Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Deep Skin [2014]

Αρχείο 18.9.2014

Δυο μικρά μεταλλαγμένα πλάσματα, αυτό είχαμε γίνει. Άσχημα κι ελεεινά, μέσα στην διαβρωμένη ανοησία μιας εποχής που μας έπνιγε σαν δακρυγόνο. Μόνο που δεν είχαμε δάκρυα εμείς, δεν είχαμε καν δακρυγόνους αδένες. Δεν κλαίγαμε. Η λύπη μας ήταν ένας μεγάλος θυμός, μια έκρηξη που όποτε έβρισκε λόγο και τρόπο να αναδυθεί από τα μαύρα βάθη μας, έπαιρνε το πάνω χέρι, έσκαγε βίαια στον κόσμο και έσπερνε την καταστροφή.

Μας άρεσε να εμφανιζόμαστε πού και πού στον πάνω κόσμο, εκεί όπου λένε πως ζουν οι φυσιολογικοί. Εκεί όπου ζούσαμε κι εμείς πρωτύτερα.

Εμείς οι μεταλλαγμένοι είμαστε καταδικασμένοι να κυνηγάμε τα σκοτάδια μέσα στους υπονόμους, στις τρώγλες της πόλης, ανάμεσα στα ερείπια. Εκεί όπου ανθρώπινο ον δεν πατά ποτέ, παρά μόνο ποντίκια, σαύρες, νυχτερίδες και μαύρες σκέψεις ευδοκιμούν. Μόνο αρρώστιες και ουρλιαχτά.

Μέσα μας είχαμε μεγάλη σκληρότητα, οργή και έναν ανέκφραστο πόνο. Από όσα είχαν γίνει, από όσα περιμέναμε και δεν έγιναν και από όσα είχαμε αποκλείσει κι όμως τελικά μας είχαν διαλέξει να πέσουν πάνω μας αυτά. Οι αλλαγές πάνω μας δεν είχαν έρθει αυτομάτως. Σιγά σιγά, ένα χέρι, ένα πόδι, μια καρδιά, ένας αδένας, μια έμμονη ιδέα, έχαναν το δρόμο τους και ξέφευγαν από το σύστημα. Μεταλλάσσονταν σε κάτι παρεμφερές, παρόλα αυτά έχαναν δια παντός τις φυσικές τους ιδιότητες και την πρωταρχική τους λειτουργία. Από άνθρωποι αρχίσαμε σιγά σιγά να γινόμαστε τέρατα. Τρομακτικά πλάσματα χωρίς παρελθόν και μέλλον, εγκλωβισμένα σε ένα παράλογο παρόν. Όσα μας είχαν συμβεί μέχρι τότε προτιμούσαμε να τα ξεχνάμε. Λίγο λίγο μείναμε δίχως παρελθόν. Ποιος αντέχει να θυμάται μια ηλιόλουστη μέρα μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο ανθρώπους και χαρά, όταν ζει μια ατέρμονη νύχτα σε μια σήραγγα στα τρίσβαθα της γης συντροφιά με ποντίκια και δράκους;

Συναντηθήκαμε σε μια εξόρμηση στην πόλη, όπου είχαμε ανεβεί προς άγραν θυμάτων και θαυμάτων, αν μπορεί κανείς να ονομάσει έτσι τη στιγμιαία χαρά που μας προσέφερε ένα τρομαγμένο παιδικό βλέμμα στη γωνία ενός δρόμου, μια πνιχτή κραυγή από το στόμα της ανύποπτης γυναίκας που βιάζαμε κι αφήναμε αιμόφυρτη στο δρόμο ή τα ουρλιαχτά ενός κοιλαρά παντοπώλη που προσπαθώντας να μας βγάλει έξω από το μαγαζί κατέληγε διάτρητος από τη τζαμαρία της βιτρίνας του, πάνω στην οποία τον είχαμε εκτοξεύσει.

