Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ο Ήφαιστος της Αλχανίας

Ορισμένοι άνθρωποι είναι τόσο δέσμιοι των προκαταλήψεων τους που όχι μόνον αδυνατούν ν’ απαλλαχθούν από δαύτες, αλλά θεωρούν ότι έστω κι η ελάχιστη απόκλιση ισοδυναμεί με αδυναμία εκ μέρους τους ή με προδοσία απέναντι στην όποια παράδοση ή πατροπαράδοτη παρακαταθήκη τους τάισε μ’ αυτές τις προκαταλήψεις. Για παράδειγμα, δεν λεν να καταλάβουν ότι το υπηρετικό προσωπικό ενός σπιτιού μπορεί ν’ αποτελείται κι από άντρες (εκτός από γυναίκες) κι ότι η σύζυγος ή η ερωμένη δεν είν’ απαραίτητο να συγχέεται ή να ταυτίζεται κάθε φορά με την υπηρέτρια ή τη δούλα. Πέρ’ απ’ τον δεσποτικό σύζυγο, τίποτ’ άλλο δεν πρέπει να την υποχρεώνει γι’ ανάληψη τέτοιων ρόλων. Όμως, η εθιμική συνήθεια, ο φόβος, ή ακόμα κι η αγόγγυστη αποδοχή της μοίρας να ζεύονται τον ζυγό ενός τέτοιου άντρα, τις καθιστά αξιοθρήνητες και δυστυχισμένες. Όσο για τα περί ισότητας ή διαφορετικής φύσης των δύο φύλων, αυτά ας απασχολούν μόνον τους αμπελοφιλόσοφους (άντρες και γυναίκες) των κοινωνικών κινημάτων κι οργανώσεων κι όχι τη ζωή την ίδια και τις τροπές που αυτή μπορεί να πάρει ανά πάσα στιγμή.

Ο Τρούλης ήταν άνθρωπος της φωτιάς και του σιδήρου! Από τότε που θυμάται τον εαυτό του, ήταν μπροστά στο καμίνι και στ’ αμόνι προσπαθώντας να δαμάσει σίδερα· στην αρχή ως βοηθός κι αργότερα στην εφηβεία του ως ο απόλυτος αφέντης του μοναδικού σιδεράδικου της Αλχανίας. Ο Τρούλης ήταν απαραίτητος σχεδόν σ’ όλους τους κατοίκους του επίνειου, γιατί η περσότεροι ήσαν χειρώνακτες που χρησιμοποιούσαν ένα σωρό σιδερικά για να κάνουν τις δουλειές τους· απ’ τις νοικοκυρές και τους κυρατζήδες μέχρι τους ξυλουργούς και τους εργάτες της γης. Επομένως, οι ώρες που περνούσε ο Τρούλης στο σιδηρουργείο του ήσαν αρίφνητες προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες όλων αυτών. Δούλευε ασταμάτητα σαν να ήταν η δουλειά η ζωή η ίδια και ο χτύπος του σφυριού ο χτύπος της καρδιάς του. Τρεις γενιές ανθρώπων θυμούνταν τον Τρούλη να δουλεύει σιωπηλά μέχρι αργά τη νύχτα, πότε μαλάσσοντας τ’ άβουλα σίδερα με τις ατσαλένιες τσιμπίδες μπροστά στη φωτιά και πότε βαρώντας τα πάνω στ’ αμόνι με το χοντρόσφυρο. Πασαλειμμένος μ’ έναν πηχτό ιδρώτα σαν λίπος απλώς δούλευε και το μυαλό χυνόταν αργά στους μυώνες του κορμιού και των χεριών του. Στο τέλος τα πετσιά των χεριών του τόσο κόλλησαν πάνω στο χοντρόσφυρο που νόμιζες ότι δεν είχε πια χέρια παρά μόνον μια βαριά.

Ο Τρούλης όπως δούλευε έτσι ζούσε· αν μπορούμε να πούμε ότι ένας άνθρωπος που ταυτίζει τη δουλειά με τη ζωή την ίδια, ζει κιόλας: Χρησιμοποιούσε το ένστικτό του και χρησιμοποιώντας μόνον αυτό, μιας κι ο νους είχε αφομοιωθεί μέσα στους μυς του (όπως ειπώθηκε προηγούμενα), κατέληγε νάναι ένα είδος αυτόματου εργαλείου που τα κάνει όλα με έναν και μόνον τρόπο και μέσα σε ένα πάντα συγκεκριμένο και στενό πλαίσιο· ποτέ έξ’ απ’ αυτό!

