Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Γενέθλια Πόλη ―από τον Απόστολο Σπυράκη

ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ ―Συλλογικό. Επιμέλεια: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, εκδόσεις Ελληνοεκδοτική

Για μια ακόμη φορά ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης εμπνεύστηκε και δημιούργησε μια πρωτότυπη συλλογή ιστοριών, μια ανάσα δροσιάς στο άγονο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Η Γενέθλια Πόλη παρουσιάζει ιστορίες απ’  όλη την Ελλάδα αλλά  και έξω από αυτήν, ιστορίες που δεν έχουν μονάχα σκληρές στιγμές μα και όμορφες όπως εκείνη με τα αγόρια που παίζουν ποδοσφαιράκια ξύλινα  ακούγοντας τον κυματιστό θόρυβο «καθώς κατάπινε την άσπρη μπαλίτσα  το στόμα του τέρματος». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Γενέθλια Πόλη ―από τον Απόστολο Σπυράκη»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Η μεγάλη δίκη τού βιαστή

Εκείνο το πρωί ο X. ξύπνησε μ’ έναν φρικτό πονοκέφαλο. Παρέμεινε, όμως, στο κρεβάτι κοιτώντας επίμονα το κουρτινόξυλο που βρισκόταν τοποθετημένο ακριβώς στον απέναντι τοίχο, πάν’ απ’ το μοναδικό παράθυρο τού διαμερίσματός του. Οι κουρτίνες κάλυπταν όλο το τζάμι και λόγω της πυκνότητας τού υφάσματος, έν’ αδύναμο φως έφτανε μέσα στο υπνοδωμάτιο δημιουργώντας την εντύπωση ότι ακόμα δεν έχει ξημερώσει. Ξεκίνησε να μετράει τους κρίκους απ’ τους οποίους κρεμόταν η κουρτίνα· πίστευε ότι αυτό το μέτρημα θα έκανε πιο υποφερτό το βασανιστήριο τού πόνου ίσως γιατί θα του αποσπούσε την προσοχή του από τούτη την έντονη ενόχληση.
Όμως ο πόνος δεν υποχωρούσε στο ελάχιστο κι όσο κι αν συνέχιζε το μέτρημα δεν θα κατάφερνε τίποτα. Ήταν φανερό ότι έτσι θα πετύχαινε μόνο να καθυστερήσει στο ραντεβού που του είχε ορίσει ήδη εδώ και μια εβδομάδα ο Γενικός. Αυτό τον γέμιζε μ’ ανησυχία όχι μόνον γιατί ο προϊστάμενός του ήταν αυστηρός και δεν επέτρεπε καμμία απόκκλιση, ούτε στο ελάχιστο, από κάθετι προγραμματισμένο απ’ αυτόν, αλλά κυρίως γιατί ο ίδιος ο Χ. λόγω ανατροφής ήταν άνθρωπος τού καθήκοντος τ’ οποίο έπρεπε να εκτελεί πάντα με στρατιωτική πειθαρχία, όποιο κι αν ήταν αυτό, είτε ήταν ανατεθειμένο απ’ τον ίδιο ή απ’ τους ανωτέρους του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Η μεγάλη δίκη τού βιαστή»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Έλα να σου πω

Να σου τα πω, λοιπόν, τώρα έτσι που καθόμαστε κι έχουμε την ευκαιρία.

Ο θείος μου και άλλοι ψαράδες από απέναντι έρχονταν και ψάρευαν εδώ, από πάντα. Κι όταν το  ’14 αγρίεψαν τα πράγματα εκεί, τους  πήρε και τους έφερε εδώ, την οικογένεια, γιατί είχε φίλους.

