Λεωνίδας Καζάσης, Προμήτορος νουθεσίαι

Σας καταλαβαίνω!

Είστε απασχολημένοι με τις οικογένειές σας!

Γι’ αυτό μοιράζετε λευκές επιταγές στους ειδήμονες: τους ολίγους και τους άριστους! Για να ασχολούνται με τα κοινά και να αποφασίζουν ερήμην σας˙ και αυτοί οι αθεόφοβοι συνωμοτούν εις βάρος σας, κλέβοντας χρήματα, θεσπίζοντας σκληρούς, άδικους νόμους˙ όμως για να πούμε και του στραβού το δίκιο, παραφορτώνετε τους άρχοντες με ευθύνες, ώστε να μην προλαβαίνουν να παρακολουθήσουν τα τούρκικα σήριαλς από την τηλεόραση, ενώ εσείς τα παρακολουθείτε, διευρύνοντας το γνωστικό πεδίο σας, οξύνοντας την κριτική διάθεσή σας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Προμήτορος νουθεσίαι»

Τασούλα Γεωργιάδου, Αληθινές παλαιάς κοπής, μιας άλλης εποχής ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Διηγήματα, από τις εκδόσεις Παρέμβαση

Περιγραφή
Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο «ΑΛΗΘΙΝΕΣ Παλαιάς κοπής, μιας άλλης εποχής» της Τασούλας Γεωργιάδου από τις Εκδόσεις Παρέμβαση. Πρόκειται για διηγήματα ιδιαίτερης αισθητικής και ξεχωριστής γραφής… Ιστορίες Αληθινών γυναικών μιας άλλης εποχής, γεννημένες στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Γυναίκες παλαιάς κοπής, με όνειρα σε παροπλισμό και περιορισμένες επιλογές, θεωρούν υποχρέωσή τους να μη δυσαρεστήσουν γονείς κι αδέλφια που αποφασίζουν για το δικό τους καλό. Βάζουν σε προτεραιότητα τα κοινωνικά πρέπει, το «τι θα πει ο κόσμος», καταχωνιάζουν τα θέλω τους και ο γάμος είναι μονόδρομος προορισμός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τασούλα Γεωργιάδου, Αληθινές παλαιάς κοπής, μιας άλλης εποχής ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Φωτεινή Τέντη, Καθρέφτη καθρεφτάκι μου

Η μάνα είχε τον κόρφο της κλειδωμένο.

Δεν χάριζε αγκαλιές.

Είχε κρύο.

Έκανα την κουβέρτα αγκαλιά, ήταν ζεστά, εκεί κατοικούσα, εγώ, στις παιδικές φωτογραφίες γελάω, η μάνα γελάει, ο πατέρας γελάει, ποιοι είναι αυτοί; Δεν τους γνωρίζω, καθρέφτη καθρεφτάκι μου, ποιοι είναι οι πιο ευτυχισμένοι;

Τυλιγμένη στην κουβέρτα, πλέκω-ξεμπλέκω κόμπους στον λαιμό, είμαι πολλοί στο όνειρο, που βλέπω με μάτια ανοιχτά κάθε βράδυ, είμαστε πολλοί, εγώ, στην κουβέρτα εγώ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Φωτεινή Τέντη, Καθρέφτη καθρεφτάκι μου»

Ελένη Χωρεάνθη, Αγορασμένη Ζωή

Από τις εκδόσεις 24 γράμματα

Γράφει ο Δημήτρης Βαρβαρήγος

Ελένη Χωρεάνθη, μια από τις σημαντικότερες δημιουργούς της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, μας προσφέρει μία εκπληκτική σειρά διηγημάτων. Ήρωες που ομορφαίνουν την καθημερινότητα, ήρωες που δεν κάνουν τον πόνο τους στεφάνι δόξας (Μπόρχες), ήρωες που ταυτίζονται με τον καθένα μας. Ένα βιβλίο -σημείο αναφοράς στην σύγχρονη λογοτεχνία από τις εκδόσεις 24 γράμματα

