Κατερίνα Ευαγγέλου–Κίσσα, Δομήνικος [2015]

Αρχείο 22.1.205

fav-3

Βενετία, 1567.

To εργαστήριο του δον Τιτσιάνο Βετσέλλιο[1] έσφυζε από ζωή. Κοσμοσυρροή κανονική. Μαθητευόμενοι αλλά κι επίδοξοι αγοραστές πηγαινοέρχονταν με διαφορετικούς ρυθμούς μέσα στις αίθουσες, αλλά και έξω στη μικρή αυλή της εισόδου. Μουσαμάδες όλων των μεγεθών ακουμπούσαν σε κάθε τοίχο. Άλλοι ήταν ήδη περασμένοι σε τελάρα κι άλλοι ήταν τυλιγμένοι σε ρολά, έτοιμοι για επεξεργασία. Η μυρωδιά των χρωμάτων πότιζε όλη την ατμόσφαιρα καθώς ξεχύνονταν από τα ανοιχτά τενεκέδια, που υπήρχαν δίπλα σε κάθε στημένο καβαλέτο. Μικροί σωροί από διαφόρων μεγεθών πινέλα βρίσκοταν παραταγμένοι ανά μέγεθος σε ένα μακρόστενο πάγκο στην αίθουσα διδασκαλίας. Εκεί μπορούσες να βρεις επίσης σφουγγάρια, καθαρά πανιά, μικρά μπρούτζινα δοχεία για τον καθαρισμό των πινέλων, γυάλινα μπουκάλια με παπαρουνέλαιο καθώς και καθαρές ξύλινες παλέτες ζωγραφικής.

Τα έργα που ήταν ζωγραφισμένα, ήταν τοποθετημένα με ιερή ευλάβεια σε μια χωριστή ευρύχωρη αίθουσα, είτε στηριγμένα σε καβαλέτα, είτε ακουμπούσαν στο πάτωμα, ανάλογα το μέγεθος. Μπορούσες να δεις κάθε λογής θέματα: προσωπογραφίες, θρησκευτικά έργα, ιστορικές και μυθολογικές σκηνές. Τα περισσότερα ήταν ζωγραφισμένα σε μουσαμάδες, κυρίως τα μεγάλα, αν και υπήρχαν και μερικά που ήταν ζωγραφισμένα σε λεπτά ξύλινα κάδρα, τακτοποιημένα το ένα μπροστά από το άλλο σε πλήρη αρμονία.

Εκεί συνάντησε τον Τισιανό.

Στεκόταν μόνος του μπροστά από ένα τρίπτυχο, εξετάζοντάς το με ένα αδιόρατο ύφος αποδοκιμασίας. Όταν αντιλήφθηκε την παρουσία του είπε φωναχτά, περισσότερο σαν να μιλούσε με τον εαυτό του: «ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο, να το θυμάσαι αυτό από μένα». Έπειτα γύρισε προς το μέρος του και τον κοίταξε διερευνητικά.

-Πως σε λένε μικρέ; του είπε.

-Δομήνικο. Δομήνικο Θεοτοκόπουλο.

-Κι από που είσαι;

-Από την Ελλάδα δάσκαλε, μ’ έστειλε να με δεις ο δον Κλόβιο[2], είμαι ο νέος ζωγράφος από την Κρήτη…

-Δεν πιστεύω να περιμένεις να σε θυμάμαι μ’ αυτό το όνομα, έτσι?, του απάντησε εκείνος τρίβοντας το πηγούνι του. Μετά έκανε μια αργόσυρτη παύση και τέλος χαμογελώντας του είπε:

-Θα σε φωνάζω Ελ Γκρέκο.

Έπεσε στα γόνατα και έκλαψε μες στις χούφτες του μ’ αναφιλητά. Έφυγε ο δάσκαλος. Μόλις του ‘χαν μηνύσει ότι ο Τισιανός διάβηκε τον Αχέροντα. Στο μυαλό του ήρθε πάλι εκείνη η εικόνα, πριν δέκα χρόνια που τον πρωτογνώρισε. Τότε που μόλις είχε εγκαταλείψει την Κρήτη, ακολουθώντας την καρδιά του και το ταλέντο του στο δρόμο προς τα μεγάλα εργαστήρια της Βενετίας.

Τώρα, τα τριανταέξι του χρόνια τον έβρισκαν στο Τολέδο της Ισπανίας, εκεί που τον πήγε το ρεύμα της εξέλιξης, η ανάγκη του για δημιουργία. Είχε στήσει το δικό του εργαστήριο, είχε πέντε μαθητευόμενους κάτω απ’ τις οδηγίες του και άλλους τόσους να περιμένουν να τους πάρει κοντά του. Δεν ήταν πια ο άγνωστος νεαρός ζωγράφος της πρώτης του νιότης. Τώρα όλοι τον ήξεραν με το όνομά του – Domenico Greco.

