δεν ξέρω γιατί μου ήρθε έξαφνα το χαϊδευτικό που της αρέσει: Καβουρμά μου, λέω. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ισμήνη Καρυωτάκη, Φυγόδικος δεν ήμουν ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Βύρων Λεοντάρης, Οδόσημο κινδύνου

Γι’ αυτόν που χάθηκε στη φονική στροφή
είχαμε στήσει οι φίλοι του εικονοστάσι οδόσημο κινδύνου
ξύλινο ομοίωμα ναΐσκου
με το εικονισματάκι του προστάτη αγίου του και το φυλαχτό

—που δεν τον φύλαξε…

Επιθυμία της μάνας του που ευλαβικά τηρούσε
συνήθειες που μοιάζουν με πάναρχαιες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βύρων Λεοντάρης, Οδόσημο κινδύνου»

Θεόδωρος Ντόρρος, Βραδινή μοναξιά

[Σπύρος Ν. Παππάς, «Μια φωτογραφία του Θεόδωρου Ντόρρου, με αφορμή την έκδοση διαβατηρίου (1922)», περ. Το Δέντρο, τχ. 203-204 (Απρίλιος 2015), σ. 139-142.]
Είναι η ώρα που ολονώνε η ζωή βαραίνει την ψυχή μου.

Στο πλαϊνό γιαπί ένας εργάτης στήθηκε
ανάμεσα σε δυο φωτάκια ολοκόκκινα.
Μόλις που βλέπει.
Και ξαναρχίζει χτυπητό το πάφλασμα της λάσπης.
Και το σκάψιμο… Να πάρει μέσα κάποιονε…

Ώρα πολύ.

Κουράστηκα, μαζί του…
Φεύγει κι αυτός μέσ’ στη βροχή,
σα ν’ άφησε τον κόσμο ατέλειωτο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θεόδωρος Ντόρρος, Βραδινή μοναξιά»

Ποιήματα Ασημίνας Λαμπράκου, «Έως επτά» ―από τον Κώστα Π. Δάρμο

Ασημίνα Λαμπράκου, Έως επτά. Ιδιωτική έκδοση, 2022, 72 σελ.

56 μικρά ποιήματα, σχεδόν όλα μέχρι 7 στίχους, με την εξαίρεση εννιά από αυτά που είναι λίγο μεγαλύτερα. Αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, που γράφεται εδώ και 8 χρόνια, από την οποία αποσπάστηκαν και έφτιαξαν μια συλλογή «αφιερωμένη-στο σύνολό της-στον πατέρα», συνοδευμένη με πολλά σκίτσα της ποιήτριας, όπως δικό της είναι και το εξώφυλλο, όλα με ένα ευδιάκριτο προσωπικό στυλ.

Το μικρό αυτό σημείωμά μου αναφέρεται σε μερικά από αυτά, η επιλογή είναι άκρως υποκειμενική και σε καμία περίπτωση δεν διεκδικεί τον τίτλο της αντιπροσωπευτικής, άλλωστε πάντα οι προσωπικές επιλογές κινδυνεύουν να αδικούν το όλο έργο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ποιήματα Ασημίνας Λαμπράκου, «Έως επτά» ―από τον Κώστα Π. Δάρμο»

Χαρά Νικολακοπούλου, Ωδή στο κακό ―από την Κατερίνα Παπαδημητρίου

Χαρά Νικολακοπούλου, Ωδή στο κακό, Μικρή μελέτη για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη της Έμιλυ Μπροντέ, ΑΩ εκδόσεις, Αθήνα 2022

Ένα ανήθικο πάθος στην εκπνοή του ρομαντικού κινήματος και η γυναικεία γραφή

Η Χαρά Νικολακοπούλου, μετά την μελέτη της για το πεζογραφικό έργο του Γιάννη Σκαρίμπα από τις εκδόσεις poema, το 2016, επανέρχεται με μια ακόμα κριτική της μελέτη, για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη της Έμιλυ Μπροντέ. TαΑνεμοδαρμένα Ύψη είναι το μοναδικό μυθιστόρημα της Έμιλυ Μπροντέ, το οποίο εκδόθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1848. Παρά το γεγονός ότι έλαβε ανάμεικτες κριτικές όταν πρωτοκυκλοφόρησε και συχνά κατηγορήθηκε για απεικόνιση ανήθικου πάθους, στη συνέχεια αναδείχτηκε σε ένα από τα κλασικά έργα της αγγλικής λογοτεχνίας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χαρά Νικολακοπούλου, Ωδή στο κακό ―από την Κατερίνα Παπαδημητρίου»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Κλειστή στροφή

Στην Άρτεμις

Σ’ έφερα στο νου μου ξανά, βλέποντας τις ροδιές στην άσφαλτο να καταλήγουν στο γκρεμό. Δεν συναντιόμασταν συχνά, ήταν οι αναμνήσεις που στοίχειωναν μέρες ανύπαρκτες και βράδια στα σχοινιά. Μια λούπα σαν ρεφρέν που προσπαθούσε να σώσει ένα άνοστο τραγούδι.

Και ήξερα πως λίγοι σε κατάλαβαν και ακόμα λιγότεροι σε αγάπησαν. Χωρίς αμφιβολίες, όρους και στεγανά. Μονάχα με την όσφρηση, την όραση και την αφή. Ήσουν η βροντή, η έκλαμψη και η ταχύτητα. Ένα «φίλα με» στο χείλος της χαράδρας και ένα «άσε με» στο κατώφλι της εξώπορτας.

Ο Σελίν, ο Σενέκας και ο Μπωντλαίρ.

Μετά την Επίδαυρο προσπέρασα σε κλειστή στροφή χωρίς ορατότητα. Δεν γύρεψα ποτέ το λόγο ούτε έψαξα την απάντηση. Όπως έκανα και μαζί σου, ή όπως έπρεπε να κάνω κάθε που χανόμουν στους ατελεύτητους διαδρόμους της λογικής.

Τα φώτα απέναντι με τύφλωναν.

Μικροί θάνατοι σε κακοτράχαλους επαρχιακούς.

Το κουφάρι μιας πατημένης αλεπούς στην άκρη του δρόμου.

Γνώριζα πως η χτεσινή ήταν και η τελευταία φορά που σε είδα. Με τη σιγουριά του λογοτέχνη για το έργο του, του εραστή για την αποχώρηση του, του θανατοποινίτη για την εκτέλεση του.

Κυρίως δε με τον κυνισμό που απεχθανόταν τη φθορά, τον κατήφορο, τα σκοτάδια και τα σκέλεθρα…

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης