Λεωνίδας Καζάσης, Εις την βιβλιοθήκην

«Mα έχω γιό δεκατεσσάρων χρόνων που τυγχάνει του ενδιαφέροντος και της αφοσιώσεώς μου». Αποκρίθηκε η τριαντατετράχρονη βιβλιοθηκονόμος στις ερωτικές νύξεις του Μιχαήλ, ένα πρωινό του χειμώνα, που ο Μιχαήλ ξεφύλλιζε βιβλία λογοτεχνών στα ράφια μιας δημοτικής βιβλιοθήκης.

Ο Μιχαήλ εγνώριζε από καιρό την βιβλιοθηκονόμο, αφού δανειζόταν βιβλία από την βιβλιοθήκη, αλλά και έδινε σε αυτήν τις κατά καιρούς εκδιδόμενες συλλογές των ποιητικών κειμένων του. Είχε εκφράσει από την αρχή την συμπάθειάν του διά την παρουσίαν της βιβλιοθηκονόμου, και περίμενε τον χρόνο που ωριμάζει τις συνθήκες, για να διατρανώσει την επιθυμίαν του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Εις την βιβλιοθήκην»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο κύκλος που δεν κλείνει ―κυκλοφορεί

Από τις εκδόσεις Οδός Πανός

Ποια σκέψη έρχεται κάθε Ιούλιο;

 20 Ιουλίου 1974: Η μέρα τής εισβολής στην Κύπρο. Κι ύστερα η Μεταπολίτευση: Τότε που άρχισε το πάρτι και ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά γιατί έπεσε η χούντα· την ίδιαστιγμή που έπεφτε και η Κύπρος. Βγάλαμε τον γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μάς είχαν πριονίσει τοένα πόδι. Και κανείς στο πάρτι, δε σκεφτόταν πως χάσαμε έναν πόλεμο… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο κύκλος που δεν κλείνει ―κυκλοφορεί»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Κορμοί & Θραύσματα

 

Μικρή θεατρική σπουδή

[Αίθουσα νεκροτομείου. Παγωμένο φως, μεταλλικά κρεβάτια και μια μυρωδιά φορμόλης. Πράσινα σεντόνια, πράσινοι τοίχοι, ιατροί σκυφτοί πάνω από σωρούς. Ασκήσεις επί χάρτου όταν πια η αιωνιότητα μας έχει επιβληθεί στα σημεία. Σήμερα οι πρωτοετείς της ιατρικής σχολής βρίσκονται στην αίθουσα. Είναι η πρώτη επαφή με το μάθημα της ανατομίας. Δεν θα μπορούσαν να βρουν καλύτερη μέρα για να δοκιμάσουν όσα έμαθαν στα βιβλία. Έξω βρέχει και υπάρχει μια μελαγχολία παντού τριγύρω, κρεμασμένη από το πρωινό που αφήνει μια γεύση θανάτου ή ένα αίσθημα κινδύνου. Οι φοιτητές θα περιηγηθούν στα μεταλλικά φορεία. Πρέπει να μάθουν πώς μοιάζει μια μαχαιριά, πώς διαλύεται το ανθρώπινο κρανίο όταν το βλήμα βάλλει υπό γωνία, ακριβώς πάνω από τα ζυγωματικά. Ακόμη τι όψη έχει ένας κατακλυσμένος από τα εγκαύματα άνθρωπος ή την όψη των θυμάτων σοβαρών ασθενειών. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Κορμοί & Θραύσματα»

Μιχάλης Βλασόπουλος, Βουλησιαρχία

– Πως τόλμησες; Με τι δικαίωμα πήρες εσύ μια τέτοια απόφαση για εμένα;

Μανιακοί αιθέρες κατακλύζουν τον ουρανό. Δένουν και λύνουν άυλοι σε σπείρες και στροβίλους, διαφανείς μα τόσο άκαμπτοι σε πυγμή, τόσο στιβαροί σε πείσμα. Αμετανόητοι καταποντισμοί σφυροκοπούν το έδαφος. Οι σταγόνες τους με μεγέθη αδιανόητα σχίζουν, σαν βάρβαρες ορδές που επελαύνουν, καθέτως και οριζοντίως και λοξώς ότι βρεθεί στο πέρασμά τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μιχάλης Βλασόπουλος, Βουλησιαρχία»

Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, Αγρώστις ―από την Μαρία Κουλούρη

Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, Αγρώστις ―εκδόσεις 24 Γράμματα

