Καίτη Παπαδάκη, Η αρπαγή της Άνοιξης
Σκαρφάλωνε. Όσο θα μεγάλωνε η μέρα, τόσο θα γαντζωνόταν πιο πολύ απ’ τη ζωή. Θα γέμιζε χυμούς, καθώς ο αέρας θ’ αλάφραινε. Τις νύχτες θα κοιμόταν χωρίς τον φόβο του χιονιά. Τα πρωινά, πίνοντας δροσιά, θα ξεκινούσε απ’ την αρχή. Σκαρφάλωνε. Τώρα μπορούσε να βλέπει δίχως να τεντώνει τις μύτες. Τα σύννεφα θ’ αραίωναν. Τα μάτια του σύντομα θ’ άνοιγαν διάπλατα το ένα μετά το άλλο. Οι αχτίδες, όπως το συνήθιζαν, θα κάθονταν στο μπράτσο του, για να εξερευνήσουν μαζί κρύπτες της άνοιξης. Σκαρφάλωνε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Η αρπαγή της Άνοιξης»










Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.