Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: βερόνα

Από την σειρά των έργων
Της Λαϊκής  Σκηνής

Παλιό τζαμωτό που βλέπει στον ακάλυπτο. Αύγουστος και αίσθηση εγκατάλειψης, με μεγάλα πλατύφυλλα φυτά τριγύρω. Τώρα οι ζωές  γκρεμίζονται μα θα είναι για πάντα όμορφες.
Το ένα τζάμι του παραθύρου, μακρόστενο από σκουριασμένο σίδερο συνδυάζει το κίτρινο και το κόκκινο γυαλί και έτσι ο κόσμος ποτέ δεν θα είναι ίδιος. Μια γυναίκα, γύρω στα τριάντα, ελαφριά ντυμένη.  Κάποιος άλλος που ακόμη δεν φαίνεται καταπιάνεται με κάτι σε απόσταση. Και όμως οι δυο τους μιλούν. Για την ακρίβεια μιλούν εδώ και αιώνες.

Κορίτσι: Αν μ΄άφηνες να σκοτωθώ, θ΄άλλαζε κάτι;

Αγόρι: Μην λες ανοησίες.
Την πλησιάζει κάπως τρυφερά, κάπως αρρωστημένα.

Κορίτσι: Χαρούμενη και συνεπαρμένη
Δηλαδή θέλεις να πεις πως μέσα σε όλο αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουμε παρά εμείς οι δύο; Αυτό θέλεις να πεις;

Αγόρι: Σου αρέσει να μαντεύεις.

Κορίτσι: (σοβαρεύει, το πρόσωπό της παγώνει, θα έπρεπε να δεις πώς κάποια με τόσο υψηλή καταγωγή καταρρέει εμπρός στην μοίρα της)
Χθες το βράδυ είδα στον ύπνο τον πατέρα. Πολύ όμορφο, με ένα κλουβί στο κεφάλι και την συρμάτινη φωνή που κατέληγε στην λέξη σπίτι.

Αγόρι: Τα πιστεύεις όλα αυτά;

Κορίτσι: νευριασμένη, προς το μέρος του
Καλύτερα να μην το εννοείς. Θέλει και ερώτημα;

Αγόρι: Είσαι παιδί. Γελά

Κορίτσι: Με πειράζεις;

Αγόρι: Τι σου είπε ο πατέρας σου;

Κορίτσι; Μόνο την φωνή, σπίτι. Τίποτε, τίποτε άλλο.

Αγόρι: τελειώνει την δουλειά του και γυρνά προς το μέρος της

σήμαινε άραγε;

Κορίτσι: στ΄αλήθεια σε ενδιαφέρει; αναστατωμένη, σαν να ξέρει

Υπάρχουν κάποιοι που ξέρουν. Που διαβάζουν τέτοια γράμματα, κάτι παράξενες ταξιδιώτισες, θα τις έχεις δει, έχουν κατακλύσει την αγορά. Ως αργά το βράδυ κρέμονται από τα λεωφορεία, λένε την μοίρα, μια λέξη σιβυλλική, κάτι σκόρπια λόγια. Αν είσαι τυχερός σου παίρνουν μόνο κάποιο δαχτυλίδι, το αρπάζουν από το χέρι σου, είναι φριχτό!
Αυτές ξέρουν και υπάρχει μια φήμη, μα δεν κάνει να σου την πω.

Αγόρι: πειραγμένος
Καλύτερα να μην ξέρω. Δεν θυμάμαι κανέναν τους, ξέρεις.
(την κοιτά με νόημα, θέλει να την πονέσει)

Ίσως αμυδρά το σπίτι, τους γερούς κορμούς,  όμως πια δεν ξεχωρίζω τα φύλλα. Ο πατέρας είπε το απόγευμα πως το δέντρο τον είχε κουράσει. Το φύλλωμά του, τον χειμώνα παρασύρεται από τους ανέμους, όμως τα καλοκαίρια στάζει μια παράξενη βροχή , είπε, και ο κόσμος κάτω από τον ίσκιο του μεταμορφώνεται. (την κοιτάζει με θυμό και πόθο, με κάτι άσβηστο, με ένα δικαίωμα πρωτόγνωρο)

Θα πέθαινα για σένα, για να φτάσω κοντά σου. Κάποιος ορκίστηκε πως για αυτήν μου την πράξη θα ζω πάντα κ υνηγημένος δίχως τις απλές χαρές της ζωής. (ακίνητα) Ναι, αμυδρά το σπίτι. (σαν να θυμάται, κοιτώντας στο κενό)

Κορίτσι: ίσως θέλει να επιστρέψω, να επιστρέψουμε, (του αγγίζει τα χέρια, τον πλησιάζει)
Το σκέφτηκες ποτέ αυτό; Μια φορά, λέει, μόνο;

Αγόρι: Όχι ποτέ, μα αν θέλεις φεύγουμε απόψε κιόλας.

Κορίτσι: ένα ταξίδι θα με σκότωνε τώρα πια. Όχι, η θέση μου βρίσκεται εδώ, σαν την τρελή παπλωματού, (γελά δυνατά), έχουν περάσει τα χρόνια, φοβάμαι τόσο την στιγμή που θα βρεθώ απέναντί του. Το ρίγος, αμυδρά στην αρχή και έπειτα σπασμός. Είναι φυλακισμένος, μετάνιωσε, μου ζητά να επιστρέψω.

Αγόρι : Θα πας;

Κορίτσι: Αν έρθεις εσύ

Εκείνος τινάζεται

Αγόρι: Αύριο. Σου είπα, αύριο  πρωί.

Κορίτσι: Είσαι ένας κόσμος πέρα από τις όχθες, απέραντα γλυκός . Μα αυτό το ξέρεις, έτσι δεν είναι;

(τον αγκαλιάζει και γελούν)

Στην σκηνή προβάλλονται φωτογραφίες  από την Βερόνα, το παλιό σπίτι, το πέτρινο έρκερ, ένας εξώστης, τ΄άδειο πλακόστρωτο. Και εκείνο το χαμηλό φως επάνω στην σκηνή που κάνει το κορίτσι  να μοιάζει με τα ολόλευκα άρμενα και το προορισμένο.

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→