Από μακριά αν τον έβλεπες έμοιαζε μ’ αυγό και σ’ αυτή την εντύπωση συντελούσε η καράφλα του και το χωρίς γωνίες σουλούπι του, το σχεδόν στρογγυλεμένο. Από κοντά όμως το αυγό αυτό μεταμορφωνόταν σε ένα σχεδόν μυθολογικό όν: Ο κρουστός όγκος του γεροδεμένου κορμιού του  γέμιζε όλο το οπτικό πεδίο και τα χοντρά του μυσίδια μοιάζανε χάλκινα σαν να ήταν ολόκληρος από χαλκό ή από κάποιο άλλο βαρύ μέταλλο. Αυτό του το παρουσιαστικό μαζί με τη φύση της δουλειάς του έκανε τους κατοίκους της Αλχανίας να πιστεύουν ότι είχε κάποια συγγένεια με τον θεό Ήφαιστο, εξ ού και το παρατσούκλι που του είχαν κολλήσει!

Χάρη στο παρουσιαστικό του (και στο πλούσιο μεροκάματό του) ο Τρούλης αποτελούσε πόλο έλξης για πολλά θηλυκά διαφορετικών τύπων, αποχρώσεων και γούστων. Κι αυτό ήταν κάτι που το εκμεταλλευόταν δεόντως λόγω της αντρικής του χρείας, βέβαια, αλλά κυρίως λόγω της ανάγκης για ανάπαυλα απ’ την εξαντλητική δουλειά και για διοχέτευση της περισσής ενέργειάς του πάνω στο γυναικείο κορμί. Κι όπως με τη δουλειά έτσι και με τις γυναίκες λειτουργούσε με το ένστικτο: Χωρίς ενδοιασμούς κι αναστολές πλεύριζε και γυρόφερνε τη γυναίκα μέχρις αυτή να ενδώσει, κάτι σαν το ζώο δηλαδή που γυρεύει ικανοποίηση του σεξουαλικού ενστίκτου για αναπαραγωγή και διαιώνιση του είδους του χωρίς να λογοδοτεί πουθενά και σε τίποτα παρά μόνον στη φύση του.

Είν’ εύκολο να καταλάβει κανείς ότι όλα τα χρόνια της ζωής του στην καρδιά του Τρούλη είχαν φωλιάσει ένα σωρό γυναίκες, και θα συνέχιζαν να φωλιάζουν άμα ανάμεσα στις τάξεις τους δεν ξεχώριζε ένα πλάσμα που του δημιούργησε την έντονη ανάγκη για κάτι παραπάνω απ’ αυτό που του ενέπνεαν όλες οι άλλες του κατακτήσεις, ως εκείνη τη στιγμή. Το πλάσμα αυτό του οποίου η ζωή ήταν άσχημα καμωμένη απ’ την αρχή προερχόταν από εκείνες τις υπερβόρειες χώρες όπου η νύχτα πολιορκούσε τη μέρα ασταμάτητα και που τα τελευταία χρόνια είχαν καταντήσει απέραντα πορνοστάσια για λόγους που δεν θα εξετάσουμε εδώ. Έτσι, η ίδια μοίραζε τη ζωή της στα πεζοδρόμια και τις τρώγλες μέχρι που αποφάσισε να δραπετεύσει απ’ αυτή την κόλαση για να γλιτώσει απ’ τον ίδιο τον εαυτό της. Το πως βρέθηκε στην Αλχανία είναι μια ιστορία γεμάτη πόνο, κινδύνους και εξευτελισμούς. Η ίδια υποχρεώθηκε ν’ αδειάσει τους όρχεις αμέτρητων ανδρών με αντάλλαγμα την ασφαλή της μεταφορά, μακριά απ’ την πατρίδα της, σε τόπους που ο ήλιος ακόμα λάμπει.

