Γιώργος Μπίζας, Το στέκι του Θανάση [2015]

Αρχείο 7.2.2015

fav-3

Η κυρία Ευγενία συνηθίζει τα τελευταία χρόνια να πηγαίνει κάθε Παρασκευή στη λαϊκή αγορά του Παγκρατίου, στην οδό Κρησίλα- κατά τους θερινούς μήνες. Παλιότερα πήγαινε ο άντρας της, ο Θωμάς, μα την άφησε χήρα νωρίς. Από τότε περνούσε μόνη της ήρεμα τις μέρες, μέχρι που ο γιος της μετακόμισε στο σπίτι της, στην οδό Αρχελάου, με την γυναίκα του και την εγγονή της , λόγο της κρίσης.

Ο Κωστής έμεινε άνεργος στο πρώτο μνημόνιο και η Δέσποινα απολύθηκε από τη δουλεία της στο δεύτερο μνημόνιο. Ήταν δύσκολο πλέον να μένουν στο ενοίκιο και να καλύπτουν τις ανάγκες τους με το επίδομα του ΟΑΕΔ. Ζούσανε πια και με τη σύνταξη της γιαγιάς, που μειώθηκε σταθερά και στα δύο μνημόνια και μετά από την τελευταία περικοπή, έφτανε λίγο πάνω από τα πεντακόσια ευρώ. Μόνο η μικρή Ευγενία ή Τζένη, όπως τη φώναζαν, χαιρόταν για αυτή την αλλαγή καθώς θα ήταν κάθε μέρα με τη γιαγιά της. Την αγαπούσε πολύ και ήθελε τη συντροφιά της.

Έτσι και αυτή την Παρασκευή, η κυρία Ευγενία ετοιμάζεται για τη βόλτα της στην αγορά. Ήταν τέλη του Σεπτέμβρη και έκανε τόση ζέστη που έμοιαζε με μέσα του καλοκαιριού. Μαγείρεψε σπανακόρυζο και περίμενε να περάσει λίγο η ώρα για να πάνε στη λαϊκή και να πετύχει καλύτερες τιμές. Η γιαγιά Ευγενία φόρεσε το μπλε καρό φουστάνι της, χτένισε τα λευκά μαλλιά της και τα έπιασε κότσο. Δίπλα της η Τζένη, που είχε κλείσει τα εννιά της χρόνια τον περασμένο μήνα, φορούσε το λευκό αμάνικο φουστανάκι της. Με ίδιες κινήσεις έφτιαξε τα μαλλάκια της όμοια με της γιαγιάς, κάνοντας χορευτικές φιγούρες μπροστά στον καθρέφτη. Στο τέλος έβαλαν από λίγο άρωμα τριαντάφυλλο στο λαιμό τους και μοσχοβόλησε το δωμάτιο.

Μόλις ετοιμαστήκανε, κατεβήκανε τις τσιμεντένιες σκάλες από το διώροφο που μένανε και βγήκανε στον δρόμο. Πιασμένες χέρι χέρι άρχισαν να ανεβαίνουν την Σπύρου Μερκούρη, βαδίζοντας στο πλατύ πεζοδρόμιο. Η μικρή χοροπηδούσε ανέμελα, όταν άρχισε να τραγουδάει:

-Που είσαι Θανάση; Που είσαι Θανάση; Ήθελα να σε αντάμωνα η γρουσουζιά να σπάσει.

-Σταμάτα βρε ζουζούνι. Θα γίνουμε ρεζίλι! Που το άκουσες αυτό και σου κόλλησε; Της είπε η γιαγιά, χωρίς να την μαλώνει, γλυκά και με γέλια. Αλλά ξάφνου σκοτείνιασε το βλέμμα της.

