Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δυο λευκά Μαντήλια*

Αγγελική Χατζημιχάλη

Με φόντο το παραδοσιακό κατσούλι που κοσμεί σαν μια ιστορική συνέχεια τα κεφάλια των κοριτσιών στα χωριά του Ρουμλουκιού, γύρω από τον παλιό βάλτο των Γιαννιτσών.

Ανταπόκριση,
Η διεθνής, λαογραφική έκθεση πραγματοποιείται φέτος στην αθηναϊκή Ριβιέρα. Ο χώρος, κατάλληλα διαμορφωμένος έχει δεχτεί κάθε πιθανή διακόσμηση. Κάθε χώρα διαθέτει το δικό της περίπτερο. Ευρύχωρες κατασκευές στα χρώματα των εθνών, φορτωμένες με παραδοσιακές φορεσιές, σκεύη, παιχνίδια, βιβλία με σελίδες γυρισμένες σαν φλούδες αρχαίου πορτοκαλιού, ζαχαρένιες κούκλες από το Κάιρο της ένδοξης εγκατάλειψης. Κορίτσια και αγόρια σε υποδέχονται με ένα διαχρονικό χαμόγελο που σου υπόσχεται μια ανεπανάληπτη εμπειρία. Κορίτσια και αγόρια με όπλο τους την πολιτιστική παράδοση, αντιστέκονται στις πυρετώδεις επιθέσεις, στο αίσθημα του κινδύνου που αναδύει η εποχή μας. Η εκδήλωση θυμίζει φιέστα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δυο λευκά Μαντήλια*»

Δημήτρης Αθηνάκης, -attende-

Αρχείο 11/02/2012

Ποτέ ξανά ένα τραπέζι δεν έχει σταθεί με τόση ευχέρεια ανάμεσά μας
Άνη Κυπριάδη, Περπατώντας αργά στην κάμαρά μου

Ήρθες.
Ναι.
Ναι.
Πώς είσαι;
Εσύ;
Πού ήσουν;
Είχα πάει να… Προσπάθησα. Δεν… Ποτέ.
Λες ψέμματα.
Αλήθεια.
Τι αλήθεια; Ψέμματα.
Αλήθεια.
Ναι.
Τι ναι;
Σταμάτα. Δε με φοβίζουν αυτά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Αθηνάκης, -attende-«

Γιάννης Γκούμας, Ανθολογία 1985-2012

Αρχείο 14/08/2012

εκδόσεις Ποιείν

Σε ρε μπεμόλ

Πολύ πριν μάθει την αλφάβητο
προσάρμοσε δάκρυα και στα επτά φωνήεντα
και με στεφάνια μηδενικών ζωής
έτρωγε τον ήλιο στα δέκα νύχια του.
Το πρόσωπό του δεν γνώριζε άλλα πρόσωπα,
μόνο το αντισηπτικό χείλος της ευτυχίας·
τη φροντίδα που εκφυλίζεται σε λέξεις. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Γκούμας, Ανθολογία 1985-2012»

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Τα παράδοξα

Mια παραδοξότητα είναι ο εαυτός.
Φυτρώνει εκεί που δε τον σπέρνουν
κι ούτε καταλαβαίνει από αγραναπαύσεις
ή εποχές.

*

Κάθε κράτος το οποίο σέβεται τον εαυτό του
φροντίζει πρωτίστως να εξουδετερώσει,
από τα ήδη ταλαιπωρημένα εδάφη
της επικράτειάς του, το ενοχλητικό
και άκρως επιβλαβές ζιζάνιο
που η ακαδημαϊκή κοινότητα
έχει ονομάσει: έμπνευση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Τα παράδοξα»

Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Αγένεια της Αγάπης (Μικρές Ώρες)

Αρχείο 16/02/2012

Μερικές προσευχές χάνουν το δρόμο τους και έτσι αδέσποτα περιφέρονται σε μια γοητευτική δυσαρμονία, αλλά απόψε θέλω να υμνήσω την ατέλεια και να θρηνήσω για την επερχόμενη ευτυχία!

Πόσο παράξενο Αλήθεια είναι το γεγονός πως οι απλοϊκοί υπερτιμούν την Αγάπη, παραβλέποντας το γεγονός πως αυτή στην φύση της είναι αγενής και αδιάκριτη.

Εισβάλει συχνά τις πιο ακατάλληλες στιγμές και πάντοτε Ακάλεστη, Τι Αγένεια..!!!!!

02:18 Έχει ησυχία εδώ απόψε και όλα ως συνήθως πεθαίνουν στην ώρα τους, σχεδόν τίποτα δεν αλλάζει και τριγύρω τα αντίτυπα του αοράτου προτύπου επιμένουν πεισματικά στην επίπλαστη ευδαιμονία τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Αγένεια της Αγάπης (Μικρές Ώρες)»

Γρηγόρης Σακαλής, στους δρόμους της ζωής

Δυναστεία

Περήφανος
γι΄αυτά που απέκτησε
σ΄όλη του τη ζωή
κινητά κι ακίνητα
χρήματα και χρυσαφικά
προχωρεί με το κεφάλι ψηλά
στους δρόμους της ζωής
κι αισθάνεται
ανώτερος απ΄τους άλλους
μα αν καλοεξετάσεις
τη ζωή του
θα δεις τη σύζυγο του Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, στους δρόμους της ζωής»

Βάκης Λοϊζίδης, Ψεύτικο τζάκι ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Μανδραγόρας

H ποίηση δεν είναι ο τρόπος
να αποξηράνουμε τη ζωή

Τι να πω για τους ποιητές
που ρίχνουν συνθήματα
με την πεποίθηση
πως έτσι πυκνώνουν τον λόγο
Τους ποιητές
που μιλούν για παρθένες
στο ποίημα φορώντας την ανατροπή
σαν φτηνή κουρελού
αγορασμένη στο γιουσουρούμ
Σάββατο μεσημέρι
Τους ποιητές Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βάκης Λοϊζίδης, Ψεύτικο τζάκι ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Λευκές Ποδιές

Έργο στην αυγουστιάτικη σκηνή της πόλης
με έκδηλη την αγωνία

κηνικό αδειανής πλατείας μες στην καρδιά του Αυγούστου. Από κάπου φθάνει μια μουσική, κάτι λίγα αυτοκίνητα διασχίζουν την έρημη λεωφόρο. Βαθιά μες στην αστική βλάστηση που πνίγει την πλατεία ο ήρωας καπνίζει και γελά μονάχος του, σαν τους ευαίσθητους τρελούς αυτού του κόσμου. Κάθε τόσο βγάζει ένα χαρτί και διαβάζει δυνατά, σαν εκείνη η μικρή πλατεία να είναι ένα θέατρο με ακροβολισμένους θεατές. Θειάφι και χρυσόσκονη τριγύρω και αρκετή σιωπή, από εκείνο το είδος που φύεται στην πόλη τις πιο σκληρές μέρες του Αυγούστου. Κάθε τόσο ο ήρωας χάνει το κέφι του, κλαίει λυγμικά και ονειρεύεται πως η αποψινή νύχτα συνιστά απομεινάρι ενός κακού εφιάλτη.  Διαβάζει στο χαρτί, κάνοντας την ίδια ώρα κινήσεις σαν να διώχνει τον χρόνο που πετά τριγύρω με άγριες διαθέσεις.] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Λευκές Ποδιές»