
Εργάκι μες σε άνοιξη μυριστική
[Λόμπι φτηνού ξενοδοχείου, στης Ομόνοιας τα πέριξ. Όχι εκείνης του Ιωάννου, μα της άλλης της σκοτεινής και της αδιαπέραστης πλατείας, σύμβολο και ορόσημο ενός κόσμου που συναντιέται και χάνεται και άντε πάλι από την αρχή. Ένας άνδρας κάτω στο μπαρ, ολομόναχος. Πράσινοι ταφτάδες και σκασμένο το ξύλο και κάτι φώτα χαμηλά σαν κεριά. Φοράει λινό σακάκι πολύ τσαλακωμένο με σπασμένο το γιακά. Το πουκάμισο του γαργιασμένο, κοιτάζει γύρω, κοιτάζει έξω που περνούν οι άνθρωποι. Ο μπάρμαν του βάζει άλλο ένα, κλείνει τα φώτα και κάνει την έξοδο του από τη σκηνή. Ο ήρωας μένει μόνος. Σηκώνεται και πηγαίνει προς το τηλεφωνείο. Σχηματίζει τον αριθμό, περιμένει και μιλά.]
Ήρωας: Εμπρός; Εμπρός; Πατέρα; Με ακούς; Ακούει κανείς; (πέφτει ο τηλεφωνητής, “μετά το χαρακτηριστικό ήχο αφήστε το μήνυμά σας”) Ας είναι, εγώ θέλω κάπου να μιλήσω. Εγώ θέλω, να σου πω, ότι φοβάμαι. Τους βλέπω να περνούν απ’έξω. Με ψάχνουνε πατέρα, έχουν πάρει σβάρνα τους κήπους και με γυρεύουν. Κάποια στιγμή θα με δουν εδώ μέσα, μεθυσμένο πατέρα, να φοβάμαι. Θα με πάρουν να με πάνε στον βασιλιά. Θα με δικάσουν και εγώ δεν έχω κανέναν για να του πω ότι τρέμω μην τελειώσει ετούτη η νύχτα, πως μου κάνει κακό όλη αυτή η μοναξιά. Οι φίλοι μου φύγανε, όλα όσα με αφορούν γίνανε πια ένας κόσμος εκτός κυκλοφορίας, ένας κόσμος τόσο μακρινός με τούτη την επικαιρότητα. Ξέρεις πατέρα, με σκοτώνει ετούτη η σιωπή, μα δεν μου μένει τίποτε άλλο, μόνο να κλάψω και εγώ μια στάλα. Σε λίγο θα έρθουν, θα κοιτάξουν τα χαρτιά μου και έπειτα η σύλληψη, τα βασανιστήρια, ο θάνατος πατέρα. Μου φαίνεται ότι είμαι από εκείνους τους εξ επαγγέλματος νεκρούς, κάτι σαν τον ποιητή που είναι χαμένος, σκάβοντας στο νταμάρι της αιωνιότητας (γελά κάπως πικρά) Δεν είναι ζωή ετούτη πατέρα, πυρετός είναι. Θα έρθουν να με πάρουν, το νιώθω και το ξέρω. Στ’ορκίζομαι πατέρα, στ’ορκίζομαι στην ομορφιά που κρύβεται στου βορά τ’απόβραδο, μήτε μια στιγμή δεν δείλιασα. Μα είναι κάτι ώρες που τσακίζεται η καρδιά μου, μες στον κόσμο βρίσκω τον εαυτό μου, μες στον άγριο τον κόσμο, μια καρδιά που αγάπησε πολύ και τώρα πεθαίνει. Είναι κάτι ώρες, θέλω να πω πατέρα που θα ‘θελα να ‘ταν τα πράγματα αλλιώς. Να άκουγα τη φωνή σου, να ξέρω πως είσαι εκεί πατέρα, πως υπάρχει κάτι περισσότερο από το κύλισμα του χρόνου, κάτι υπέροχο, γεμάτο σθένος και μυστήριο. Πως δεν είναι όλα θάνατος, πως το φως δεν είναι άφταστο. (αποφασισμένα, σαν να συνέρχεται από τη συντριβή του. Μεσολαβεί μια μικρή, αναγνωρίσιμη παύση.)
Θα βρω το κουράγιο. Αφού έτσι το θέλεις, θα βρω το κουράγιο και θα πάω μονάχος μου. Θα τους πω, “εδώ είμαι, ορίστε” και από παντού θα πέφτουν βροχές. Θα κρατήσω σφιχτά μες στα χέρια μου τούτον εδώ το μικρό σταυρό, θα πεθάνω από αγάπη. Μες στην αθωότητα θα ζήσω ότι μου απομένει πατέρα. Ένας στίχος και εγώ, κάποιος μες στο τάγμα των ποιητών που κινά για ασκήσεις σε ένα παράξενο πεδίο βολής. Τόσοι άνθρωποι πατέρα, μες στο έλεος της βροχής, πίνοντας τσιγάρα, ρίχνοντας βροχή τις σφαίρες πάνω στο σκοτάδι αυτού εδώ του κόσμου.
Πατέρα με ακούς; Αν με ακούς, μάθε πως ήρθε πια η ώρα, πως πρέπει να πηγαίνω προτού με βρουν. Έτσι μονάχος μου και ωραίος θα σταθώ εμπρός τους. Θα πω, “δεν φοβάμαι, όχι εγώ δεν πρέπει” και θα υπομείνω όλη εκείνη την ταπείνωση. Για σένα θα το κάνω, που με ακούς πίσω από τη μηχανή. Το ξέρω ότι με ακούς, πως είσαι παντού τριγύρω, σαν άνεμος παντού τρυπώνεις. Θα τους πως, πατέρα, “ανήκω εις τους ανυπότακτους της ιστορίας”, σε κάθε τους κουβέντα θα αποκριθώ με αγάπη. Δεν θα νιώσουν τίποτε, στριμωγμένοι μες στις ζωές τους και έτσι θα τελειώσουν όλα, δίχως τον παραμικρό λυρισμό, πατέρα.
(Αφήνει το ακουστικό, ο μπάρμαν από μια γωνιά μετράει τα κέρδη της μέρας. Από τα μάτια του δεν τον χάνει. Η πόρτα ανοίγει, δυο χαφιέδες μπαίνουν και κάθονται πλάι του, δήθεν αδιάφοροι. Τώρα δεν έχει πουθενά να πάει, οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν να τον συλλάβουν. Ο μπάρμαν επιστρέφει στο πόστο του. Βάζει πρώτα στους κυρίους δυο ποτήρια μπέρμπον. Έπειτα, φροντίζει για ένα ακόμη τελευταίο. Σκύβει και φιλά τον ήρωα και οι άλλοι ξέρουν πια. Ακούγεται ήχος καταιγίδας, οι δυο τύποι κοιτάζουν τον ήρωα και όλοι μαζί κινούν. Και από τα σπίτια που ‘χουν ξανακούσει την ίδια ιστορία, χιλιάδες φορές, τα κουρτινάκια τραβιούνται κανείς να μην ξέρει. Τόπους τόπους η νύχτα βαθαίνει. Το γρήγορα που συνηθίζει κανείς το θάνατο, συλλογίζεται ο ήρωας. Ύστερα τον παίρνουν μέσα και η ιστορία επαναλαμβάνεται.)
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.