Βαγγέλης Αλεξόπουλος, “η ομορφιά θα έρθει, κουρασμένη” -ποίηση.

Από το χαμένο αρχείο 6.12.2016

Η Αθήνα

Το φως ταλαντώνεται
στις υπόγειες γκαρσονιέρες
που πέρασαν οι θυρωροί
του 1970 τη ζωή τους.

Πάνω στην άσφαλτο ο ποδηλάτης
πιστεύει ότι ιππεύει άλογο
συνεπαρμένος από τις υποσχέσεις
μιας δήθεν άνοιξης

ενώ τα παιδιά δεν παίζουν πια
βόλους και αμπάριζα στους δρόμους.

Η Αθήνα μέσα σε καπνούς
αφρικανική σκόνη και καυσαέρια
αδιαφορεί πλήρως για τα παραπάνω.

Στην αγορά

Οι ψίθυροι του πλήθους
βόμβος μελισσιού που χάθηκε
τη μακριά νύχτα
της αποκαθήλωσης των αισθημάτων
Της περιφοράς των τρελών ποιητών
που αυτοκτόνησαν πηδώντας από
εξώστες πολυκατοικιών
και πιλότων
Που κάρφωσαν τα αεροπλάνα τους
-μαζί με το περιεχόμενο-
σε ουρανοξύστες στη Νέα Υόρκη
και στην κορυφή του όρους Παγγαίου

Το πλήθος καταναλώνει
κονσέρβες μπύρα
ξηρούς καρπούς και πατατάκια τσιπς
ψηφίζοντας μέσω διαδικτύου
τα πιο εντυπωσιακά ακροβατικά-
θανάτου.

Περί τον Ρεμπώ

Παραμονή της άλωσης του μυστικού χρόνου
ο καβαλάρης της παρηγοριάς των αμαρτωλών
στηρίζεται στη θεωρία της μετενσάρκωσης
-στου σφαγμένου τη συγκόλληση των ψηφίδων-

Οι σφήκες διαμαρτύρονται γιατί
τις έχει αδικήσει ο μύθος.
Αγγίζοντας τη σκοτεινή πλευρά των γεγονότων
ο χρόνος ξύνει τις πληγές.

Καθώς πια ξημερώνει
η ομορφιά θα έρθει, κουρασμένη
να ξαποστάσει στα πόδια μου.

*

©Βαγγέλης Αλεξόπουλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης