Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι, Στ’ άγνωστου πελάγους την μακρινή ακρογιαλιά

Αρχείο 14/12/2011

ΕΓΩ

Στο καταστραμμένο
οδόστρωμα της ψυχής μου
τα βήματα των τρελών
πλέκουν τις ανελέητες φράσεις της πατούσας.
Εκεί όπου οι πόλεις
κρέμονται
στη θηλιά του σύννεφου
και πάγωσαν πάνω
στους πύργους
τα τεθλασμένα ουρλιαχτά –
πηγαίνω μόνος μου να κλάψω μ’ αναφιλητά
τους χωροφύλακες
που είναι σταυρωμένοι
στο σταυροδρόμι.

***

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΖΥΓΟ ΜΟΥ

Στ’ άγνωστου πελάγους την μακρινή ακρογιαλιά
φάνηκε το φεγγάρι –
η σύζυγός μου.
Η ερωμένη μου με τα πυρόξανθα μαλλιά.
Το πλήθος των πολύχρωμων αστερισμών τρέχει πίσω
από την άμαξα.
Στεφανώνεται με γκαράζ αυτοκινήτων,
φιλιέται με περίπτερα εφημερίδων,
ο υπηρέτης με μισόκλειστα μάτια θωρεί τα πέπλα
του γαλαξία
που ‘ναι στολισμένα με πολύχρωμες λάμψεις.
Κι εγώ;
Βρωμούσε η φλεγόμενη παλάντζα
των παγωμένων κουβάδων που έβγαιναν από
τα μάτια των πηγαδιών.
Στης λίμνης τα μεταξωτά λαμνοκοπούσες,
Και οι λαγόνες σου, σα βιολί κεχριμπαρένιο,
τραγουδούσαν;
Σε μέρη όπου μεγάλες είν’ οι στέγες
Με το καλάμι να ψαρέψεις δεν μπορείς.
Στις λεωφόρους θα πνιγώ, τυλιγμένος στην άμμο της
νοσταλγίας:
αυτή είν’ η κόρη σου –
το τραγούδι μου
φορώντας καρό κάλτσες
στις καφετέριες!

***

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΜΑ ΜΟΥ

Η μαμά μου βρίσκεται στις γαλάζιες ταπετσαρίες.
Κι εγώ βολτάροντας σα πλουμιστό παγόνι,
τα σγουροκέφαλα χαμομήλια, μετρώντας
τα βήματά μου, βασανίζω.
Κι ενώ το δείλι παίζει σε χορδές σκουριασμένες,
το παραθύρι πλησιάζω,
πιστεύοντας,
πως θα δω ξανά
το βροχοφόρο σύννεφο
να έρχεται καταπάνω στο σπίτι.
Η μαμά είναι άρρωστη
και θροΐζουν τα βήματα του κόσμου
από το κρεβάτι μέχρι την άδεια γωνιά.
Η μαμά ξέρει –
είναι οι σκέψεις της τρελής ανακατωσούρας
που ξεπετάγονται κάτω από τη στέγη του
εργοστασίου Σουστόβ.*
Κι όταν το μέτωπό μου, στεφανωμένο με καπέλο
τσόχινο,
θα ματοκυλήσει το αχνό πλαίσιο
θα πω,
τραντάζοντας με την μπάσα φωνή μου το ουρλιαχτό
τ’ ανέμου:
«Μαμά.
Αν αρχίσω να λυπάμαι
το βάζο των βασάνων σας
που έσπασε το τακούνι του χορού των νεφελών, –
ποιος θα χαϊδέψει τα χρυσά χέρια,
που η ταμπέλα έδεσε στην βιτρίνα του Αβαντσό**;…»

***

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ

Μ’ αρέσει να βλέπω να πεθαίνουν τα παιδιά.
Ξεσπώντας σε γέλια μήπως προσέξατε το σκοτεινό λοφίσκο
πίσω από την προβοσκίδα της μελαγχολίας;
Κι εγώ –
στ’ αναγνωστήριο των δρόμων –
συχνά-πυκνά ξεφύλλιζα τα πτώματα βιβλίων.
Το μεσονύχτι
με μουσκεμένα δάχτυλα
ψηλαφούσε εμένα
και τον αδιαπέραστο φράχτη,
και μαζί με τις σταλαγματιές της νεροποντής
κάλπαζε πάνω στη φαλάκρα του τρούλου
η σύναξη των τρελών.
Βλέπω τον Χριστό, να φεύγει απ’ την εικόνα,
κι η λασπουριά να του φιλά, κλαίγοντας,
την άκρη του ανεμόδαρτου χιτώνα.
Ουρλιάζω στον τοίχο,
τα οργισμένα λόγια μου μπήγονται σα μαχαίρι
στο πρησμένο κορμί τ’ ουρανού:
«Ήλιε!
Πατέρα μου!
Λυπήσου με και μη με βασανίζεις!
Μακριά κυλά το αίμα μου
που έχυσα για σένα.
Είν’ η ψυχή μου
τα κουρέλια του σκισμένου βροχοφόρου σύννεφου
στον πυρπολημένο ουρανό
στο σκουριασμένο σταυρό του καμπαναριού!
Χρόνε!
Τουλάχιστον εσύ, χωλέ των Θεών κόλακα,
τη μορφή μου ζωγράφισε
στο ναό του δύσμορφου αιώνα!
Είμαι μόνος, σαν το τελευταίο μάτι
εκείνου που πλησιάζει ένα τυφλό!».

1913
________________________________________
* Σουστόφ, βιομήχανος και εργοστασιάρχης.
** Κατάστημα έργων τέχνης.

Μετάφραση: Βίκα Σελιβάνοβα και Χλόη Χατζηγαννέλη, υπό την εποπτεία του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη (ΕΚΕΜΕΛ – Σεμινάριο Λογοτεχνικής μετάφρασης από τα ρωσικά, 2010-2011)

Photo: Rodchenko, Portrait of Mayakovsky, 1924