Εκείνη έψαχνε αντίδοτο στο δηλητήριο της νύχτας της, μου είχε πει. Εγώ πάλι έψαχνα εκδίκηση για την ύπαρξή μου την ίδια. Μόνο που, επειδή δεν ήξερα ποιον να εκδικηθώ, είχα αποφασίσει να τσακίσω τους πάντες. Και πρωτίστως τον εαυτό μου. Αργότερα ομολογήσαμε πως κατά βάθος ο ένας τον άλλον αναζητούσαμε, μόνο που τότε δεν το γνωρίζαμε αυτό, κι αν ακόμα το γνωρίζαμε σίγουρα δεν το είχαμε παραδεχτεί ούτε σε μας τους ίδιους.

Με εντυπωσίασε το φως που αναδύονταν από μέσα της, αυτή η παράξενη λάμψη της που φάνταζε παράταιρη για ένα πλάσμα του δικού της είδους. Μόλις την είδα, κάτι μέσα μου φώναξε «Εδώ!». Την πλησίασα εύκολα, ήταν και αυτή σε ευαίσθητη ώρα. Ανταλλάξαμε πρώην ονόματα και ιδιότητες, και την επόμενη στιγμή υποσχεθήκαμε να τα ξεχάσουμε δια παντός. Το κάναμε. Δυο εικόνες θα μέναμε ο ένας για τον άλλον, και μας ήταν αρκετό. Άλλωστε, στην τέχνη της εξαπάτησης ήμασταν και οι δύο άσσοι.

Μου είπε πως σε μένα την εντυπωσίασε η κυνική και απόλυτη ψυχρότητά μου. Η επιθυμία μου να της πιω το αίμα. Απόρησα, γιατί πρώτη φορά το άκουγα αυτό. Συνήθως οι άνθρωποι με πλησίαζαν για όσα νόμιζαν πως είχα να τους προσφέρω και όχι για όσα είκαζαν πως ήμουν ικανός να τους κλέψω. Δεν φοβήθηκε, μου είπε, να μοιραστεί μαζί μου λίγο φως. Αρκεί στο τέλος να την κόλλαγα λίγη από την αρρώστια που έκρυβα στις φλέβες μου, να έπαυε να σιγοκαίει ολομόναχη και αφόρητα θερμή στον ζοφερό μας κάτω κόσμο. Ήθελε να την βοηθήσω να σβήσει το φως της. Πρώτη φορά άκουγα για το δηλητήριο αυτού του είδους. Ποτέ ως τότε δεν είχα φανταστεί πως κάποιος θα έτρεχε να γλιτώσει από κάποιου είδους θέρμη, από το ίδιο του το φως. Μου άρεσε η προοπτική του παιχνιδιού, με ξεσήκωνε, αποφάσισα να δοκιμάσω.

Αφού ρημάξαμε την πόλη εκείνη τη νύχτα, αυτή καίγοντας σαν δάδες τους άτυχους περαστικούς που έπεφταν στα δίχτυα της νομίζοντας πως μέσα της θα έβρισκαν μια γάργαρη πηγή να δροσιστούν, κι εγώ όσες ανίδεες ήλπιζαν να τσακίσουν κάτω από το ψηλό τακούνι ή το κόκκινο νύχι τους την απόλυτη ψυχρότητα μου, πήραμε το δρόμο της επιστροφής προς τα ενδότερα. Χεράκι χεράκι, γελώντας σατανικά.

Ο κάτω κόσμος έγινε το υπέροχο βασίλειό μας. Μας περιέθαλψε σαν όστρακο που κλείνει μέσα του δυο μαύρα μαργαριτάρια και τα προστατεύει από τους αλιείς. Οι χαρακιές από τα νύχια μου γύρω από τα ολόλευκα μπράτσα της έγιναν πληγές που αφόρμισαν και αργούσαν τρομακτικά να κλείσουν. Τα στήθη της τα έκανα πεδίο μάχης και καταστροφής.