Όταν ο Τρούλης έμαθε, λοιπόν, την ιστορία της, μια ακαταμάχητη επιθυμία να σώσει την γυναίκα που άρχισε ν’ αγαπά κυρίευσε όλη του την πρωτόγονη ύπαρξη. Τότε ήταν που για πρώτη φορά στη ζωή του τιθάσευσε το ένστικτό του κι άρχισε να λειτουργεί και με αισθήματα. Σύντομα πείστηκε ότι η αγαπημένη του τον χρειάζεται και ότι χωρίς αυτόν θα χάσει κάθε ηθικό φραγμό και θα ξαναδυστυχέψει όπως πρώτα. Στην πραγματικότητα, όμως, όλη αυτή του η διάθεση απέρρεε απ’ το γεγονός ότι είχε μπροστά του ένα υποβιβασμένο αντικείμενο για το οποίο είχε πλήρη επίγνωση της θέσης του. Τούτη όμως η διαπίστωση από μέρους του θάχε, προϊόντος του χρόνου, εφιαλτικές συνέπειες για την ίδια.

Έτσι, αφού πρώτα την αγάπησε, ύστερα την σπίτωσε προσφέροντας της όλα εκείνα τ’ απαραίτητα που αποζητά απεγνωσμένα ένα στερημένο και κατατρεγμένο πλάσμα. Κι αυτή τον ευχαριστούσε που βρέθηκε στη ζωή της, θεωρώντας την ύπαρξη του, μετά τον Χριστό, την μεγαλύτερη γι’ αυτήν προστασία επί γης. Ωστόσο, επειδή η κοινωνία της Αλχανίας δεν θα ανεχόταν ένα τέτοιο πλάσμα στους κόλπους της, λόγω του πρότερου αμαρτωλού του βίου, μόνον ο Τρούλης γνώριζε ότι την είχε σώσει από τον βόρβορο των σύγχρονων πορνοστάσιων στον οποίο κυλιόταν νυχθημερόν. Ένα μυστικό που το κρατούσε επτασφράγιστο αποτρέποντας οποιοδήποτε να έρθει σ’ επαφή με την πλέον νόμιμη γυναίκα του χωρίς αυτός να βρίσκεται παρόν. Περιττό να πούμε ότι ο φόβος να ξανακυλήσει στην ακολασία τον έκανε σιγά σιγά καχύποπτο κι ασφυκτικά στραγγαλιστικό της ζωής της. Γνώριζε ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθεί κάποιος άλλος επίδοξος «Τρούλης» με τις ίδιες ζωώδεις ορέξεις για θηλυκή σάρκα.

Ωστόσο, τον πρώτο καιρό ο φτεροφόρος θεός δεν άφηνε περιθώριο για τέτοιες μαύρες σκέψεις από μέρους του και για διαμαρτυρίες από μέρους της για την περιορισμένη και μονότονη ζωή που ζούσε: Ο Τρούλης όποτε έφευγε για την δουλειά κλείδωνε το σπίτι κι έκλεινε τα παραθυρόφυλλα όλα αφήνοντας την μέσα σαν φυλακισμένο ζώο! Ασχολούμενη με τις δουλειές του σπιτιού και με ελαφριές χειρωνακτικές εργασίες πέρναγε τις μέρες της σαν οικόσιτη δούλα.

Με το πέρασμα του χρόνου όμως η επήρεια των ερωτικών αισθημάτων και του αισθησιασμού εξασθενούσε κι όταν σώθηκε άρχισαν τα δύσκολα και για τους δύο. Η δούλα απ’ τις υπερβόρειες χώρες άρχισε να διεκδικεί τα δικαιώματα που αναλογούν σε μια γυναίκα εντός γάμου, ούσα εντάξει με τις υποχρεώσεις της και ταυτόχρονα στριμωγμένη και ζαρωμένη στη γωνία σαν φοβισμένο γατί. Όμως, ο Τρούλης έτρεμε αυτές τις μικρές εξεγέρσεις της γυναίκας του, έχοντας πάντα στον νου του μήπως τον απατήσει ή στην χειρότερη περίπτωση μήπως τον αφήσει για πάντα. Έτσι, γινόταν όλο και πιο δεσποτικός απέναντί της ως υπέρμαχος της εθιμικής αντίληψης ότι κάθε επιθυμία της γυναίκας είναι απαγορευμένη αφ ής ζεύεται τον ζυγό. Αγνοούσε, όμως, ότι όσο πιο πολύ δένεις μια άγρια κατσίκα, τόσο περσότερο αυξάνονται οι πιθανότητες να λυθεί και να φύγει αφού πρώτα νιώσεις τα κέρατά της να μπήγονται στα παΐδια σου. Όταν κάποτε τόλμησε να  ζητήσει, μ’ εκείνο το μελαγχολικό βλέμμα που την χαραχτήριζε πάντα, να πάνε ένα ταξίδι για να ξεκουραστούν κι οι δύο απ’ τις δουλειές και να δώσουν λίγο χώρο στα αισθήματα που ασφυκτιούσαν και πνίγονταν σιγά σιγά, ο Τρούλης την αγριοκοίταξε λέγοντας της πως οι δουλειές τρέχουν κι οι πελάτες δεν μπορούν να περιμένουν. Κι όταν σε μεταγενέστερο χρόνο αυτή επέμενε, ο Τρούλης, υιοθετώντας την προαιώνια τακτική των αντρών απέναντι σε αδύναμα πλάσματα που τα θεωρούν υποδεέστερα μόνον και μόνο γιατί είναι θηλυκά, σήκωσε χέρι πάνω της.