Που να είσαι αλήθεια Θανάση; Σκέφτηκε και θυμήθηκε τα παλιά …

Στο μυαλό της ήρθε ο παιδικός της φίλος και γείτονας, ο πρώτος της έρωτας ο Θανάσης. Λίγο μεγαλύτερος της στα χρόνια, θα ήταν τώρα εξήντα πέντε. Την είχε ερωτευθεί πολύ και μόλις τέλειωσε τον στρατό, δούλευε ως ξυλουργός και πήγε στον πατέρα της Ευγενίας να τη ζητήσει σε γάμο. Εκείνος ούτε να ακούσει δεν ήθελε για τον Θανάση. Ήξερε πως είναι καλό παιδί μα ήταν φτωχός και αμόρφωτος. Δεν προόριζε την κόρη του για αυτόν, μα για τον δάσκαλο τον Θωμά που ήταν ευκατάστατος και τα είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους, να την παντρευτεί.

Η Ευγενία τον αγαπούσε και αυτή. Βγαίνανε στα κρυφά κάποιες φορές και πηγαίνανε στο πάρκο- εκεί την φίλησε για πρώτη φορά. Η μάνα της γνώριζε και δε μίλαγε. Μα μόλις τα έμαθε ο πατέρας της, ήταν ανένδοτος. Την έκλεισε στο σπίτι, την φοβέρισε, την χτύπησε και της είπε να μην τον ξαναδεί, παράλληλα μήνυσε στον Θωμά να ετοιμάζεται για τον γάμο. Σε ένα χρόνο είχε παντρέψει την κόρη του με τον δάσκαλο. Ο Θανάσης απογοητευμένος, από την εξέλιξη, εξαφανίστηκε από τη γειτονιά. Κάποιοι είπαν πως πήγε μετανάστης στη Γερμανία, άλλοι πως παντρεύτηκε και ζούσε στη Θεσσαλονίκη και μερικοί πως δούλευε σε ένα ξυλουργείο στην Καλλιθέα. Η αλήθεια είναι πως δεν τον ξαναείδε κανείς, από τότε.
Μέχρι εδώ και λίγο καιρό. Όπου εμφανίστηκε ξαφνικά ένας άστεγος, που οι πιο παλιοί στη γειτονιά λένε πως του μοιάζει πολύ -αν βγάλεις τα σαράντα χρόνια που έχουν περάσει. Συνηθίζει να ζητιανεύει έξω από τον προφήτη Ηλία και το super market. Η κυρά Μαίρη, που του δίνει φαγητό κάπου κάπου, ορκίζεται πως μια μέρα της είπε πως τον λένε Θανάση. Η Ευγενία τον είχε αντικρύσει μια φορά, δεν μιλήσανε μόνο αντάλλαξαν ένα βλέμμα και ήταν σίγουρη πως είναι αυτός… Μα πάνε δύο εβδομάδες που έχουν να τον δουν, στα στέκια του.

Είχαν φτάσει πια στους πρώτους πάγκους της λαϊκής. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και ο κόσμος έτρεχε να αγοράσει τα προϊόντα πιο φθηνά. Καθώς ανηφόριζαν τον δρόμο, προς την πλατεία Βαρνάβα, άκουγαν τους μανάβηδες να διαλαλούν:

-Έλα πάρε πάρε, όλα φρέσκα λέμε.

-Φράουλες Μανωλάδος γλύκες τρία το κιλό. Αίμα στάζουν!

Σε λίγο φτάσανε στον Μάκη με τα πορτοκάλια.

-Μέλι τρέχει , το στύβεις και λούζεσαι. Καλώς την κυρία Ευγενία και την μικρή πριγκίπισσα.

-Γεια σου κύριε Μάκη, είπε με νάζι η Τζένη.

-Έχεις δει εκείνο τον άστεγο… τον Θανάση; Ρώτησε διστακτικά η Ευγενία, βάζοντας μερικά πορτοκάλια σε μια νάιλον σακούλα.

-Όχι κυρία μου! Μα λένε, πως κάποιοι από δαύτους κοιμούνται το μεσημέρι στο άλσος, που έχει δροσιά.

