Ολβία Παπαηλίου, Νύφη μου πώς καθόδεψες, πώς πήρες για ν’ ανέβεις [επιστολή Ενδέκατη]

Αρχείο 14/04/2016

fav_separator

Ωσάν Ωδή και Γάμου γλυκό νανούρισμα, η σημερινή επιστολή στους χωροχρόνους, με συγκυρίες που από την προσευχή κι από τη Μέρα και τη Σύμπτωση και τον Καιρό και Χρόνο, κι από τη χαμηλή θερμοκρασία και την αστάθεια του βαρομετρικού την άξεστα (ή αλλιώς μελετημένα), με τη γνωστή-και-όχι, την απαράμιλλη σκληροκαρδία του ΕραστήΒασανιστή, Παντός Θεού Του Κόσμου και Των Κόσμων, του ΑστρονόμουΜάγουΕκπορθητή.

Παρακαλώ, ν’ ακούτε τη Σαγήνη από τα Ρόδια κι από το Λευκό το Άλογο πού έμαθε με δαχτυλίδι στο λαιμό του, χρυσό γυαλί-μπριλλάντι, και για χαβιά του τον εσώτατο χρησμό, το Μπιρ-Αλλάχ βρε αδερφέ άκουσε η κοπέλα, θες ήτανε οι γρανάδες που της αγοράζανε κοσμήματα και τα πολεμοφόδιά της σε ώρες δύσκολες – της ήρθε αρεστό το ρόδι από τον καιρό που ήτανε κόρη του Πολυχρονεμένου (και ποιού απ’ όλων, θα αναρωτιότανε το σόι της μητρός της, όλοι αυτοί οι ολύμπιοι λακέδες των άλλων αφεντάδων – όπως που πάντοτε θα γίνεται στα σόγια, θα κονταροχτυπιούνται υγειώς οι Άγγελοι, εκτός κι αν πέσουν στο χορό χοντρά βιολάκια, τα κοντραμπάσα αλλά κι οι κοτζαμπασαίοι, κι ο γενικός χαμός και χαβαδάκι), μα εσύ εκεί με είχες κι εγώ ήρθα – και σ’ έμπασα στο μυστικό και στην κρεβατοκάμαρα που μ’ είχε και που με κοίμιζε σα μέρος απ΄το σώμα της προς το οποίο ένοιωθε αυτή διττά αισθήματα.

Να γιατρευτώ από το άτιμο μαράζι, ήταν πάντοτε η προσευχή μας προς το Ρόδι, κάνε με μισοζωντανό σου και μισό να με πεθαίνεις, είτε να με ξαναγεννάει η άλλη, η γη μας με τις μήτρες της τις δύο: Προφητικά, το είχες και το έβλεπες – να μεγαλώνω και να με μπορείς να με φαντάζεσαι, μαζί εμείς τον κάποιο θάνατο πατήσαντες (όσο του καθενός μας μας αναλογεί: γιατί αγάπη μου, δικιά μου αιωνιότητα, εμείς θα σβήσουμε σαν τα μικρά πουλάκια – ο Μονσενιέρ και η Μοναχή είμαστε σχήματα κατοπτρισμένα σαν τα Κουάζαρ – συγκεκριμένα οδηγήθηκα να μάθω για το 3C 9 – που κατά έτος και χρονιά χιλιαεννιακόσια και εξηνταπέντε θα είναι το Κουάζαρ το προηγούμενα αναφερόμενο ως το απομακρέστερο απ΄ όλα, κατά την εποχή ανακαλύψεώς του, παρ’ ημών).