Ηδονιζόμουν να συντρίβω όλα όσα είχε μέσα της και την φώτιζαν αγγελικά. Στο συμμετρικό της πρόσωπό λάτρευα να φτύνω και να χύνω βρώμικο σπέρμα και ιώδη σάλια. Μέσα από την αποδόμησή της αναγεννιόμουν και άνθιζα. Της ρούφαγα το αίμα καλώντας την να μου απλώσει η ίδια το χέρι της και να με παρακαλέσει να πιω. Δεν μου έφερνε αντιρρήσεις, είχε απόλυτη ανάγκη την καταστροφή. Και το έβλεπα.

Tης άρεσε να μου κλέβει, ξύνοντάς με οδυνηρά, κομματάκια από τους πάγους μου, να διδάσκεται από τον άγριο κυνισμό μου. Να βασανίζεται απορροφώντας τους κραδασμούς της αχόρταγης λύσσας μου. Ήταν η μικρή μου μαθήτρια που συνάμα με δίδασκε και με απορροφούσε σε κάτι εξωφρενικό, τρελαμένο. Ηδονιζόταν με τις στιγμές της φρίκης μου, με θαύμαζε σαν έκπτωτο θεό, με λατρεία. Μου έλεγε πως λάτρευε κάθε στιγμή της ζωής μου, ακόμα και τις πιο τερατώδεις, μόνο και μόνο επειδή ήταν η δική μου ζωή. Της έλεγα πως δεν είχα παρελθόν να της αποκαλύψω, μιας και σε κάθε μου ανάμνηση έβλεπα να πρωταγωνιστεί η δική της μορφή.

Με έβαζε να πρωταγωνιστώ στους εφιάλτες της και να γίνομαι η κινητήριος δύναμη της διαστροφής της. Μαζί μου απολάμβανε τον πόνο λες και ήταν η πρώτη της φορά που κάτι την πονούσε. Εκλιπαρούσε για την ταπείνωση, την περιφρόνηση, την παγωμένη μου ανάσα, έτρεμε σαν το παιδί που κλαίει κι οδύρεται πάνω στο βυζί μιας στεγνωμένης μάνας για λίγη μάταιη ζωή, όταν δεν την κοιτούσα. Της υποσχόμουν πως τα χατίρια της δεν θα της τα καθυστερούσα ποτέ, και έκανα το παν για να κρατώ την υπόσχεσή μου.

Ζούσαμε παράξενα, αλλόκοτα μονιασμένοι, και οι δυο φρικτοί. Οι καυγάδες μας μάς άφηναν ξέπνοους, να παλεύουμε με ενδεχόμενα και καταστάσεις που ελάχιστα μας είχαν απασχολήσει στο παρελθόν. Παρόλα αυτά ένιωθα – και νομίζω κι εκείνη – πως αυτό το παραμορφωμένο μόνοιασμα που μοιραζόμασταν ανάμεσα στις ιαχές ήταν ό, τι σημαντικότερο και απολύτως ταιριαστό για μας τους δυο σε αυτό τον άτυχο πλανήτη. Γλείφαμε ο ένας τις πληγές του άλλου και αλληλοθεραπευόμασταν. Πρόσκαιρα μα δυνατά. Ανάμεσα σε αφόρητες σεισμικές δονήσεις και γλυκό κολύμπι σε ήρεμα νερά. Ανάμεσα σε δυσθεώρητα ύψη ερωτικής επιθυμίας και απύθμενα σκοτάδια αυτοκαταστροφής και ματαιότητας. Ζούσαμε κολλημένοι, τυφλοί και κουφοί, μόνοι και μαζί, κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους του αυτοσχέδιου υγρού κελιού μας. Δυο υψιπετή πουλιά του κάτω κόσμου, χωρίς βλέφαρα ή φτερά, μόνο με λέπια και γλίτσα μέσα στα μάτια. Και λατρεία για το άρρωστο ποιον μας, που στα μάτια μας κόντευε να απεικονιστεί αγγελικό.