Πήραν δύο κιλά πορτοκάλια και προχώρησαν. Σήμερα είχε αρκετή ζέστη για να πάνε όλη την ανηφόρα και να φτάσουν μέχρι το τέλος του δρόμου. Ψώνισε ακόμα λίγες πατάτες, ένα μαρούλι και λίγα χόρτα. Δεκαπέντε ευρώ είχε στην τσέπη και ένιωθε άσχημα να τα χαλάσει όλα. Πέρασαν την οδό Ευτυχίδου και μπήκαν στο δάσος, να κόψουν δρόμο για το σπίτι.

-Γιαγιάκα να κάτσουμε λίγο και στις κούνιες;

– Ναι , αλλά να μην αργήσουμε.

Η Τζένη χαμογέλασε με ικανοποίηση και έστριψαν μετά την είσοδο δεξιά στο πλακόστρωτο μονοπάτι. Ήταν ήσυχα και τα πυκνά φυλλώματα των ευκαλύπτων συγκρατούσαν τον ζεστό ήλιο, που είχε φτάσει στη μέση της ημέρας. Σε λίγο έφτασαν σε μια μικρή πλατεία, που είχε στο κέντρο της, ένα κυκλικό πέτρινο πανέρι γεμάτο φυτεμένες δάφνες και γύρω του περιμετρικά πολλά ξύλινα παγκάκια. Πάνω τους, ήταν ξαπλωμένοι άστεγοι, βρώμικοι και ταλαιπωρημένοι. Φαίνεται να κοιμόντουσαν, μιας και τα πρόσωπά τους ήταν στραμμένα προς την πράσινη ράχη των πάγκων.

Μόνο ένας από αυτούς είχε στραμμένο το κεφάλι του προς τον δρόμο. Ήταν ξαπλωμένος με κλειστά τα μάτια ,στο πλάι και με τα δύο του χέρια στο προσκέφαλο για μαξιλάρι.. Το πρόσωπο του ήταν γεμάτο γένια, ιδρωμένο μα χαμογελαστό. Ήταν αυτός… Ο Θανάσης.

Η κυρία Ευγενία πλησίασε στο παγκάκι και κάθισε στο κενό που άφηναν τα πόδια του. Τον κοίταξε για λίγο και θέλησε με το χέρι της να του χαϊδέψει το μέτωπο, μα δίστασε, καθώς δεν ήθελε να τον ξυπνήσει. Πως πήγαν τα πράγματα έτσι; Αναρωτήθηκε και οι μνήμες ζωντάνεψαν στο μυαλό της. Πως θα ήταν η ζωή τους αν δε χωρίζανε τότε; Σκέψεις την κυρίευσαν και ενοχές για ότι δεν έγινε και για αυτό που έβλεπε σήμερα. Πως θα γινόταν να άλλαζε της μοίρας τα σχέδια; Να τον έπαιρνε να μείνει μαζί τους; Μα τα παιδιά της, η εγγονή της- τι θα τους έλεγε; Την τρόμαζε αυτό το παιχνίδι των αναμνήσεων και ένιωθε αδύναμη να αλλάξει τα πράγματα, όπως τότε.

Σηκώθηκε για να φύγει. Από τις τσάντες της έβγαλε δύο πορτοκάλια και το πλαστικό μπουκάλι της με το νερό. Τα άφησε κάτω από το παγκάκι, πάνω σε ένα ταλαιπωρημένο, μπλε σάκο- που περιείχε όλα του τα υπάρχοντα. Ένα γλυκό αεράκι φύσηξε, δρόσισε το μέτωπο της και στέγνωσε τα δάκρυα που κυλούσαν στο μάγουλο της.

Ας είναι εδώ το στέκι του Θανάση… Σιγοψιθύρισε και έστρεψε το βλέμμα της προς την Τζένη, η οποία κυνηγούσε λίγο πιο πέρα δύο περιστέρια που γουργουρίζανε ψάχνοντας κάτι για να φάνε.

*
©Γιώργος Μπίζας
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Boqueria, Barcelona 2010