Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Διαφημιστικές Καμπάνιες

για την ηθογραφία του
μέλλοντος

Η βροχή πέφτει ανάμεσα στις στέγες των σπιτιών. Ναι, ακριβώς εκεί, ίσια στην φλέβα της πόλης πέφτει η βροχή.

Τα φώτα χαμηλώνουν και

Ο Φέλιξ μοιάζει ταραγμένος. Τριγυρνά στους δρόμους από το απόγευμα. Νιώθει κουρασμένος μα έχει αποφασίσει πως θα περπατά ως την τελευταία του ανάσα. Ναι, ο Φέλιξ ζει την θλίψη του με τον πιο ιδιαίτερο τρόπο του κόσμου. Βαδίζει δίχως σκοπό, τα αγόρια του μαγαζιού τον περιεργάζονται, το φορτίο τού έχει κόψει τις πλάτες όμως εκείνος περνά δίχως ενδιαφέρον από γειτονιά σε γειτονιά. Και,

Τι να του συμβαίνει άραγε; Θυμίζει εκείνους που πρόκειται να πεθάνουν σύντομα ή κάποιον που η καρδιά του ράγισε οριστικά.

Κάπως έτσι κυλά η ιστορία του Φέλιξ που σήμερα μόλις έμαθε πως θα γίνει πατέρας. Φέλιξ, το φαντάζεσαι; Τις Κυριακές θα τριγυρνάς με το αγόρι σου στο πάρκο και όλοι θα λένε, τι όμορφο παιδί, τι ατέλειωτο φως, οι θύελλες που ονειρεύονται δυο κοριτσίστικα μάτια κοιμούνται στα βλέφαρά του και άλλα παρόμοια δηλωτικά ενός ανείπωτου θαυμασμού. Όμως η δουλειά του Φέλιξ δεν πάει και τόσο καλά, η μάνα του περιμένει άρρωστη μια κάποια βοήθεια. Άμα συνέρχεται βλέπει το πράγμα λογικά και είναι σχεδόν βέβαιος, -κάνε το σωστό Φέλιξ, δεν είναι η ώρα, θα καταλάβει με τον καιρό και θα σε αγαπήσει περισσότερο- πως η ενδεδειγμένη λύση είναι να εγκαταλείψουν αυτές τις τρελές ιδέες. Η Άννα θα καταλάβει, μέσα της βαθιά είναι ένα κορίτσι που θα έδινε τα πάντα για μια συναρπαστική νύχτα στο Μίραντορ. Όμως, όχι, όχι Φέλιξ, μην φανείς παρορμητικός, ασυγκράτητος, θα μπορούσες να ζυγίσεις καλύτερα τα πράγματα. Άλλωστε, ποιος θα σε καταδικάσει έτσι ξέφρενα που γυρνά ο κόσμος, δίχως χρόνο για κανέναν και για τίποτε Φέλιξ. Η Άννα δεν είναι έτοιμη να γίνει μητέρα, η λογική της απελπισίας θα καταστρέψει γρήγορα αυτήν την αγάπη.

Το λεωφορείο για την γέφυρα αργεί πάντα. Και όταν πια φανεί, νυσταγμένο, βαρύ φαντάζει κατάμεστο από εφήμερους ταξιδιώτες. Πόσες φορές δεν μετάνιωσε, νιώθοντας όλο εκείνο το πλήθος να σφραγίζει την ζωή του, πόσες φορές δεν ξεχύθηκε από τα αμπάρια αυτού του παράξενου πλοίου, υπομένοντας τις βρισιές των επιβατών που κάπως ταράχτηκαν με τις νευρικές του κινήσεις.

Ο Χριστός της αβύσσου θα καταλάβει, ψιθυρίζει εμπρός από την διαφημιστική αφίσα της χριστιανικής εκκλησίας. Φόνος, έτσι γράφει η διαφήμιση στην προθήκη της στάσης, καλά φωτισμένη. Ένα έμβρυο που πνίγεται μες σε πηγάδια αίματος και λίγα λόγια για τις τύψεις μετά, τις αγωγές, τα φάρμακα, την αγωνία μες στην νύχτα για κάποιον μετέωρο σκοπό. Προς στιγμή μετανιώνει όμως,

Φέλιξ θα είναι μονάχα μια στιγμή και ύστερα όταν θα πρέπει με το στενό σου κολάρο, ανάμεσα σε φίλους, η Άννα και εσύ θα ανταλλάξετε αιώνιους όρκους, μεταξύ σας θα μιλάτε χρησιμοποιώντας ονόματα ηθοποιών, η ζωή θα φέρει τα δώρα της δίχως κόπο και όταν πρέπει Φέλιξ.