Μου άρεσε να την βλέπω να βασανίζεται οικτρά μπροστά στην άθραυστη καρδιά μου. Απολάμβανε ως το μεδούλι της το σπαραγμό μου μπροστά στις εκλείψεις της. Ήμασταν το τέλειο σαδομαζοχιστικό ζευγάρι. Πέθαινα να την σέρνω στο χώμα, να την μαστιγώνω με βρισιές, να της κλείνω το στόμα φυλακίζοντας τις κραυγές της. Αγαπούσε σαν αδερφό τον ακρωτηριασμένο εαυτό μου. Τις πληγές και τις ανημπόριες μου. Μου δινόταν απόλυτα, σχεδόν με μίσος. Της δινόμουν ακόμη περισσότερο, πέφτοντας πάνω της σαν φαλτσέτα που έχει ανάγκη να τριφτεί σε άσπιλο δέρμα παρθένας.

Από μια διεστραμμένη άποψη, τόσο καιρό μετά, κοιτώντας πίσω, θα έλεγα πως εμείς οι δύο, αυτά τα δυο λυπηρά μεταλλαγμένα τέρατα, αυτές οι δυο χαμένες στιγμές του χρόνου, εκείνο τον καιρό είχαμε καταφέρει να αγαπηθούμε πραγματικά. Με πάθος. Η μαύρη τρύπα που μας έκρυβε, το θλιβερό μας σπίτι, για λίγο είχε γεμίσει ελπίδα. Το σκοτάδι της είχε διαλυθεί, το δηλητήριό της είχε πάψει να την σκοτώνει. Οι φρίκες και οι θυμοί μου είχαν αρχίσει να λιώνουν μαλακά. Εκεί όπου παλιότερα έβλεπα μόνο εκδορές τώρα είχα αρχίσει να βλέπω και να χρειάζομαι χάδια.

Ο καιρός πέρασε κι εμείς οι δυο είχαμε αρχίσει να γινόμαστε ένα. Σκίζαμε ο ένας τις σάρκες του αλλουνού και χώναμε δικά μας κομματάκια μέσα. Φτύναμε το σάλιο μας στο απέναντι στόμα και αφήναμε να κυκλοφορούν ελεύθερα μεταξύ μας τα μικρόβια, το βάλσαμο, η χολή και η γλυκιά νάρκη της εξομοίωσης. Δεν καταλαβαίναμε τότε πως το κάναμε αυτό. Δεν καταλαβαίναμε πως άρχιζε να συμβαίνει.

Ρουφούσαμε αχόρταγα ο ένας τον άλλον, δυνατά. Ήθελε να γίνει εγώ και ήθελα να γίνω εκείνη. Στις ελάχιστες κουβέντες μας που δεν καταλήγαμε να σερνόμαστε ημιθανείς ο ένας στα πόδια του αλλουνού, βεβαιώναμε ο ένας τον άλλον πως κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ποτέ. Πως δεν το είχαμε σκοπό ούτε ανάγκη. Εξάλλου δυο μοναχικά τέρατα όπως εμείς, ακόμη κι ερωτευμένα, συνεχίζουν μέχρι την τελευταία τους στιγμή να φοβούνται την οριστική και αμετάκλητη ένωση με τον Άλλον.

