Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Για μια μαύρη πεταλούδα [2016]

Αρχείο 08/03/2016
Μίλτος Σαχτούρης

favicon

Τον συνάντησα ένα απ΄εκείνα τα πρωινά που καίγονται. Στον περίβολο του μυστικού ιδρύματος, στις παρυφές της πόλης, μακριά από ναούς, από εξώστες, να κρατά το ίσο αυτού του κόσμου. Ήταν καθισμένος σ΄ένα από εκείνα τα μεταλλικά τραπεζάκια καφενείου με την τόση ιστορία, με τα αποτυπώματα απ΄τα παλιά ποτήρια και φοβόταν. Στεκόταν εκεί, με το κατάμαυρο παλτό του και τα γυαλιά του ήλιου, μ΄ανεμίζοντα μαλλιά, με μάτια πυριφλεγή, με στίχους που αν ποτέ εγκαταλείψουν τις μέσα τσέπες του αρκούν για ν΄ανατινάξουν όλα τα μυστήρια, ν΄αποκαλύψουν όλους τους υπαινιγμούς. Του παρέδωσα το γράμμα και το πακέτο με τα τσιγάρα. Έφυγα αργά προς την πύλη δίχως τίποτε να πω. Άκουσα που σηκώθηκε, γύρισα και τον αντίκρισα, τελευταία φορά μες στη μεγάλη ιστορία αυτής της πόλης, να οδεύει προς την εξέδρα. Τίναζε τα φτερά του, καταπατούσε περιουσίες, σύρματα, φράχτες, κιγκλιδώματα. Όσοι ήταν γύρω του χειροκροτούσαν, τίναζαν τα κεφάλια τους σαν χαρταετοί. Ήταν παλιά γυαλικά, φίλοι που δοκίμασαν ρεύματα υψίσυχνα και τώρα παλεύουν να θυμηθούν τις γραμμές, το χρώμα και το σχήμα. Βάδιζε ο ποιητής, δεν είχε μάτια, μονάχα κάτι μαύρες πεταλούδες που αργότερα πληροφορήθηκα πως γεννιούνται και πεθαίνουν κάθε βράδυ στις αυλές του Πόρου. Τα χέρια του ήταν περιττά πια και έτσι αντικαταστάθηκαν από τα φτερά και τα αποσπάσματα της ζωής του. Έπειτα πήρε να διαβάζει την επιστολή, με την επίσημη, την παλιά του φωνή που πάντοτε αρμόζει.