Ένα βιβλίο με 42 διηγήματα, γραμμένα με προσεκτικά άρτιο τρόπο αποδίδοντας στα μέγιστα την καθαρότητα της λογοτεχνικής γραφής που χαρακτηρίζει την δομή ενός διηγήματος. Οι μικρές συνοπτικές ιστορίες των διηγημάτων της Χωρεάνθη, αποκαλύπτουν έναν πλούτο ιδεών και χαρακτήρων πλασμένων μέσα στις ανθρώπινες αναζητήσεις με δράσεις, ανατροπές, μεταλλάξεις, ελπίδες και όνειρα. Και στις 42 ιστορίες της αναγνωρίζεται –ξεπροβάλλει- το κύριο συστατικό ύφους της κατανοητής γραφής με αρχή μέση και τέλος που δεν δυσκολεύει τον αναγνώστη να ταυτιστεί και να συμπορευτεί με τις επιδιώξεις των ηρώων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Χωρεάνθη, Αγορασμένη Ζωή»

Αργύρης Κόσκορος, Τέσσερα χέρια

Το παρελθόν κρατά το ρυθμό στ’ ακροδάχτυλα. Οι απαλές γραμμές στα ζυγωματικά, τα μισόκλειστα βλέφαρα και όσα άλλα έχει ζωγραφίσει ο χρόνος πάνω του, γλιστρούν απ’ το πρόσωπο στα χέρια και από εκεί στα πλήκτρα ως μια εναλλαγή σιωπών και ήχων που επαναλαμβάνεται σπειροειδώς προς το επέκεινα. Πού και πού ρίχνει κλεφτές ματιές στο άλλο μισό του πιάνου, όπου το μέλλον παίζει τη μελωδία. Στο μέλλον αρέσει επίσης να ενσωματώνει τα φάλτσα του στην ακολουθία των ήχων αλλάζοντάς την αργά καθώς η μουσική ψηλώνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αργύρης Κόσκορος, Τέσσερα χέρια»

Κατερίνα Σερίφη, Η Βάπτιση

Στις 7 του Γενάρη, μια μέρα μετά των Φώτων, σε ένα μικρό χωριό της Ηπείρου γεννήθηκε ένα μωρό. Ήταν στα μέσα της ζοφερής δεκαετίας του ’70. Η μαμά του, ένα νεαρό  κορίτσι,  μόλις στα δεκαοχτώ του, ήταν η καλύτερη μαθήτρια του σχολείου. Το σταμάτησε όμως τη χρονιά πριν δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο για να παντρευτεί τον μπαμπά του νεογέννητου. Έτσι γινόταν συχνά τότε. Οι πιο μεγάλοι αποφάσιζαν για τις τύχες των πιο μικρών και τα κριτήρια δεν ήταν πάντα τα πιο ανιδιοτελή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κατερίνα Σερίφη, Η Βάπτιση»

Αθανάσιος Πάσχος, Θεριστές της νύχτας ―προδημοσίευση

Σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Ιωλκός

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΚΑ

– Σύκα…

Συκαααα… Είκοσι λεπτά το ένααααα…

Φρέσκα. Το πρωί τα έκοψα από το δέντρο μουυυ.

Βασιλικά αα. Σύκα αα…

Όμορφο απόβραδο Αυγούστου. Η παιδική φωνή του αγοριού, γύρω στα έξι, αποτελούσε μια ιδιαίτερη νότα στη γενικότερη εικόνα του μικρού δρόμου που οδηγούσε στο λιμάνι. Δε θα έλεγες ότι έσφυζε από υπερβολική ζωή, αλλά είχε  μια κινητικότητα από  πανσπερμία ηλικιών. Μικροκαμωμένο, φορούσε  ένα κοντομάνικο πουκάμισο και βερμούδα. Μικρός κύριος. Τα μαλλάκια του περιποιημένα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αθανάσιος Πάσχος, Θεριστές της νύχτας ―προδημοσίευση»

Ασημίνα Λαμπράκου, Το ξεμάτιασμα

(τίτλος εκ των υστέρων ή σαν υστερόγραφο:
η αδιαφιλονίκητη υπερβατική δυναμική του αγγίγματος)

 

Στολίδια στα χέρια είχε τα χρόνια της. Έτριψε τις κλειδώσεις, τις τσάκισε, τις ξανάτριψε κι έπιασε το κομμάτι το μαλακό ύφασμα.