Φτάνοντας το βιβλίο της Χρύσας Κοντογεωργοπούλου στα χέρια μου, έκανα το παιχνίδι που ακολουθώ τελετουργικά όταν συναντώ ένα καινούργιο βιβλίο. Άνοιξα τυχαία σε διάφορες σελίδες και διάβασα όπου έπεφτε το μάτι μου. Διάβασα : «ο Χρόνος πάλι Άχρονος στον θάνατο». Σκέφτηκα, ότι οι λέξεις «Χρόνος» και «Άχρονος» είναι γραμμένες με κεφαλαία άλφα, ενώ ο «θάνατος» με μικρό θήτα. Νίκη της ζωής, λοιπόν. Μετά διάβασα : «Η λυρική σκηνή είναι η τρέλα» και σκέφτηκα «ωραία, έχει ψυχή το θέμα, δεν θα χαθούμε σε νοήματα και εγκεφαλικά σχήματα». Στη συνέχεια διάβασα : «Κι είδαν από μακριά σα μια σκιά/ τον Ιωάννη να περνά». Και μεταφυσικό στοιχείο, σχολίασα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, Αγρώστις ―από την Μαρία Κουλούρη»

Βιρτζίνια Γουλφ, αυτή η μάσκα που κρυφοκοιτάζει

[…] Θε μου, τι απαίσια είναι η ζωή ! Τι βρώμικα παιιχνίδια μας παιζει -τη μια στιγμή είσαι ελεύθερος , την άλλη είσαι τούτο. Να ‘ μαστε πάλι ανάμεσα στα ψίχουλα και στις λερωμένες πετσέτες. Το λίπος στο μαχαίρι πάγωσε κιόλας. Αταξία , προστυχιά και σήψη μας περιβάλλουν. Βάλαμε στο στόμα μας τα σώματα νεκρων πουλιών. Μ΄αυτά τα ψιχουλα βουτηγμένα στο λίπος, τις λερωμένε πετσέτες και τα πτώματα των μικρων πουλιων πρέπει να πορευτούμε. Και πάλι απ΄την αρχή. Πάντα υπάρχει ο εχθρος. Μάτια πέφτουν στα μάτια μας · δάχτυλα σφίγγουν τα δάχτυλά μας. Ξανά η προσπάθεια. Φωναξε το γκαρσόνι. Πλήρωσε το λογαριασμό. Πρέπει να σηκωθούμε. Να βρούμε τα παλτα μας . Να φύγουμε. Πρέπει, πρέπει, πρέπει -φριχτή λέξη. Γι΄άλλη μια φορά, εγώ πού νόμιζα τον εαυτό μου άτρωτο, εγώ που είχα πει « Τώρα ξεμπέρδεψα μ΄όλα αυτά΄» ανακαλύπτω πως το κύμα μ΄έφερε τούμπα, σκόρπισε τα πράγματά μου και πρέπει τώρα να τα μαζέψω , να τα συγκεντρώσω, να επιστρατεύσω τις δυνάμεις μου, να σηκωθώ και ν΄αντιμετωπίσω τον εχθρό.

» Τι περίεργο -εμείς που υποφέραμε τόσο, να προκαλούμε τόσο πόνο στους άλλους. Τι περίεργο που το πρόσωπο κάποιου που μου είναι σχεδόν άγνωστος (κάποιος που ίσως συναντηθήκαμε κάποτε σ΄ένα πλοίο για την Αφρική- ένα πρόχειρο σκίτσο, μάτια, ρουθούνια, μάγουλα) θα είχε τη δύναμη έτσι να με προσβάλει. … Κι ωστόσο αυτή η σκιά που κάθισε μαζί σου μια-δυο ώρες , αυτή η μάσκα που κρυφοκοιτάζει μέσα από δυο τρύπες, έχει τη δύναμη να με ρίξει πίσω, να με καθηλώσει ανάμεσα σ΄όλα εκείνα τα άλλα πρόσωπα, να με κλειδώσει σ΄ένα σφυκτικό δωμάτιο, να με κάνει να φτερουγίζω σαν την πεταλούδα από κερί σε κερί…[…] ( σ. 212)

____________
Απόσπασμα τυχαίo, επιλογής της συγγραφέως Αλεξάνδρας Δεληγιώργη από «Τα κύματα» της Βιρτζίνια Γουλφ, εκδόσεις Κρύσταλλο, μτφρ:, Άρης Μπερλής, 1986.

Ζωή Κατσιαμπούρα, Η εμπειρία

Όταν, μετά τα μεσάνυχτα, μπήκαμε στο σπίτι, βγάλαμε παράλληλα ένα βαθύ αναστεναχτικό ιιιιιιιιιιιι, μας έπεσαν οι βαλίτσες από τα χέρια και ανάμεσα σε «πωπω!» και «τώρα;» αρχίσαμε να περιφερόμαστε στα δωμάτια για να δούμε όλα τα πορτάκια και τα συρτάρια ανοιχτά, όλα τα χαρτιά πεταμένα κάτω, όλες τις πετσέτες, τα σεντόνια και τα εσώρουχα στο πάτωμα, τα καλοκαιρινά κολιέ, κάτι παρδαλούδια, σκόρπια στο κρεβάτι και στο χαλί, ανάμεσα σε σακάκια και ζακέτες με τις τσέπες αναποδογυρισμένες. Και τσάντες αδειασμένες και χαίνουσες, όλα τα χαρτομάντιλα και οι μάσκες στο σωρό των πανιών. Και άδειες κοσμηματοθήκες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Η εμπειρία»