Ζωή Κατσιαμπούρα, Οδηγός κατά δήλωσιν

Η φίλη των φοιτητικών χρόνων πάντρευε τον μοναχογιό της και η ζωή μου ήταν γενικά σε μια πολύ στενάχωρη φάση της. Οπότε, είδα την πρόσκληση και σαν ευκαιρία για ένα διάλειμμα από το ζόρι και τη μαυρίλα, ένα αντάμωμα με την αγαπημένη παρέα των είκοσι χρόνων. Σίγουρα όλες θα ήταν εκεί, οι ζωντανές…

Ωραία η Θεσσαλονίκη! Με ένα ταξί από τον Σταθμό πήγα στο ξενοδοχείο, μέσα στο δάσος, πάνω στο βουνό, και έκλαψα πολύ από τη χαρά μου να βλέπω να στολίζεται ως πεθερά η φίλη μου και να ντύνονται εντυπωσιακά όπως πάντα  οι άλλες της τότε ομάδας και να καμαρωνόμαστε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Οδηγός κατά δήλωσιν»

Ζαχαρίας Στούφης, Φιλιατρό

Απόσπασμα από τη νουβέλα «Ο τάφος του διαόλου» των ΑΩ εκδόσεων

Όταν ήμουν παιδί έκανα μία παράξενη δουλειά για την οποία πληρωνόμουν πολύ καλά. Καθάριζα τις στέρνες του χωριού. Επειδή το στόμιο του φιλιατρού είναι πολύ μικρό, δηλαδή τόσο που να χωράει ένα μεγάλο κουβά, και επειδή τα φιλιατρά είναι τσιμεντένια ή πέτρινα, οπότε και πολύ βαριά για να μετακινηθούν, έπρεπε να κατέβει ένα αδύνατο παιδί για να καθαρίσει τη στέρνα. Αυτό το παιδί ήμουν εγώ και για να κατέβω σε μία στέρνα υπήρχαν δύο τρόποι. Ο ένας και ευκολότερος ήταν με την μακριά σκάλα που μαζεύαμε τις ελιές ή με την σκάλα του καμπαναριού που ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζαχαρίας Στούφης, Φιλιατρό»

Πάνος Νιαβής, Η Κεραία του Δάσκαλου που Μαλαθούνης ήταν και λεγόταν

Ο πίνακας στην αίθουσα του σχολείου μαύρος και άραχλος  είναι, όπως όλοι οι μαυροπίνακες των σχολείων, αλλά ετούτος δω είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Γράψε σβήσε τόσα χρόνια ο δάσκαλος, το μαύρο κουράστηκε και έσκαγε κάπου-κάπου υποψίες  χαμόγελου  από  τα παιδιά που είπαν σωστά μάθημα κι η κρανιά του δάσκαλου  που Μαλαθούνης ήταν και  λεγόταν, δεν έπεφτε σκληρή κι αμείλικτη στις ανοιχτές   παλάμες τους, ως συνέβαινε συνήθως. Μαύρος ο πίνακας και ένα αυτοκρατορικό Μηδέν είχε θρονιαστεί στη δόξα του εφήμερου από το χτεσινό μάθημα και το ξυλοφόρτωμα της  μικρής Μαρίας του Κάτου  Λιούρα, που δεν ήξερε πως τέσσερα μείον τέσσερα κάνουν ΜΗΔΕΝ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πάνος Νιαβής, Η Κεραία του Δάσκαλου που Μαλαθούνης ήταν και λεγόταν»

Βασίλης Αλεξάκης (1943-2021), Τάλγκο ―αποσπάσματα

In Memoriam

Είχα ξεχάσει τι ωραία που νιώθεις όταν κάνεις έρωτα. Το σώμα μου είχε καταντήσει σαν κάτι παλιά επαρχιακά σαλόνια, θλιβερά και βουβά, με τα παντζούρια μονίμως κλειστά, τα έπιπλα σκεπασμένα μ’ άσπρα σεντόνια, σαν κάτι σαλόνια όπου δεν φαίνεται να κατοικούν παρά μόνο φαντάσματα επίπλων. Εσύ άνοιξες τις πόρτες και τα παράθυρα κι ένιωσα να με διαπερνά ένα γλυκύτατο καλοκαιρινό αεράκι. Ήταν μεσημέρι. Ανακάλυψα γύρω μου ένα θεόρατο κήπο με μυριάδες πουλιά.
Θυμάσαι τι γέλια κάναμε; Ίσως γι’ αυτό να γράφω, για να επιζήσει κάτι απ’ όλα αυτά, για να μην τ’ αρπάξει όλα ο χρόνος. Προσπαθώ κάτι να του κλέψω, έστω μερικές στιγμές. Ό,τι θυμάμαι. Στο τέλος θα μας πάρει ως και τις αναμνήσεις μας. Θα είναι σαν να μην έχουμε ζήσει καν. Ίσως δεν θα ’πρεπε να βασίζομαι τόσο στις λέξεις… Τα πλήκτρα της γραφομηχανής, σε τέσσερις σειρές όπως είναι, μοιάζουν με κερκίδες σταδίου όπου κάθονται φρόνιμα τα γράμματα.[…] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλης Αλεξάκης (1943-2021), Τάλγκο ―αποσπάσματα»

Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης, Άγγελέ μου…

γγελέ μου, πάει καιρὸς ποὺ δὲν κατάφερα νὰ σκαρώσω οὔτε ἕνα τόσο δὰ στιχούργημα. Ἡ σκόλη τύλιξε τὶς φτεροῦγες της καὶ μαζεύτηκε στὴ γωνιά, στριμωγμένη ἀπὸ τὴν ἰλιγγιώδη ταχύτητα τῶν πραγμάτων κι ἔτσι δὲν προλαβαίνω τώρα νὰ δροσοσταλάξω λίγη ὀμορφιὰ πάνω στὸ κιτρινισμένο κορμὶ τοῦ χαρτιοῦ, ὅπως ἀφήνει ὁ κλῶνος τὴ δροσοσταλίδα νὰ πέσῃ πάνω στὴ γῆ μπροστὰ στὸ φέγγος τῆς πρώτης ἀχτίδας. Κατάλαβέ με, οἱ ἔγνοιες βυζαίνουν τὴ σκέψη μου διαρκῶς καὶ μὲ ὁδηγοῦν κάτω ἀπὸ τὸν θόλο ἑνὸς στέρφου ὀνείρου. Δὲν δύναμαι νὰ ὀνειρευτῶ τὸ ὄνειρό μου. Κατάντησα διαβατάρικο πουλὶ ποὺ ἀκόμα ψάχνει τὴν Ἄνοιξη γιὰ νὰ ξαποστάσῃ ἐκεῖ, κάτω ἀπὸ τὴν ὀμπρέλα τοῦ οὐρανοῦ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης, Άγγελέ μου…»

Παύλος Νιρβάνας, Το φλουρί του φτωχού

Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ’πεσε –ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα– βγήκε μοιρασμένο.

Πώς έρχονται τα πράγματα καμιά φορά!

Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει να κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε, σα να θυμήθηκε κάτι.

«Ξεχάσαμε», είπε, «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ’ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παύλος Νιρβάνας, Το φλουρί του φτωχού»

Καίτη Παπαδάκη, Πτώση

Τριγύρισα τον φαρδύ κορμό, πάντα από απόσταση, καθώς οι εντολές ήταν σαφείς όταν  το αφεντικό μας έδωσε τα κλειδιά. Άλλωστε  η πινακίδα στην βάση του δέντρου , προειδοποιούσε για τις συνέπειες της όποιας ανυπακοής: ΠΡΟΣΟΧΗ! ΜΗΝ ΠΛΗΣΙΑΖΕΤΕ. ΜΗΝ ΚΟΒΕΤΕ ΜΗΛΑ. ΜΗΝ ΚΑΘΕΣΤΕ ΣΤΗ ΣΚΙΑ. ΘΑ ΤΟ ΒΡΕΙΤΕ ΑΠ’ ΤΟΝ ΘΕΟ. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να γελάστηκα, η φωνή ήταν ξεκάθαρα γυναικεία, ερχόταν από εδώ. Όχι, η Εύα ήταν από ώρα στην άλλη μεριά του περβολιού κι έπλενε στο ρυάκι. Στον τρίτο κύκλο γύρω απ’ την μηλιά σιγουρεύτηκα πως δεν κρυβόταν κανένας . Κοίταξα τα κλαδιά. Μήπως ήταν κανένας παπαγάλος; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Πτώση»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Σαν έφηβος, σαν βασιλιάς

Καθήκον του χρόνου
Είναι να ξεγλιστρά

Φάρσα, όχι μεγαλύτερη από αυτήν που
Σκαρώνει ο χρόνος

Ήταν εμφανώς μεθυσμένος, με μεγάλα, βουκολικά μάτια. Έμοιαζε να΄χε χάσει μια αγάπη ή να του΄χε μια δύναμη ανώτερη, εκμυστηρευθεί τον ακριβή χρόνο του θανάτου του. Κάτι τέτοιο θα του προσέδιδε την όψη ενός άγριου μήνα. Η ορχήστρα έπαιζε ξέφρενα, τα λεπτά κυλούσαν, όλες οι γέφυρες με τον κόσμο εκεί έξω, συντρίβονταν. Οι κύριοι, τυλιγμένοι στο δέρμα ενός λονδρέζικου χελιδονιού και οι κυρίες, με προσεγμένες τουαλέτες και την πιο διακοσμητική, γιορτινή γλώσσα που φαντάστηκε κανείς. Περνούν και χάνονται μες στα δωμάτια της βίλας, λίγοι και εκλεκτοί καλεσμένοι αυτής της μαγικοδραματικής τελετής, γεμάτης ίντριγκες, χωρισμούς, πάθος και έξαλλο χορό από τα ζευγάρια που κηλιδώνουν τον ώριμο κέδρο του πατώματος με τα γυμνά των βήματα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Σαν έφηβος, σαν βασιλιάς»