Αγαπητέ Μϊλτο, όλα τούτα τα χρόνια που εσύ λείπεις τα κορίτσια χάσαν τα χείλη τους. Τώρα έχουν εκδορές για στόματα, ανοιχτές πληγές, τώρα ανθίζουν κάθε νύχτα στα μικρά δώματα. Τενέδου, Θήρας, Ιωάννου Δροσοπούλου. Οδοί που πέρασες και έζησες Μίλτο. Τώρα εκεί συνοστίζονται όσοι από μια αιτία κατόρθωσαν να διαφύγουν, όσοι γνώρισαν την τεθλασμένη γραμμή του έρωτα και τώρα κατατάσσονται στη μεγάλη επετηρίδα των αναχωρητών. Η ζωή μας είναι πια μια ζωγραφιά από κιμωλία, Μίλτο και η εποχή μας να διαλύεται. Κάθε τόσο εμφανίζεται ένας τρελός λαγός, αιμάτινος, γεμάτος πληγές, παράφρων, από σύρματα και εμπόδια. Μας κοιτάζει με τα έκπληκτά του μάτια και έπειτα χάνεται στις λόχμες. Σε κρατούμε κοντά μας χάρη σ΄εκείνο το πήλινο κεφάλι που βάλαμε στο μέσον του τραπεζιού μας. Κάποιες λεπτομέρειές σου έχουν σβηστεί για πάντα και όμως εμείς Μίλτο σε θυμόμαστε. Τις ζωές μας τις κρατούν σχοινιά, επινοήσεις μηχανικές που καθορίζουν τη χαρά και τη λύπη μας. Καμιά φορά, -το ξέρω Μίλτο πως μας εμπιστεύτηκες έναν τρομερό κίνδυνο-, λησμονούμε τη θέση μας και οδεύουμε προς την αγάπη. Όμως όσο και αν παρακαλούμε για μια τέτοια απειλή, εκείνη η γυναίκα που τρελή από πόνο κατοικεί εδώ και αιώνες τις ζωγραφιές δεν παύει να μας συγκλονίζει.Έτσι, ανείπωτα πικραμένοι στρεφόμαστε στην ποίηση και τη μελέτη όλων των σχημάτων που ντύνουν τον ουρανό σου Μίλτο. Άλογα, σοφοί γέροντες, σπουδές λαγόνων και μιας ζωώδους βιολογίας μονοπωλούν τη φαντασία μας.Ξέρεις Μίλτο, από τότε το μεγαλύτερο μέρος των αγαλμάτων καταστράφηκε ολοσχερώς. Και εμείς που άλλον τρόπο δεν βρήκαμε γράφουμε ξέφρενα ποιήματα για τη λύπη και τη σιωπή μας. Δεν τα μοιράζουμε, δεν εκδίδουμε, δεν συναινούμε. Μόνο καρφώνουμε με όλη μας την καρδιά στίχους στα πεζοδρόμια και τις στάσεις, χαρίζοντας ένα κομμάτι απ΄τ΄όνειρό μας στους μελλοντικούς καιρούς. Εξαντλούμαστε, κάμποσοι από εμάς ριχνόμαστε εν στολή στο μεγάλο αγώνα της ορατότητας ενός άλλου ποιητή, τους στίχους μας τους μοιράζουμε στις γωνιές των πόλεων, κάτω απ΄τα θολά και αδύναμα φώτα, μίλια πάνω απ΄όσα κοιμούνται στα επτά, χαμένα στρώματα των πόλεων. Δεν δηλώνουμε ποιητές. Κρατούμε την ιδιότητα του ήρωα, του ανθρώπου, κάθε τόσο μοιράζουμε βραβεία για τους νικητές κάτι ιδιότυπων διαγωνισμών για αηδόνια και εφήβους. Τέτοιες ασχολίες μας παρηγορούν Μίλτο. Και ακόμη μια παράξενη συνήθειά μας να ονομάζουμε τον αστερισμό σου, ξαπλωμένοι στα ολόλευκα αστρικά της θαλάσσιας πολιτείας μας. Τώρα κρατούμε μια απόσταση απ΄τα ποιήματά σου και όλο πιο τρυφερά σε ονειρευόμαστε.

Διάβασε την επιστολή και κάθισε ξανά στη θέση του. Παρέμενε πάντα εναντίον κάθε εποχής, διά την κάθε εποχή, στο πλευρό εκείνων των καιρών που ελπίσαμε.  Όταν ο Φρειδερίκος σίγησε οι φοιτητές αφισοκωλητές ξεχύθηκαν στους κήπους. Διακόσμησαν τα κτίρια με τοιχογραφίες που κρατούν πάντα κάτι από αφίσα και λαϊκό πανηγύρι. Τότε σηκώθηκες και αποχώρησες ξανά αφήνοντας στη θέση σου μια πελώρια σταγόνα υδραργύρου και όλα σου τα ποιήματα.

Δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύσει τα ποιήματα όταν γράφονται από καρδιάς. Γι΄αυτό και απόψε Μϊλτο φτιάχνουμε απ΄την αρχή το χάρτη σου, καίγοντας μνήμη, ήθη, κώδικες και αλφάβητα, προσμένοντας τη γέννηση ενός νέου θεού. Όπως μας είπες.

*

©Απόστολος Θηβαίος