Καίτη Παπαδάκη, Η αρπαγή της Άνοιξης

Σκαρφάλωνε. Όσο θα μεγάλωνε η μέρα, τόσο θα γαντζωνόταν πιο πολύ απ’ τη ζωή. Θα γέμιζε χυμούς, καθώς ο αέρας θ’ αλάφραινε. Τις νύχτες θα κοιμόταν χωρίς τον φόβο του χιονιά. Τα πρωινά, πίνοντας δροσιά, θα ξεκινούσε απ’ την αρχή. Σκαρφάλωνε. Τώρα μπορούσε να βλέπει δίχως να τεντώνει τις μύτες. Τα σύννεφα θ’ αραίωναν. Τα μάτια του σύντομα θ’ άνοιγαν διάπλατα το ένα μετά το άλλο. Οι αχτίδες, όπως το συνήθιζαν, θα κάθονταν στο μπράτσο του, για να εξερευνήσουν μαζί κρύπτες της άνοιξης. Σκαρφάλωνε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Η αρπαγή της Άνοιξης»

Θόδωρος Φέστας, Ιστορίες με φίδια

Διηγήματα, εκδόσεις Άγρα

ΠΡΩΗΝ «ΚΑΜΑΚΙΑ» που σώζουν πρόσφυγες, κλοσάρ της δεκαετίας του ’60 που σχετίζονται με έναν ασιατικό βόα, μετεξεταστέοι του έρωτα, πτυχιούχοι δίχως μέλλον, ένας καζαντζιδικός λαχειοπώλης του ’70 και δυο μπέιμπυ μπούμερ της γενιάς του ν. 815 αμήχανοι μπροστά στα ερωτήματα του σήμερα. Μαζί με παραφυσικά φαινόμενα, μνήμες Κατοχής, μοιραίους χαρτοπαίκτες, νεαρούς λούζερ και μια ασυνήθιστη Ρωσσίδα μπάμπουσκα.

Όλα αυτά είναι οι Ιστορίες με φίδια που κάλλιστα θα μπορούσαν να λέγονται και «Ιστορίες εντελώς κανονικών ανθρώπων». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θόδωρος Φέστας, Ιστορίες με φίδια»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Dì, O Sicilia… i giudizi di Dio


Εἶναι φορὲς ποὺ

συλλογιέμαι ὅτι τὸ μελανώτερο ἴσως σημεῖο στὴν ἱστορία τῆς Ἀλχανίας ἦταν ἡ ἐκμετάλλευση κι ἡ κακοποίηση ἀδύναμων πλασμάτων. Ὅσες δικαιολογίες καὶ νὰ ψάξῃ κάποιος νὰ βρῇ δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ δῇ μὲ συμπάθεια αὐτὰ τὰ δίποδα ποὺ μάθανε νὰ σέρνουν στανικὰ ἀνυποψίαστες κι ἀθῶες ψυχὲς ἐκεῖ ὅπου ἔχει κράτος κι ἐξουσία ὁ πόνος, ἡ καταπίεση κι ἡ ἀδικία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Dì, O Sicilia… i giudizi di Dio»

Γιώργος Χειμωνάς, Άπαντα τα πεζά

Από τις εκδόσεις Πατάκη

Ο Γιώργος Χειμωνάς είναι ο συγγραφέας που -«σημαδεμένος εξαρχής με τη σφραγίδα της ιδιοφυΐας», σύμφωνα με τη διατύπωση του Δ.Ν. Μαρωνίτη- «βρίσκεται ανάμεσα στον μύθο και στην ιστορία, στην τελετουργία και στο τετελεσμένο γεγονός, στην πεζογραφία και στην ποίηση» και «έχει κάτι το αγγελικό αλλά και το δαιμονικό συνάμα. Είναι ένας εξερευνητής της αβύσσου», όπως έχει σημειώσει ο Παναγιώτης Μουλλάς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Χειμωνάς, Άπαντα τα πεζά»

Αχιλλέας Σωτηρέλος, Novartis

Εκείνο το βράδυ η ομάδα έγραψε η ιστορία, συντρίβοντας τα Πριγκιπόπουλα από την Ελβετία μέσα στην έδρα τους στο δρόμο προς τα αστέρια. Είχαμε μαζευτεί στο καφενείο του «Τούρτα» λίγα μέτρα από το Ναό, μα ήταν και ο «καθηγητής» εκεί για να μας ξενερώνει ως συνήθως. Τορναδόρος ήταν ο Βαγγέλης, αλλά εμείς τον είχαμε βγάλει έτσι γιατί διάβαζε συνέχεια και τα ήξερε όλα, ή τουλάχιστον ήξερε πολλά περισσότερα από μας τα ταγάρια όπως μας έλεγε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλος, Novartis»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος…

Το έχουμε όλοι μας περί πολλού το Πάσχα των Ελλήνων. Δικαίως άλλωστε· γιατί όχι; Είναι και αυτό -ή μάλλον είναι κατ’ εξοχήν- μια νεοελληνική αποκλειστικότητα, μια εντελώς δική μας πατέντα, όπου δίνεται μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία· -ευκαιρία διαρκείας· σε πολλά επεισόδια και μάλιστα με πλήρη τηλεοπτική κάλυψη- να συνυπάρξουν Ανατολή και Δύση. Να συνευρεθούν· ανοιχτά και εντελώς ανερυθρίαστα, ακόμη και στις πλατείες των χωριών, η Εκκλησία και το Κράτος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος…»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Captain ’67

Ιστορίες για τον αρχηγό από μια μακρινή εποχή

Για τον μικρό Δημήτρη
που φέγγει κιόλας
με το προσωπείο του
βασιλιά του Άργους
βαθιά μες στα περιβόλια

Σκελετοί

“Ξημέρωμα φάνηκε ο αρχηγός στην έρημη πόλη. Τον είχαν λησμονήσει και αν δεν ήταν ο παλιός μύθος του Άργους, αν δεν ήταν τόση ερημιά κανείς δεν θα ΄ξερε, κανείς δεν θα μάθαινε. Πως γύρισε ο αρχηγός, κάπως κουρασμένος με μαχαιρωμένα μάτια. Ποιος ξέρει τι είδε, τι έμαθε ο αρχηγός τόσο καιρό που έλειψε. Τα ρούχα του είναι τριμμένα, τα γένια του ψαρά, παλιοί  χειμώνες και φωτοστέφανα. Πού πολέμησες, το σπαθί σου τι να ΄γινε, πόσα πράγματα έχασες δικά σου; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Captain ’67»

Άννα Μπουτσουρίδου, Το χρώμα του πηλού

Το πρώτο πράγμα που ήθελα να αερίσω ήταν το κεφάλι μου, έβγαλα έτσι το καπέλο μου, τόσα χρόνια που το φορούσα είχε γίνει ένα με το κεφάλι μου και το είχα ξεχάσει, το κοίταξα έτσι με την χαρακτηριστική απορία που παίρνει η φάτσα μου όταν βλέπει τα αυτονόητα, είχε πάρει την μυρωδιά μου -αγνό στάλαγμα αγωνίας και εμπόλεμων καταστάσεων, καθαρή και διάφανη σαν οινόπνευμα-. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Άννα Μπουτσουρίδου, Το χρώμα του πηλού»