Και μείνανε στης Χριστοδούλας, είχε σπίτια αυτή και κτήματα και με το παραπάνω. Είχε και ένα γιο που αργότερα σκοτώθηκε, αξιωματικός, στον Σαγγάριο. Είχε και μια θυγατέρα, που την  είχε παντρέψει με τον Νικόλα τον Μπουχλή και έκανε ένα κοριτσάκι η καημένη και πέθανε. Αυτός είχε μάνα Κασαμπαδιώτισσα και πατέρα από δω, ντόπιο, παπά, από το σόι, έλεγαν, των Αγαλλιανών, του άγιου Γνάτιου. Και ήταν και δάσκαλος εδώ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Έλα να σου πω»

Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Αγένεια της Αγάπης (Μικρές Ώρες)

Αρχείο 16/02/2012

Μερικές προσευχές χάνουν το δρόμο τους και έτσι αδέσποτα περιφέρονται σε μια γοητευτική δυσαρμονία, αλλά απόψε θέλω να υμνήσω την ατέλεια και να θρηνήσω για την επερχόμενη ευτυχία!

Πόσο παράξενο Αλήθεια είναι το γεγονός πως οι απλοϊκοί υπερτιμούν την Αγάπη, παραβλέποντας το γεγονός πως αυτή στην φύση της είναι αγενής και αδιάκριτη.

Εισβάλει συχνά τις πιο ακατάλληλες στιγμές και πάντοτε Ακάλεστη, Τι Αγένεια..!!!!!

02:18 Έχει ησυχία εδώ απόψε και όλα ως συνήθως πεθαίνουν στην ώρα τους, σχεδόν τίποτα δεν αλλάζει και τριγύρω τα αντίτυπα του αοράτου προτύπου επιμένουν πεισματικά στην επίπλαστη ευδαιμονία τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Αγένεια της Αγάπης (Μικρές Ώρες)»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Νίκος Ζάμπρος απόψε σκοτώνεται

Γεφύρι Της Χρυσαυγής. Κατά την παράδοση, το γεφύρι κτίστηκε το 1854 με τη χορηγία ενός ληστή, του Νικόλαου Ζάμπρου από το Πολυνέρι Γρεβενών. Σε μία καταδίωξή του από τα αποσπάσματα, δεν κατάφερε να περάσει το ρέμα που εκείνη τη μέρα ήταν πλημμυρισμένο και ζήτησε από τους Χρυσαυγιώτες να τον κρύψουν. Ως αντάλλαγμα χρηματοδότησε την κατασκευή του γεφυριού, και επιθεωρούσε το έργο κρυμμένος στον παρακείμενο νερόμυλο.

Μια ανταπόκριση που ταξιδεύει πάνω από γεφύρια και ρεματιές μιας άλλης Ελλάδας χτισμένης στον πιο απόκρημνο βράχο. Καθώς ο Ιούλιος σκοτώνει ότι αγαπήσαμε, στέκουμε στην κορυφή του τοξωτού γεφυριού και ακούμε τι τάχα έχει να μας πει το ποτάμι. Το βλέπουμε να κατηφορίζει τον δρόμο. Φορά κεφάλι Μινώταυρου, είναι το ποτάμι που πήρε τον Νίκο Ζάμπρο. Και όχι το απόσπασμα σε μια από τις ιστορίες που συμπλέουν με τον αστικό μύθο και κυκλοφορούν μες στην λαλιά μας, την σύγχρονη και την παλιά.

«Ο Νίκος Ζάμπρος έπεσε νεκρός έπειτα από σκληρό τουφεκίδι. Σκοτώθηκε μετά δεκαήμερης και ανελέητης μάχης με τις δυνάμεις της χωροφυλακής. Οι απώλειες βασάνισαν και τις δυο πλευρές. Μα ο Ζάμπρος ήτο σκληρός καθώς οι πέτρες των Ορέων. Αντέχει τους ανέμους που φυσούν ξαφνικοί και αγριεμένοι προτού κρυφτούν μες στις σπηλιές. Μικροί θεοί που παίζουν.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Νίκος Ζάμπρος απόψε σκοτώνεται»

Ισμήνη Καρυωτάκη, Φυγόδικος δεν ήμουν ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Ισμήνη Καρυωτάκη, Φυγόδικος δεν ήμουν ―εκδόσεις Ποταμός

Ο Σπήλιος αισθάνθηκε σαν ένα ζώο που επιτέλους αντιλήφτηκε ότι το παράθυρο στο δωμάτιο –απ’ όπου λογάριαζε ν’ αποδράσει– δεν ήταν παρά η είσοδος στο κλουβί που τον περίμενε απέξω.

Σηκώθηκα. Άρχισα να κόβω βόλτες στο δωμάτιο, κι επειδή δεν ήξερα τι άλλο να σκεφτώ, σκέφτηκα ότι η Εριφύλη με σκέφτεται, άναψα ένα τσιγάρο και τη σκεφτόμουν κι εγώ. Στο κρεβάτι μαζί μου. Γιατί όχι; Δεν πάει στον διάολο. Έπιασα μια καρέκλα κι ανέβηκα για να κοιτάξω απ’ τον φεγγίτη, ήθελα να τον ανοίξω και να βάλω τις φωνές. Πες κάτι τέλος πάντων, λέω μέσα μου. Δεν ξέρω γιατί μου ήρθε έξαφνα το χαϊδευτικό που της αρέσει: Καβουρμά μου, λέω. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ισμήνη Καρυωτάκη, Φυγόδικος δεν ήμουν ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Κλειστή στροφή

Στην Άρτεμις

Σ’ έφερα στο νου μου ξανά, βλέποντας τις ροδιές στην άσφαλτο να καταλήγουν στο γκρεμό. Δεν συναντιόμασταν συχνά, ήταν οι αναμνήσεις που στοίχειωναν μέρες ανύπαρκτες και βράδια στα σχοινιά. Μια λούπα σαν ρεφρέν που προσπαθούσε να σώσει ένα άνοστο τραγούδι.

Και ήξερα πως λίγοι σε κατάλαβαν και ακόμα λιγότεροι σε αγάπησαν. Χωρίς αμφιβολίες, όρους και στεγανά. Μονάχα με την όσφρηση, την όραση και την αφή. Ήσουν η βροντή, η έκλαμψη και η ταχύτητα. Ένα «φίλα με» στο χείλος της χαράδρας και ένα «άσε με» στο κατώφλι της εξώπορτας.

Ο Σελίν, ο Σενέκας και ο Μπωντλαίρ.

Μετά την Επίδαυρο προσπέρασα σε κλειστή στροφή χωρίς ορατότητα. Δεν γύρεψα ποτέ το λόγο ούτε έψαξα την απάντηση. Όπως έκανα και μαζί σου, ή όπως έπρεπε να κάνω κάθε που χανόμουν στους ατελεύτητους διαδρόμους της λογικής.

Τα φώτα απέναντι με τύφλωναν.

Μικροί θάνατοι σε κακοτράχαλους επαρχιακούς.

Το κουφάρι μιας πατημένης αλεπούς στην άκρη του δρόμου.

Γνώριζα πως η χτεσινή ήταν και η τελευταία φορά που σε είδα. Με τη σιγουριά του λογοτέχνη για το έργο του, του εραστή για την αποχώρηση του, του θανατοποινίτη για την εκτέλεση του.

Κυρίως δε με τον κυνισμό που απεχθανόταν τη φθορά, τον κατήφορο, τα σκοτάδια και τα σκέλεθρα…

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Μαριάνθη Τεντζεράκη, Ο Σακάτης ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Μαριάνθη Τεντζεράκη, Ο Σακάτης ―ΑΩ εκδόσεις

Ο Σακάτης διηγείται την ιστορία του Άλκη από τη μέρα της γέννησής του έως το τέλος του. Ο Άλκης γεννιέται αγόρι, γίνεται άντρας και του αρέσουν οι άντρες. Όπως του αρέσουν τα φορέματα και τα κόκκινα κραγιόν. Αγωνίζεται να ζήσει ελεύθερος σε έναν κόσμο που πεισματικά του το αρνείται και τον τιμωρεί γι’ αυτό που είναι.

Ο Άλκης έχει μεγάλα χείλη. Είναι τόσο μεγάλα, που δημιουργούν τεράστια αντίθεση με το υπόλοιπο πρόσωπο. Έχει για παράδειγμα μικρά μάτια, που, μετά από τόσο πόνο και να μην το ήθελε, τον κάνουν να δείχνει θλιμμένος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαριάνθη Τεντζεράκη, Ο Σακάτης ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»