Καίτη Παπαδάκη, Εξομολόγηση στην κόψη

Αν είχε φτάσει εκείνο το γράμμα, τώρα θα ζούσανε. Θα ήταν μαζί. Θα τα καταφέρνανε. Την έχθρα των δικών τους  θα νικούσε ο έρωτας. Αν το γράμμα είχε φτάσει στα χέρια του, αν ήξερε πως εκείνη δεν είχε πεθάνει στ’ αλήθεια… Τι όνειρα λες να περνούσαν απ’ τα κλειστά της βλέφαρα; Κοιμισμένη, όχι νεκρή, δυο μέρες και δυο νύχτες, τι ελπίδες να ζέσταινε ο ύπνος στο προσκεφάλι της; Τι φως στα μάγουλά της να έριχναν οι προσδοκίες;

Την είδα μετά, μέσα σε λίμνη από αίμα. Όμορφη ακόμα, τυλιγμένη στα κόκκινα. Σκέφτηκα πως κολυμπούσε σε λίμνη από ρόδα και δεν έκλαψα. Την είδα στην παγωμένη αγκαλιά του και τότε  δάκρυσα. Τίποτα δεν έγινε  όπως το είχα υποσχεθεί στον πατέρα Λαυρέντιο, όταν μου έδωσε το γράμμα για τον αγαπημένο της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Εξομολόγηση στην κόψη»

Πόπη Συνοδινού, Το εσωτερικό δωμάτιο της αφής

Τρώω αργά το πρόσωπο σου, είμαι ξανά στο πεινασμένο δωμάτιο, με κοιτάζεις με τα μάτια απλωμένα σε κομμάτια.
Οι ίριδες των ματιών σου μου θυμίζουν Ανατολή, τα χέρια σου με εκπαιδεύουν στην πείνα, πως να πεινάει κανείς για την αφή.
Πως να κοιτάζει κάποιος ξένα μάτια και να νιώθει στιγμές στιγμές πως είναι δικά του.

Ο έρωτας είναι ένα είδος απείθαρχης εκπαίδευσης.

Ένα λιοντάρι μπαίνει στο δωμάτιο, με κόβει σαν ξυράφι η ματιά του.
Μου μιλάει, (είσαι πολύ δυνατή πρέπει να το θυμηθείς πάλι).
Λέω, ( το θυμάμαι μέσα από εκείνον).

Μας κοιτάζει, βρυχάται.
Το δωμάτιο φοβάται, τα έπιπλα τρίζουν.
Έπειτα φεύγει, το ίδιο αθόρυβα όπως μπήκε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πόπη Συνοδινού, Το εσωτερικό δωμάτιο της αφής»

Νίκος Βαράκης, Αποφυλάκιση

❇︎

«Ένα πακέτο τσιγάρα, ένας αναπτήρας, 200 ευρώ, ένα κινητό-παντόφλα…» ξεφεύγει ένα γέλιο στον αστυνόμο. «Καπνίζεις;», τον ρωτά με ψυχρό ύφος. «Όχι, το έχω κόψει…». «Αλλιώς, να σε κέρναγα γιατί αυτά πια δεν καπνίζονται…». «Να είσαι καλά σε ευχαριστώ».

Τα ρούχα του, του τα έφεραν στο κελί. Του ήταν τεράστια. Τόσα χρόνια εκεί μέσα λες και έλιωσε…

Πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε μια τελευταία φορά την βόλτα στο προαύλιο. Κάθετα αυτή την φορά, προς το φυλάκιο της εξόδου, όχι γύρω-γύρω. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω μην γίνει στήλη άλατος. Μόνο μπροστά, από εδώ και πέρα μόνο μπροστά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Βαράκης, Αποφυλάκιση»

Μαίρη Κατσανίδου, Το κόκκινο κρασί

Κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα από την ίδια, ότι δεν μπορεί να κοιμάται τα βράδια δίχως το ποτήρι της, που είναι γεμάτο με  κόκκινο κρασί. Ναι το κρασί, το κόκκινο αυτό κρασί. Πάντα ξεχώριζε από τις άλλες που την περιτριγύριζαν κάνοντάς την πότε να αισθάνεται ασήμαντη και πότε υπεροπτική και απλησίαστη. Κρατά σφικτά το ποτήρι της. Ναι, το ποτήρι αυτό με το κόκκινο κατακόκκινο κρασί, ένα ποτήρι κρασί που την συντροφεύει κάθε μα κάθε βράδυ.