Η υπερβόρεια γυναίκα μην μπορώντας να βγάλει νύχια απέναντι στο θεριό, δηλαδή ν’ αντιδράσει παραμένοντας, όμως, κάτ’ απ’ την συζυγική στέγη και ρυθμίζοντας η ίδια τη ζωή της, άρχισε να συλλογίζεται μήπως ο πρότερος βίος της ήταν πιο «ελεύθερος» και πιο «ξέγνοιαστος» απ’ αυτό που ζούσε τώρα. Ήξερε πως αν γύριζε πίσω θα συνέχιζε να ζει σαν το ζώο, κυνηγημένη απ’ τη δυστυχία και τον τρόμο, αλλά ίσως θα ένιωθε πιο «ελεύθερη» απ’ ό,τι ήταν τώρα. Τουλάχιστον, τότε κανείς δεν την είχε χτυπήσει.

Μια ύστατη προσπάθεια που έκανε για ν’ αλλάξει τη ζωή της και να πάρει αυτή έν’ άλλο νόημα, μέσα από μια πολυπόθητη εγκυμοσύνη, δεν ευοδώθηκε. Φαίνεται ότι απ’ τις ερωτικές ασυδοσίες του παρελθόντος, το αναπαραγωγικό της σύστημα είχε υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές.

Τη μέρα που έλαβε την απόφαση να φύγει για πάντα, ο Τρούλης δούλευε στο σιδεράδικο πυρετωδώς για να ολοκληρώσει μια δουλειά που είχε καθυστερήσει αρκετά. Όταν βρέθηκε καταπλακωμένος από κάποια παλιά σίδερα που τα είχε δεμένα σε υπερυψωμένο σημείο του σιδεράδικου κατ’ απ’ το οποίο συνήθιζε να δουλεύει, η γυναίκα του είχε ήδη φύγει χωρίς να μάθει ποτέ το θλιβερό γεγονός. Κατάφερε να επιστρέψει στην πατρίδα της; ξανακύλησε στον βόρβορο όπου παραχωρούσε τα κάλλη της σε τιμή φτηνή; πήγε σ’ άλλους τόπους κι άλλαξε ζωή;  Ποτέ κανείς δεν έμαθε τι απέγινε η υπερβόρεια γυναίκα. Ούτε κι ο Τρούλης πρόλαβε να ενημερωθεί για τούτο το «σωτήριο» φευγιό της. Ίσως καλύτερα για αυτόν· γιατί έτσι έμεινε με την ιδέα ότι η γυναίκα του δεν τον πρόδωσε, ότι έμεινε πιστή στον ρόλο που ο Τρούλης θεωρούσε ότι αρμόζει σ’ ένα υποβιβασμένο αντικείμενο, ότι τελικά η παράδοση που κληροδότησε απ’ τον πατέρα του κι αυτός απ’ τον δικό του πατέρα διατηρήθηκε και με τον Τρούλη ή αλλιώς τον Ήφαιστο της Αλχανίας· ενα περιφερόμενο ένστικτο, πρωτόγονο και τραχύ, μια περιφερόμενη βουλιμία για έρωτα· έν’ ακόμα θύμα μιας πατροπαράδοτης συνήθειας.

*

©Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης

φωτό: Στρατός Φουντούλης