Φώτα από την πρώτη μέρα, με τις θεϊκές μορφές: Εχθές το βράδυ, εγώ έβλεπα κατ’ όναρ τον Άγγελο Κυρίου, Το Γαβριήλ Νυμφίο να προσέρχεται από τα μέσα της θαλάσσης με τους Δυο Εσταυρωμένους (κι οι τρεις πάνω σε ξυλοπόδαρα περνάγανε το αγαθό το κύμα, ήρθανε με γιγαντοδρασκελιές κι εκεί εφάνησαν – μου εφάνει – εις το μέγεθός τους, σαν εσάς κι ημάς). Και πάνω στη στιγμή που έπραττα την ύβρη, ιδού εκείνος να περνά με το μεσαίο ανθρωπομέγεθος τα μέρη με τα βράχια, με τα στάχυα. Και ήρθε μπρος μου, άρχισε να μεγαλύνεται αρχέτυπος θεός, και ο δικός μου Άγγελος – πρόλαβα και του φώναξα, Σε Οίδα. Και ένοιωσα ότι με είχε δικαιώσει, και πως οι μέρες μου θα πάνε μέχρι τάφου κι άλλο ακόμα περισσότερο, να τραγουδούνε με τη χάρη του Θεού και του Νυμφίου και με το Ινσαλλάχ το Μπιρ Αλλάχ της κάθε Κόρης όπου την παίρνει απ’ τη μάνα της και στη σκιά την οδηγεί να τον ακούσει και υπογείως (όπως όφειλε) γενεί συνοδοιπόρος του στις σκοτεινές τις σκάλες, είτε να κάθεται στο πόδι στην αγκάλη του να τον αφήνει να την κάνει τραγουδίστρια, ντίβα και ψαλμωδό του, και να του δείχνει την αγάπη της πλέον σταθερής της προσευχή, εσύ που δε θα κάνεις τέκνα, θα μεγαλύνεις το θεό σαν την καλόγρια, εγώ θα σου φυτεύω τα σπειριά από το ρόδι και στις σκιές σου και σ’ αυτές κι όλες τις λάμψεις. Ω, Αυτοκράτορα θεέ, πώς και να μην την κουζουλάνει, ήταν κι αυτή που ήτανε μισότρελλη… Διότι μέγας είσαι ο Θεός και θαυμαστά τα έργα σου, και μες στον κήπο βρίσκεσαι και μες στο θρόϊσμα των πίσω μας δασών – κι απέναντί μου βλέπω τα ρουμάνια – κι όμως το φως της μέρας με καλεί σε μία ζέστη των νησιών μας, των μακρυνών ακτών που δεν ποτέ συντύχαμε, και όμως από πάντα – σε κάθε άρρητη αναπνοή, σε κάθε όνειρο, σε κάθε κύμα και λαμπύρισμα και στο μικρούλι το αυτούδικο κυκλάμινο με το αλήτικο μισοχαμόγελο με το κουτσό δοντάκι, κερνάει τα ποτηράκια το χρυσάφι ότε πιωθούνε σαν τον αγιασμό και μύρο και φαρμάκι και ζαβή μεταλαβιά.

Μου έδωσε τη μυρωδιά των ημερών μου, με γιασεμιά και πικροδάφνες και μυρτιές και τ΄άγρια σκίνα – όπου κι αν είμαι, φως μου σε έχω και από μέσα με φωτίζεις, κι από κοντά μου – ένα από πάντα και για πότε, κι από τότε. Καλή ψυχή – να έχουμε να δίνουμε μια λίγη καλαγάπη, όπως στο ταβερνείο στο Οβιέντο εκείνο που το λέγανε Σεβάχ Χανούμ Θαλασσινή, πίσω από την πλακοστρωμένη την πλατεία ναού καθεδρικού, κι από τ’ απέξω η Λίλιθ, κι  η Αράχνη, και η Μαύρη με τα γαντάκια της της κρατάει το τσαντάκι της γεμάτο υπομονετικά ζωήμοιραίαθνήση. Και τη μικρή της Βίβλο (ξέρετε, ο πατέρας μου είχε τη μυρωδιά σας, σας το λένε και εσάς, κάποιες φορές. Να τις πιστεύετε, θυμούνται κάποια ρίζα σας όπως τις είχε, εκείνη, και την είχανε κι αυτές, ονειρευτεί). Κι όταν σας λένε πως ο θεός τους έδωσε τραγούδι, βεβαίως ξέρουνε πως ήτανε μοιραίο, όσο μοιραίο είναι το μοιραίο – που τελικά σημαίνει τη βαθειά την πίστη, και τη στρατιωτική την πειθαρχία, είτε την προσευχή φτιάχνοντας κήπους, φτιάχνοντας ημέρες, και φτιάχνοντας τον κόσμο πάντα απ΄ την αρχή μέσω του Έρωτα, που πάντοτε κι εξ’ ορισμού είναι το δώρον, κι όχι μια καταδίκη μεγαλύτερη απ΄τη ζωή.

