Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Le Salon Francais

Ατμόσφαιρα
επαρχιακής εκκλησίας
την δεκαετία του ’60

Δράμα Ελληνικό
διάρκειας πολλών αιώνων

Σαλόνι εποχής μεπλ επόκ με βαριά έπιπλα και σαμοβάρια και ένα σωρό πεθαμένα πράγματα τριγύρω. Ένα σταματημένο ρολόϊ, κάτι άνθη πλαστικά, φωτογραφίες προγόνων με προτεταμένη την έπαρξη μιας άλλης εποχής. Οι κυρίες που κάθονται στο σαλόνι διαθέτουν μια χάρη ελληνιστική και την ίδια στιγμή την απόγνωση της ηλικίας των. Δεν μιλούν πολύ, απολαμβάνουν καφέ και τσάι και κάτι φιλολογικές αναμνήσεις, απαγγέλοντας τους στίχους του Σέλλεϋ και του ρημαγμένου από τον χρόνο Κιτς. Φορούν φορέματα γαλάζια και κίτρινα και ενδύματα, εσάρπες και μαντήλια στο μπλε του κοβαλτίου.
Αυτά τα φορέματα δίχως αμφιβολία συνιστούν αποκυήματα των δωρικών χιτώνων, μιας παλιάς, βυζαντινής μεγαλοπρέπειας που πέρασε και πάει.Η επαφή τους με την πατρίδα πλέον έχει ατονήσει. Η σχέση τους με την ίδια την εποχή έχει απωλεσθεί εδώ και δεκαετίες. Μονάχα όταν συναναστρέφονται μεταξύ τους, μιλούν τα επίσημα ελληνικά και τραγουδούν τα παλιά σουξέ γεμάτα μ΄αναμνήσεις πικρές και μακρινές.

Απόψε τις έχει συνεπάρει η γιορτή της δημοκρατίας που μαίνεται στην Αθήνα. Ένα μείγμα νοσταλγίας και περηφάνιας παλιάς αριστοκρατίας διαπνέει τις σχέσεις τους, τον μυστικό τους κήπο. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί πως ανάμεσά τους εργάζονται σπουδαστές νωπογράφοι και μωσαϊστές, νεαροί που διψούν να αναπαραστήσουν εκείνο το απολιθωμένο μεγαλείο, προσφέροντας νύχτες ερωτικές στις οικοδέσποινες, με απαγγελίες ποιημάτων, με συζητήσεις γι΄ακίνδυνα πράγματα, σαν τον έρωτα, σαν τον έρωτα.

ΜΑΝΤΑΜ ΕΛΕΝΗ: (ντυμένη με γαλάζιο φουστάνι, διακοσμημένο με χρυσά σιρίτια και δελφίνια που γελούν. Στον λαιμό της φορά ένα περιδέραιο με όψη φιδιού και ίσως για αυτό, περισσότερο από όλες, ευθύνεται εκείνη που η παρέα ετούτη καλείται η απογευματινή σύναξης των Πτολεμαίων.) Η πατρίς εκλέγει σήμερον. Τι θαυμάσια περίσταση, όλο αυτό το πλήθος με την αίσθηση της ισχύος να εισέρχεται στα μεγαλοπρεπή κτίσματα, ανάμεσα σε οπλίτες και χωροφύλακες και ένα σωρό ειδικότητες που φυλούν τα ιερά και τα όσια.

ΜΑΝΤΑΜ ΑΝΝΑ: (πιο γερασμένη από όλες στο σαλόνι. Λιγομίλητη, με λευκό μανδύα ριγμένο στους ώμους, ως τα πόδια της. Δεν φορά περιδέραια, άστοχοι στολισμοί δεν συνοδεύουν το φθαρμένο της σώμα) Νομίζω, Ελένη πως εξιδανικεύετε την ζωή στην πατρίδα. Υποθέτω πως εδώ και καιρό δεν μαθαίνετε νέα. Για την ζωή που ρήμαξε, τα χαμόσπιτα πλάι στην Αγορά, γεμάτα μ΄ανθρώπους ξένους, που όλα τα ‘χάσαν, όλα Ελένη μου.

ΜΑΝΤΑΜ ΕΛΕΝΗ: (κάπως ενοχλημένη για την κριτική της Μ. Άννας) Συγχωρέστε με που ονειρεύομαι την πατρίδα, ακριβώς όπως την αγαπώ! Κρατήστε για σας τα χαμόσπιτα, εγώ θέλω να θυμάμαι και να νιώθω ύπαρξης ελληνιστική.
(Όλες γελούν δυνατά στο σαλόνι. Η Μ. Άννα σηκώνεται με δυσκολία από την θέση της και πλησιάσει τον εικοσαετή νωπογράφο που δουλεύει ακούραστα με γυμνό τον θώρακα, ερωτικό.)

ΜΑΝΤΑΜ ΑΝΝΑ: (σκύβει να κοιτάξει την εργασία του. Όλες οι σημασίες γεννιούνται στις γραμμές των ώμων του) Έκτακτα νεαρέ μου! Μα τι ωραίο έργο, τι ωραία σώματα, μα εσείς είστε φτιαγμένος για να γενείτε τέχνη! (χαμηλόφωνα) Κρατήστε σημειωμένη τούτη την διεύθυνση. Σας περιμένω για να συζητήσουμε αναφορικά με το μέλλον σας. Ω, μην μου χαμογελάτε, η καρδιά μου είναι αδύναμη, μπορεί να σπάσει.