Μούσκεψε ελαφριά το πανί κάτω από το βρυσάκι του τοίχου. Έπειτα, πέρασε πάνω του μια δυο φορές το μοσχοσάπουνο που κρατούσε με τη δεξιά της. Μάλαξε το πανί και με τα δυο χέρια και σήκωσε το αριστερό της μπράτσο πίσω από το κεφάλι της γέρνοντας το τελευταίο ελαφριά προς τα ’μπρός κι αριστερά.

Ξεκίνησε από τη καμπύλη της μασχάλης. Απομάκρυνε με αργές κινήσεις τον κάματο της μέρας από το εσωτερικό μέρος θωπεύοντας την περιοχή και το χνούδι της. Έπειτα πήρε την εξωτερική καμπύλη μέχρι τον αγκώνα περνώντας από το κάτω μέρος του μπράτσου. Τεντώνοντας το χέρι, ανέβηκε στο επάνω. Κατέληξε στον ώμο με τον ίδιο αργό τελετουργικό ρυθμό.

Η παλάμη της αγκάλιασε τη στρογγυλάδα του και πήρε το δρόμο για το στέρνο. Οι κινήσεις της γίνανε ανεπαίσθητα πιο αργές καθώς το χέρι με το πανί κάλυπταν την απόσταση ανάμεσα στα δυο στήθη με προορισμό την κάτω επιφάνεια του αριστερού μαστού. Στερέωσε τον τελευταίο μέσα στη αριστερή της παλάμη και τον ανασήκωσε ελαφρά για να φτάσει να καθαρίσει το λαγκάδι από κάτω του. Συνέχισε καλύπτοντας αργά, νωχελικά, και τον υπόλοιπο μαστό ως την τεράστια θηλή της. Εκεί, για πρώτη φορά, κοιτάχτηκε στον μικρό στενόμακρο καθρέφτη που κρεμόταν από το γαντζάκι του τοίχου. Τα χαρακτηριστικά της είχαν απαλύνει και μια υποψία κόκκινου στόλιζε το δειλό χαμόγελό της.

Το χέρι της ακολούθησε σαν ιεροτελεστία, τη στρογγυλάδα της θηλής μέχρι να φτάσει στη ρώγα της. Εκείνην την πίεσε μια δυο φορές ανάμεσα σε δείκτη και αντίχειρα μέχρι να ξεμυτίσει κι έπραξε πάνω της τα δέοντα σα μάνα που ετοιμαζόταν να βυζάξει το παιδί της, ώσπου ρόδισε για τα καλά.

Ξέπλυνε το πανάκι κάτω από τη βρύση, πέρασε εκ νέου δυο χέρια μοσχοσάπουνο κι επανέλαβε τα ίδια με τη δεξιά πλευρά της. Στην κοιλιά και τη ρεματιά ανάμεσα στα πόδια της, έστειλε δυο χούφτες νερό ίσα που να δροσίσει. Όμοια δρόσισε πρόσωπο κι αυχένα. Σκούπισε απαλά τα μέρη της. Πέρασε πάνω της το λευκό νυχτικό με μια μικρή φάσα δαντέλας κάτω από το στήθος. Σ’ ένα σκαμνάκι δίπλα στο κρεβάτι σκεπασμένο με ασπροκέντημα, απίθωσε ένα πιατάκι με λάδι. Ίσιωσε τα μαξιλάρια στο κρεβάτι της. Περίμενε.

Μια μικρή διαρροή στη βρύση του τοίχου, μετρούσε στο λαβομάνο τον χρόνο της αναμονής.

Ο άντρας που σίμωνε, έγερνε φορτωμένος τη τσάντα με τα έγγραφά του λίγο προς τ’ αριστερά και το βάρος της ψυχής του, μπροστά.

Το χτύπημα στη πόρτα είχε κάτι από το φορτίο του.