Το εργαστήριό του είχε και μια αίθουσα μονάχα για κείνον. Εκεί είχε ξεκινήσει να φιλοτεχνεί ένα ρετάμπλ[3] σε ξύλο, απαρτιζόμενο από επτά κομμάτια, σε επιβλητικά μεγάλο μέγεθος. Ήταν ειδική παραγγελία που θα κοσμούσε  το χώρο πίσω από την Αγία Τράπεζα στην εκκλησία του Αγίου Δομήνικου.[4] Εκεί μπροστά τον βρήκε το άσχημο μαντάτο. Την ώρα που πάλευε να εμπνευστεί τη μορφή του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή. Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε το κενό, εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει το πρόσωπο. Κι έμεινε εκστασιασμένος, άλαλος να κοιτάζει εκεί, με τα μάγουλά του μουσκεμένα στα δάκρυα.

Ξαφνικά άκουσε το σούρσιμο απ’ τα φουστάνια της στις πλάκες του πατώματος και τα βιαστικά της βήματα να τον πλησιάζουν. Γύρισε αργά και είδε την Χερόνιμα[5], να σκύβει κι αυτή κοντά του με την αγωνία να διαγράφεται καθαρά στο ανήσυχο βλέμμα της.

-Que pasa? Maestro… habla conmigo…,[6] τον ρώτησε σχεδόν ικετευτικά.

Άπλωσε το χέρι του και της άγγιξε απαλά το μάγουλο.

-Esto es nada…esto es nada… No te preocupes querida, της ψιθύρισε, mis oraciones fueron contestadas pronto.[7]

Κι έπειτα γύρισε ξανά προς τον πίνακα και χαμογελώντας αχνά μονολόγησε: «Ουδέν κακόν αμιγές καλού».

Εκείνη τον κοίταξε γεμάτη απορία, μα ήξερε πως δεν θα του ‘παιρνε ούτε λέξη τούτη την ώρα. Κι είχε δίκιο, της έκανε νόημα να φύγει και γύρισε προς τον πίνακα, σηκώθηκε, σκούπισε τα μάτια του κι έπιασε την παλέτα και το πινέλο του.

Χρόνια αργότερα, όταν πήγαινε με το μικρό του γιό Χόρχε Μανουέλ[5] στον Άγιο Δομήνικο, σήκωνε το χέρι του ψηλά και του έδειχνε τον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή. «Μοιάζει πολύ με το δάσκαλό μου, του έλεγε, τότε στα χρόνια της Βενετίας…». Κι αναστέναζε με μια γλυκιά νοσταλγία, με μια κρυφή ευχαρίστηση, που μπόρεσε και κείνος να προσφέρει κάτι στο δάσκαλο που του άνοιξε το δρόμο.

________________
Επεξηγήσεις (πηγή: Wikipedia)
[1]. Τιτσιάνο Βετσέλλιο: o Τιτσιάνο Βετσέλλιο (Tiziano Vecellio ή Vecelli, π. 1485/90 – 27 Αυγούστου 1576), ευρύτερα γνωστός και ως Τισιανός ή Τιτσιάνο, ήταν Ιταλός ζωγράφος της Αναγέννησης, κοντά στον οποίο μαθήτευσε ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος.
[2]. Τζούλιο Κλόβιο: Δον Τζώρτζιο Τζούλιο Κλόβιο (Giorgio Giulio Clovio or Juraj Julije Klović (1498 – Ιανουάριος 5, 1578), ήταν Κροάτης ζωγράφος της Αναγέννησης στην Ιταλία. Επιστολή του ίδιου στον προστάτη του, καρδινάλιο Αλεσάντρο Φαρνέζε, περιγράφει τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο ως έναν «νεαρό από τον Χάνδακα, μαθητή του Τιτσιάνο» και «σπάνιο ταλέντο στη ζωγραφική». Σώζεται προσωπογραφία του (λάδι σε μουσαμά) δια χειρός Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.
[3]. Ρετάμπλ: ονομάζονται οι θρησκευτικολειτουργικές κατασκευές, οι οποίες περιλαμβάνουν έναν ή περισσότερους πίνακες και κοσμούν τον χώρο πίσω από την αγία τράπεζα των καθολικών εκκλησιών.
[4]. Αναφορά στο μεγάλο ρετάμπλ με κεντρικό θέμα την Ανάληψη της Παναγίας, φιλοτεχνημένο εξ ολοκλήρου (ανέλαβε επίσης το αρχιτεκτονικό σχέδιο του ρετάμπλ και άλλα διακοσμητικά στοιχεία του) από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο για τη μοναστηριακή εκκλησία του Αγίου Δομήνικου του Παλαιού (Santo Domingo el Antiguo), στο Τολέδο της Ισπανίας.
[5]. Χερόνιμα: Δόνα Χερόνιμα ντε λας Κουέβας (Doña Jerónima de Las Cuevas). Ο Γκρέκο δεν παντρεύτηκε την Χερόνιμα ντε λας Κουέβας, ωστόσο αναγνώρισε τον γιό που απέκτησε μαζί της, τον Χόρχε Μανουέλ, και συμπεριέλαβε την ίδια στη διαθήκη του.

Μεταφράσεις
[6]. Que pasaMaestro… habla conmigo: Τι συμβαίνει? Δάσκαλε… μίλησέ μου…
[7]. Esto es nadaesto es nada… No te preocupes querida, (της ψιθύρισε), mis oraciones fueroncontestadas pronto: Δεν είναι τίποτα, δεν είναι τίποτα. Μην ανησυχείς αγάπη μου, (της ψιθύρισε), οι προσευχές μου μόλις απαντήθηκαν.