ΜΑΝΤΑΜ ΚΑΤΡΙΝ: (κοιτάζει την Μ. Άννα, τον νεαρό μωσαϊστή με την άκρη του ματιού της) Μαντάμ Άννα, Μαντάμ Άννα! Ελάτε στην συντροφιά μας! Οι νέοι θα πρέπει να δουλέψουν, να δουλέψουν όσο ποτέ, ακούραστα. Εσείς όμως, εσείς έχετε ανάγκη λίγη μοναξιά, λίγη ησυχία. Ελάτε σε λίγο θα φανεί ο νεαρός του προξενείου. Μου υποσχέθηκε πως άμα το προξενείο λάβει τα αποτελέσματα θα σπεύσει να μας πληροφορήσει. Μα ξέρετε για τι νέο πρόκειται; Ποτέ δεν αρνείται μια εξυπηρέτηση και νιώθω πως μας αγαπά πολύ.

ΜΑΝΤΑΜ ΕΛΕΝΗ: Αυτό εξυπακούεται!

ΜΑΝΤΑΜ ΑΝΝΑ: (ενοχλημένη) Δεν μου αρέσει το ύφος σας Ελένη. Δηλαδή τι θέλετε να πείτε;

ΜΑΝΤΑΜ ΕΛΕΝΗ: Μα για τον νεαρό τίποτε! Άλλωστε όλες μας διατηρούμε τρυφερές φιλίες και πριμοδοτούμε τους καλύτερους. (παρατεταμένη σιωπή και αμήχανα βλέματα) Τα αποτελέσματα όμως…

ΜΑΝΤΑΜ ΑΝΝΑ: Μάθατε κάτι; Φάνηκαν οι κομμουνισταί στις υψηλότερες θέσεις; Πείτε μας, για τον Θεό, πείτε μας να ξέρουμε το μέγεθος της καταστροφής.

ΜΑΝΤΑΜ ΕΛΕΝΗ: (γελά) Όχι, όχι οι κομμουνισταί. Οι εθνικισταί!

ΜΑΝΤΑΜ ΑΝΝΑ: Αυτοί αγαπούν την πατρίδα των και είναι ολέθριο, πρόκειται περί ύβρεως μιά τέτοια θέση! Φανείτε λογική!

ΜΑΝΤΑΜ ΕΛΕΝΗ: (πλησιάζει την Άννα) Μην ανησυχείτε, οι κομμουνισταί εκτελέστηκαν όλοι τους. Τώρα, αυτήν την στιγμή τελειώνουν στην πατρίδα με τους τελευταίους. Μα οι εθνικισταί, αυτοί φαντάζουν κίνδυνος για την πολιτεία μας.

ΜΑΝΤΑΜ ΑΝΝΑ: Ευτυχώς! Θε μου, δεν θ΄άντεχα την εξορία, τις φυλακίσεις, μια ζωή μακριά από τα μωσαϊκά και τα φρέσκα. (κοιτάζει με νόημα τον ημίγυμνο τεχνίτη)
(Στο σαλόνι εισέρχεται η υπηρέτρια, κάποια Δανάη από τα χωριά της Τρίπολης)

ΜΑΝΤΑΜ ΕΛΕΝΗ: Τι συμβαίνει Δανάη;

ΔΑΝΑΗ: Τα αποτελέσματα, κάποιος πέρασε και είπε, να μάθουν οι πατρώνες.

ΜΑΝΤΑΜ ΕΛΕΝΗ: Φέρτο εδώ αμέσως!

(Η Δανάη σπεύδει με υποκλίσεις κοντά της και παραδίδει το σημείωμα. Το βλέμα της Ελένης παγώνει, όλη της η παλιά ομορφιά πέφτει και πνίγεται.)

ΜΑΝΤΑΜ ΕΛΕΝΗ: Χάσαμε κορίτσια, χάσαμε, τι συμφορά! (κοιτάζει τα γραμμένα αδιάκοπα) Οι κόκκινοι καταλαμβάνουν τις περισσότερες έδρες, οι εθνικισταί οδηγούνται στα ικριώματα, οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές, κάποιοι κόκκινοι γυρνούν στα σπίτια, πόρτα πόρτα και συλλαμβάνουν τους εθνικιστές, παντού σβήνουν τα φώτα και ο στρατός παρελαύνει με σημαίες από την επαρχία της σιένας που απέστειλαν οι Ιταλοί αδελφοί. Ω θε μου!

(Η Μαντάμ Άννα πλησιάζει τον νωπογράφο.Σκύβει, πετά το μαντήλι της και του φορά ένα ολόχρυσο περιδέραιο της εποχής των Κομνηνών.)

ΜΑΝΤΑΜ ΑΝΝΑ: Εγώ είμαι με τους έρωτες, να ξέρετε! (σκύβει και φιλά την πλάτη του νεαρού, σαν εικόνα άγια, σαν να΄ναι τα πάντα. Απευθύνεται στον νεαρό. Εκείνος, σαν άλλος Φιλοκλής του Φαγιούμ γυρνά και την κοιτά. Η Μαντάμ Άννα του μιλά, καθώς όλες φεύγουν ενοχλημένες και τρομαγμένες από την επικράτηση των κόκκινων.) Ξέρετε ο έρωτας είναι μια κλίση, μονάχα προστακτική, ξέρετε. Μια ιδεολογία άκαμπτη. Θα σας περιμένω.(και τα χέρια της να διαβάζουν τις γραμμές του προτού απομακρυνθεί , τραβώντας για τις κοιμισμένες Θήβες.)

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→