Η γυναίκα δεν μίλησε, δεν χαμογέλασε, μόνο χάιδεψε το περίγραμμα τού προσώπου του και με τα δυο της χέρια. Έπειτα, κάθισε στηρίζοντας τη πλάτη, βαθιά στα μαξιλάρια του κρεβατιού. Ο άντρας την ακολούθησε κάνοντας τη κοιλιά της προσκεφάλι εις τρόπον ώστε τα πρόσωπά τους να βρίσκονται αντικριστά. Η γυναίκα χάιδεψε και πάλι το περίγραμμα τού προσώπου του. Μετά, από ένα μικρό πορσελάνινο βαζάκι, έσταξε επτά σταγόνες λεβάντας στο πιατάκι με το λάδι δίπλα της. Βούτηξε μέσα δείκτη και μεσαίο και των δυο χεριών της κι αφού τα έπλασε λίγο με τον αντίχειρα, έσκυψε μπροστά, πάνω από το πρόσωπο του άντρα κι άρχισε τις μαλάξεις. Πρώτα τους κροτάφους κι απ’ τις δυο πλευρές ταυτόχρονα, με τους μέσους. Αργά. Πολύ αργά. Έπειτα έβαλε και τους δείκτες να δουλέψουν. Συντονισμένα. Οι αντίχειρες ξεκίνησαν να μαλάσουν τη περιοχή κοντά στ’ αφτιά. Κι όπως τα χέρια της μετακινήθηκαν στη περιοχή πάνω από τα μάτια, η γυναίκα, εξακολουθώντας να ’ναι σκυμμένη πάνω από το πρόσωπο του άντρα ώστε η μυρωδιά του μοσχοσάπουνου απ’ τον κόρφο της να ερεθίζει τη μύτη του, άρχισε να φυσά λόγια κι αέρα προς το μέρος του. Ουσιαστικά κι επίθετα συνοδεία αντωνυμιών άλλοτε κτητικών και κάποτε αναφορικών, σα μάνα που ησυχάζει το παιδί της, σα νόνα που προικίζει το βρέφος, σαν ερωμένη που βαυκαλίζεται με το επιθυμητό, το ανέφικτο. Κι αέρα. Με τα χείλη της να ενώνονται σε φυσούνα σαν ήθελε να διώξει κάτι, ή το ένα πάνω απ’ τ’ άλλο σαν ήθελε να εμφυσήσει κάτι νέο κι όμορφο.

Ήρθε και γαλήνεψε το πρόσωπο τού άντρα, έκλεισαν τα μάτια, τα χείλη άνοιξαν και φθόγγοι παρά λέξεις έβγαιναν από μέσα τους, ακαταλαβίστικοι. Τότε η γυναίκα έσκυψε σα να σημάδευε τα χείλη, και κάθε που ο άντρας αντιγύριζε στα λόγια και τον αέρα της φθόγγους, εκείνη με μια γκριμάτσα, στωικά ρούφαγε την αγωνία του. Κι όσο τα βογγητά του έβγαιναν πιο απελευθερωμένα, τόσο τα λόγια της γίνονταν ψιχαλιστά μέχρι που έμοιαζε να κουράζεται, να λιώνει, να δακρύζει. Ολόκληρη.

Τα πρόσωπά τους, δυο μισοφέγγαρα λιωμένα που σαν τα ένωνε κανείς θα έφτιαχναν ένα φεγγάρι κατακόκκινο. Κι όλο βουτούσε τα δάχτυλα στο λάδι με τη λεβάντα. Κι όλο έβγαιναν απ’ τα χείλη της λόγια κι αέρας ψίθυρος. Κι από ’κείνου φθόγγοι ακατάληπτοι που η γυναίκα βύζαινε στωικά κι όπως ήταν ο προορισμός της. Κι ίδρωνε, και καρτερούσε, και έλιωνε, και αναστατωνόταν, και δάκρυζε ολάκερη, κι αδημονούσε και μούσκευε.

Γι’ αυτό, τη στιγμή που ο άντρας λαγγεμένος έγειρε πάνω της σαν αρσενικό ψηλαφώντας με τα δόντια του τη θηλή της επάνω απ’ το ρούχο, εκείνη παραμέρισε τις συμπληγάδες των μηρών της και την ώρα που, μεριάζοντας τις όχθες για να κουρσέψει την πηγή της, γύρεψε να αφήσει εντός της και τις τελευταίες σταγόνες της αγωνίας του, η κραυγή της που έσκισε το δωμάτιο δεν ήταν άλλο από τη τελευταία γουλιά τής δικής του πάλης.

Η διαρροή στη βρύση του τοίχου, μετρούσε στο λαβομάνο τον χρόνο που περνούσε, κι εκείνη, στα χέρια της δεν είχε άλλα στολίδια παρά τα χρόνια της.

*

©Ασημίνα Λαμπράκου, 2010

φωτο: Στράτος Φουντούλης