Η παμπ λειτουργεί ως αργά την νύχτα. Το γράφει στην βρώμικη τζαμαρία με τις φωτογραφίες και τον φωτισμό νέον. Ας πούμε πως  η παμπ ονομάζεται Φλαμίνγκο και το χρώμα του νέον είναι ένα αδύναμο, νερωμένο κόκκινο. Λίγη σημασία του έδωσαν οι θαμώνες.  Ο καθένας τους γύρισε στο ποτό του και μια μελωδία ακούστηκε από το παλαιωμένο τζουκ μποξ. Μερικές λέξεις και τα επίμονα πνευστά από το βάθος της ορχήστρας, βροχή και άδειες μέρες και τα ρέστα. Η Άννα θα καταλάβει, ακόμη και αν ο ίδιος ταξιδέψει απόψε, τώρα, δίχως να κοιτάξει πίσω του, το κορίτσι του θα καταλάβει. Και ύστερα, αν η ζωή το θέλει κάποτε στο Ντε Μόινς ή την Βοστώνη οι δυο τους θα συναντηθούν ένα πανέμορφο απόγευμα, με λινά ρούχα και αρκετά χρόνια πεταμένα στην θάλασσα.

Ξέρετε κύριε, δεν επιτρέπεται το κάπνισμα στον χώρο. Βλέπετε η οδηγία κύριε, συγχωρήστε με, δώστε μου ένα μονάχα λεπτό για να σας εκθέσω το μενού. Πεινάτε κύριε; Πεινάτε; Αν ναι, τότε δίχως να το γνωρίζετε απόψε φθάσατε στο καλύτερο εστιατόριο της πόλης, κύριε! Μονάχα ποτό, σύμφωνοι κύριε.

Όλοι απόψε φωνάζουν

όχι, όχι Φέλιξ.

Το μυαλό του κοντεύει να χαθεί. Θα πουν για αυτόν, υπήρξε ένα φημισμένο παλικάρι, ας κοιμηθεί απόψε για πάντα, κάτω από το κούφωμα της νύχτας και τις ωραίες , αστικές συμμετρίες. Νωχελικά κινείται έξω από το μαγαζί, οι άλλοι τον κοιτούν, “μην γίνετε φονιάς, μην!”, καπνίζει λαίμαργα, εκείνος και το μωρό του έξω από ένα κτίριο με αντοβιανά τούβλα σε αποικιακό στυλ μιας αληθινής μεγαλούπολης, εκείνος και το μωρό του που παλεύουν να τα βρουν, ο καπνός που γλιστράει από τα χείλη του, η βροχή που πέφτει τώρα ανάμεσα στις λέξεις αυτής της ιστορίας. Ο Φέλιξ που σε μια άλλη περίπτωση θα είχε γίνει κιόλας μύθος, ένας μικρός Ορφέας που χάνει οριστικά την ψυχή του και ανάβει το τσιγάρο του έξω από κλειστό κατάστημα της 50ης οδού. Οι τηλεοπτικοί δέκτες δείχνουν επαναλαμβανόμενα τοπία από εμπόλεμες περιοχές, έναν κατεστραμμένο πνεύμονα, την διακήρυξη των παιδιών που υποστηρίζουν σθεναρά πως ο καπνός καταστρέφει τις ζωές μας, τα νεαρά παιδιά του Λίβερπουλ που γερνούν στις αποβάθρες, πνιγμένες ζωές στο φτηνό ουίσκι, καπνοί και πρόστυχες μέρες.

Άννα,- ο Φέλιξ μιλά χαμηλόφωνα γιατί κάπως έτσι παίρνει ήσυχα όλο το φως από την φωνή της στην άλλη πλευρά-, θα ήταν καλύτερα αν, οι δυο μας θα έχουμε τόσες ευκαιρίες Άννα, σχεδόν μπορούμε να αλλάξουμε την μοίρα μας. Μες στους καπνούς  ο Φέλιξ γίνεται άνδρας, τα φτερά στην πλάτη του καίγονται ελεύθερα και αυτό είναι όλο και όλο ό,τι θα πρέπει κανείς να θυμάται από αυτήν την ιστορία που βασίστηκε στις απαγορεύσεις που μας απομονώνουν.

Διαφορετικά,

*
©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→