Η αρρώστια του καιρού όμως είναι κολλητική. Κανείς δεν της γλιτώνει. Ένα πρωί ξυπνήσαμε μαζί, στο ίδιο κρεβάτι, κοιτάξαμε δεξιά και αριστερά και αυτό που αντικρίσαμε μας έκανε να τιναχτούμε. Δεν ήμασταν πια εμείς οι δύο ξαπλωμένοι χέρι χέρι στο σάπιο στρώμα του υπόγειου κρεβατιού μας. Γύρω μας δεν υπήρχαν τα όργανα των αγαπημένων βασανιστηρίων μας. Δεν ήταν Εκείνη και δεν ήμουν Εγώ. Ήμασταν δύο άλλοι. Άγνωστοι. Φρικτοί. Σιχαμένοι. Δεν αναγνώρισα το πρόσωπό της, κι εκείνη έφριξε με τη δική μου εικόνα. Η φρίκη αυτή ήταν πρωτόγνωρη, δεν είχε τίποτε κοινό με κείνη τη μεγαλειώδη απέχθεια, την αμοιβαία αναγνώριση της βρωμιάς και του μεγαλείου που κάποτε μας είχαν φέρει κοντά. Ορμήσαμε έξω από το δωμάτιο και αρχίσαμε να τρέχουμε αλαφιασμένοι. Στο τέλος του τούνελ δεν υπήρχε φως. Υπήρχε μόνο ένα αδιέξοδο, απλό και συνηθισμένο.
Σπάσαμε τα δόντια μας στον τοίχο της απλότητας, οι μύτες μας θρυμματίστηκαν πάνω στην απομάγευση του χρόνου, τα σαγόνια μας διαλύθηκαν από την πρόσκρουσή μας στο κρύο τσιμέντο μιας κανονικότητας που απειλούσε να μας ρουφήξει σε μ ια γιγάντια κρεατομηχανή. Πέσαμε κάτω ανήμποροι, απορημένοι. Μείναμε μέρες εκεί, να τρώμε τα ξεραμένα αίματά μας, να πίνουμε τα κάτουρα, να κοιμόμαστε πάνω στη βρωμιά της υπόγειας στοάς. Να απορούμε.

Ο χρόνος περνούσε, εμείς μέναμε ακίνητοι και τρελοί. Με έξυνε με τα νύχια της και της ζέσταινα την πλάτη. Με νανούριζε να κοιμηθώ και της έδιωχνα τους εφιάλτες. Προσπαθούσαμε να παρηγορηθούμε, να πούμε πως όχι, δεν συμβαίνει αυτό, πως εμείς δεν γινόταν ποτέ να γίνουμε σαν τους άλλους. Με τάιζε τις άκρες από τα δάχτυλά της και την πότιζα σάλιο αλμυρό και παλιές φαντασιώσεις. Με μαλάκωνε όταν αγρίευα και την ξυπνούσα όταν πήγαινε να σβήσει. Συμφιλιωνόμασταν. Ο πάτος του υγρού κελιού είχε γίνει το καινούριο μας σπίτι. Το τσιμεντένιο αδιέξοδο που είχε κρύψει τη μεταμόρφωσή μας, εκείνη που δεν είχαμε αντέξει εκείνο το καταραμένο πρωινό, σιγά σιγά μας τύλιγε σαν γάζα. Δεν ξεφύγαμε ποτέ. Ακόμα κι αν οι πραγματικοί μας εαυτοί ζουν χωριστά αιώνες και έτη φωτός πια, ο ένας μακριά από τον άλλον.

Οι εαυτοί εκείνοι ξεχάστηκαν. Δεν θα ξαναβρεθούν ποτέ μπροστά μας. Τώρα πια, δύο άλλοι εκείνη κι εγώ, σερνόμαστε σαν αγαπημένα, πληγωμένα σκουλήκια ο ένας δίπλα στον άλλον σιωπηλά. Δεν ξέρω τι απέγιναν εκείνοι οι δυο ωραίοι εμείς του κάτω κόσμου, οι παλιοί εαυτοί μας. Το μόνο που ξέρω πως οι δυο καινούργιοι εμείς, οι δυο συγκάτοικοι του φωτεινού αδιεξόδου, του αδιεξόδου που με τα μάτια μας και μόνο καταφέραμε να φωτίσουμε πρόσκαιρα και ξαφνικά, προχωράμε δίπλα δίπλα στον πανικό, αφήνοντας ξωπίσω μας σαλιωμένα και γλιδερά ίχνη.

Παράλληλα όμως, πλέον. Όχι χέρι χέρι. Αλλάξαμε μορφή. Αλλάξαμε κατευθύνσεις. Την τέχνη της εξαπάτησης την ασκούμε πια σε ξεχωριστά τοπία.

*

©Μαρία Πετρίτση
φωτο©Στράτος Φουντούλης, “Druivenfest 2011″ -Hoeilaart