Αυτό το ποτήρι με το κόκκινο κρασί είναι η μόνη συντροφιά της. Του μιλά με τρυφερότητα, πάντα ήταν τρυφερή με όποιον βρίσκονταν  κοντά της, μα τώρα, τα τελευταία χρόνια έχει συντροφιά της  μόνο ένα ποτήρι κρασί, αυτό το υπέροχο κόκκινο κρασί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαίρη Κατσανίδου, Το κόκκινο κρασί»

Στέλλα Τενεκετζή, Λάθος [2]

Διαβάστε το 1ο μέρος »

Από τη στιγμή που γύρισαν από το νοσοκομείο, ο Μάρκος κλείδωσε. Τηλέφωνο υπολογιστής κομμένα και τα απογεύματα, εκείνος επιστρέφει, εκείνη στη θέση της. Στην αρχή την παρακαλούσε, ζητούσε συγνώμες, έκλεγε. Τώρα όχι. Τη ντουλάπα της βέβαια δεν την άνοιξε ακόμα αλλά από χτες τον αισθάνεται, βράζει. Πέρασαν και δύο μήνες από τότε, από το νοσοκομείο δηλαδή, και μάλλον κάπου εδώ τελειώνει με την ανοχή του. «Θέλω χρόνο», του είχε πει μόλις μπήκανε στο σπίτι. «Ότι θέλεις, ότι θέλεις», της απάντησε. «Θέλω χρόνο», του είπε ξανά όταν την ακριβώς επόμενη άπλωσε τα χέρια του στα πόδια της. Τραβήχτηκε, σηκώθηκε από τον καναπέ, εκείνος ακολούθησε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στέλλα Τενεκετζή, Λάθος [2]»

Στέλλα Τενεκετζή, Λάθος [1]

Μία στις τρεις γυναίκες το παθαίνει.

Μέχρι να σταματήσει να ρίχνει όλη την ευθύνη πάνω της
και να ζητήσει βοήθεια περνάνε, κατά μέσο όρο, γύρω στα δέκα χρόνια.

Συμβαίνει σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, σε κάθε μορφωτικό επίπεδο,
κάθε εθνικότητα.

Κοίταξε τον ουρανό, τον δικό της ουρανό, που άρχιζε και τέλειωνε στο ταβάνι. Το μάτι της στο ταβάνι, το μυαλό της στο πουλί. Απ’ το πρωί, με το που βγήκε ο Μάρκος απ’ το σπίτι, δεν έχασε λεπτό. Πήγε μπροστά στο κλουβί, του μίλησε, του έβαλε φρέσκο νερό, τροφή, καθάρισε τις κουτσουλιές κι αμέσως εκείνο της γλυκοκελάηδησε. Το καναρίνι της ήταν σπάνιο. Της το είχε φέρει δώρο μετά από ένα επεισόδιο μεταξύ τους, έχουν περάσει χρόνια από τότε. Της είπε ότι συμβολίζει ένα ευτυχισμένο σπίτι και ότι, από εδώ και πέρα, ευτυχισμένοι θα είναι και αυτοί στο σπίτι τους. Την εποχή εκείνη, όταν της έδωσε το πουλί, ήταν λες και μόλις πρωτογνωριστήκανε. Κάτι μέρες αργότερα, βρέθηκε με την φίλη της στο καφέ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στέλλα Τενεκετζή, Λάθος [1]»

Χρήστος Παππάς, Ο παλιατζής

Κάποια στιγμή έπρεπε να ξεκολλήσει απο το παράθυρο· στέκονταν εκεί ίσα με μισή ώρα. Ο δρόμος κάτω ήταν άδειος και τα παντζούρια όλων απέναντι ήταν κλειστά. Όπως κάθε Κυριακή. Τον είχε σηκώσει απο τον καναπέ που κοιμόταν, η γνώριμη φωνή του παλιατζή. Είχε περάσει κάμποσος καιρός που δεν τον είχε ακούσει και πίστευε πως είχε σταματήσει. Αλλά και πάλι, πως θα μπορούσε να το ξέρει καθώς τις τελευταίες εβδομάδες, πάντα τέτοια μέρα έλειπε.
Στην αρχή λείπανε μαζί. Ξαφνικά εκείνη, κουράστηκε απο τις μακρινές εκδρομές. Μετά απο ενα μεγάλο διάστημα εκείνος, πνίγηκε απο την συνεχόμενη κλεισούρα του σπιτιού. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρήστος Παππάς, Ο παλιατζής»

Ασημίνα Λαμπράκου, Λούσιος (*)

Η ωραιοτάτη 

Σαν άφηνε την παιδική του ηλικία πίσω, στους λεπτούς ακόμη ώμους του, κουβάλαγε τρία σακιά μνήμες.

Στο ένα χώραγε η μάνα κι ο πατέρας του. Βαθιά σκαμμένα πρόσωπα, αυστηρά, σαν σε απόσταση μεταξύ τους κι ας αγκαλιάζονταν τα βράδια να ξαποστάσουν και να μεριάσουν τις ευθύνες τους. Κι οι προσμονές χαραγμένες κι αυτές στα πρόσωπα, οριζόντια, πλάγια και κάθετα στις παρυφές τους που το γέλιο είχαν ξεχασμένο. Τόση η ανέχεια και η προσπάθεια για το καθημερινό. Τέτοιες οι καταβολές που χάραζαν τον δρόμο τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Λούσιος (*)»