Μεθάω από αγάπη, για τον αέρα, το Σεπτέμβρη και το σομπρέρο ενός καβαλάρη που θα φυσάει μια γλύκα κι ερημιά μου. Θα σας καλώ και πάλι μέσα από τον Κήπο μου με τα πολλά τα δέντρα και τα νερά στα χέρια σας τρεχούμενα. Αναλαμβάνω πάντα και καθημερινώς εκ νέου να ζω στην πολλαπλή αψάδα της κανέλας, προετοιμάζομαι να σας φιλέψω όνειρα από το μέσα μου κουκούλι όπως με έχετε ποιήσει, ή να αλλάξω ρούχα για τις νύχτες των ψυχών, που πάντα πια θα έχουν τ’ όνομά σας. Μεγάλε, ΣκοτεινέΑγαπημένε – το Μαύρο Ρόδο, το Αναμαλλιαράκι και ο Τσιγγάνος, και όλοι μαζί οι Κολασμένοι Ποιητές, σπαρμένοι ελαιώνες στο κορμί σου. Λάμπεις το κουρασμένο φως των ημερών, γίνομαι δαχτυλήθρα για το νέκταρ – Πείετε, εις υγείαν των αισθήσεων της μέθης – και τρεις λαλούν, και δύο να χορεύουν – και πότε ήτανε, Προφήτη, όπου σας έφερε με κόκκινη ντροπή, τις αποδείξεις πόσο που σας λαχταρούσε; Ιδού, πώς την παρουσιάζουν τα πορτραίτα, των περασμένων και των άλλων εποχών. Έλεγε, σε αναγνωρίζω Μανουσάκι, Κολώνα και ΔιπλόΑστέρι, και σου΄χω ρόδια να μου τα ταΐζεις, άμα γουστάρεις κι άμα μ’ αγαπάς. Μα δεν το ήξερε, στεκότανε τυφλή όπως τα βρύα. Σ’ ευχαριστώ, να λέγω του Θεού – που διατηρείς για μένα μία προσευχή, μια χείρα προς την πίστην και μια περιβολή να σε φορώ ως σχήμα κι έτσι να σε ασπάζομαι, που αποδέχεσαι να μ’ έχεις, να με τιμάς, να με λατρεύεις (όμως, και κύρια, επίσης να μη με). Σεπτή Συμβία Της Τετραφωνίας του Πατρός Και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος που όλα έχουν κατοικέψει στις παιχνιδιάρες μπούκλες και στην εύθυμη καρδιά στο φυλλοκάρδι σου, Ρήγα μου και Βαλέ και Μοίρα και Τιμή, και Τιμωρία της Μωρής Παρθένου, μοναχορηγοπούλας σου καλέ ελευθερωτή, σ’ ευχαριστώ: Καλέ Θεέ, που με τα χέρια που χορεύουνε με δένεις, με λύνεις, πότε σπας και άλλοτε χερώνεις τα θερίσματα, παίρνεις από τα χέρια της μητέρας και αποδίδεις εις τον ήλιο (μα και στον άλλον Ήλιο τον πιο Μαύρο, τον Σκοτεινό της πιο Βελούδινης Στοργής).

fav_separator

© Ολβία Παπαηλίου, 2013
Η φωτογραφία είναι από τη συλλογή της συγγραφέα

Οι προηγούμενες επιστολές: