Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Στα δυο μέτρα

πράξεις ακατέργαστου
αιώνα

(Ένας άνδρας, γύρω στα σαράντα, κάπως κουρασμένος, με κολλαρισμένο γιακά και εμφανή τα σημάδια μιας παράξενης αρρώστιας μιλά με φόντο κάποια γωνία των προαστίων. Η υπόλοιπη πολιτεία απλώνεται πίσω του, γεμάτη υψικαμίνους, γυάλινα, θηριώδη κτίρια, βασιλικές με αναμμένους σταυρούς, θορύβους, φόνους, τηλεγραφήματα. Κάποιος ρωτά και ο άνδρας απαντά, γυρεύοντας τις κατάλληλες λέξεις, την καταλληλότερη πόζα.)

ΦΩΝΗ: Πείτε μας την δική σας ιστορία, οι θεατές θα ήθελαν να γνωρίζουν με πόση καρδιά και θάρρος βιώνετε την ατυχή σας θέση. Λοιπόν, δυο λόγια κύριε Μαξ για τους θεατές μας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Στα δυο μέτρα»

Γρηγόρης Σακαλής, «αθώα θύματα στους θρησκευτικούς πολέμους»

Μοναχικός δρόμος

Περιμένοντας μια βροχή
μια μπόρα
να ξεπλύνει τον κουρνιαχτό
του μίσους και της φανατίλας
που επικρατούν στις μέρες μας
περπατώ σ΄ένα δρόμο
μοναχικό
ατομικό
της ελευθερίας
της μη ένταξης σε κοπάδια Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, «αθώα θύματα στους θρησκευτικούς πολέμους»»

Λεωνίδας Καζάσης, δύο ποιήματα

Βράδυ Σαββάτου διαβάζοντας,
το πορτατίφ φέγγει από μέσα κοντά στο μπαλκόνι.
Το πνεύμα ερεθίζεται όταν ασκείται.
Ιδρωμένος κοιτώ στον καθρέφτη το σώμα μου,
τα μαλλιά, τα μάτια.
Τα χέρια αγγίζουν παλμικά και οι μορφασμοί
εικόνες που σφύζουν.
Απολαμβάνω την ανήσυχη ησυχία του κορμιού,
του σπιτιού,
θηρεύοντας άπεφθο της στιγμής μυστήριο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, δύο ποιήματα»

Γιώργος Δουατζής, Απάνθισμα -αποσπάσματα

Επιλογή: Γιώργος Ρούσκας, εκδόσεις Στίξις

Πόση αχαριστία χωράει η ζωή; Πόσον αγώνα για να ορθωθεί περήφανη με την αξιοπρέπεια που της πρέπει;

Τραγικότητα της ανθρώπινης ζωής είναι αυτό που νιώθεις στη διάρκειά της. Όχι στην ανυπαρξία του θανάτου. Η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι ο θάνατος, αλλά η έλλειψη της αξιοπρέπειας του πολίτη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Δουατζής, Απάνθισμα -αποσπάσματα»

Μάκης Τσίτας, Πέντε στάσεις – κυκλοφορεί

Από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο η νουβέλα του Μάκη Τσίτα «Πέντε στάσεις», ένας συνταρακτικός μονόλογος μιας γυναίκας για τα όνειρα και τις ματαιώσεις που κρύβονται πίσω από κάθε επιλογή, κάθε προσπάθεια και θυσία.

Η Τασούλα είχε όλους τους δρόμους ανοιχτούς μπροστά της, αλλά τους έκοψε ο Θεόφιλος με τον έρωτά του. Κι όμως, εκείνη βρήκε παράδρομους: σπούδασε, δούλεψε, μεγάλωσε δύο υπέροχα παιδιά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάκης Τσίτας, Πέντε στάσεις – κυκλοφορεί»

Μαρία Πανούτσου, Με το λεωφορείο των 18:00 ή Supermarket Story

δημοσίευση)

Τελείωσε την δουλειά του στις 16:30. Παρέδωσε το ταμείο  στις 16:37 μμ. Την ώρα εκείνη ήρθε ο αντικαταστάτης του. Πήρε το σακάκι του από την αποθήκη,  το φόρεσε και έφυγε. Εκτός από δύο τρεις τυπικές κουβέντες δεν είπε τίποτα περισσότερο  στον συνάδελφο. Εξ άλλου ήταν κακόκεφος. Ήταν Παρασκευή και είχε πληρωθεί το βδομαδιάτικο από νωρίς. Όταν βγήκε στο δρόμο απομακρύνθηκε από το σημείο της δουλειάς του με βήμα ταχύ. Tότε, άλλαξε το κέφι του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πανούτσου, Με το λεωφορείο των 18:00 ή Supermarket Story»

Μανώλης Μεσσήνης, «Από τον καιρό των ανέμων»

I

Μνήμες της νύχτας σημαδεμένες
το τίναγμα του ίσκιου από τα βλέφαρα
το ξέχειλο ποτήρι της οργής και της θλίψης
και ο δρόμος στη σκοτεινιά μακρύς

II

Κομματιασμένα πώς να τα πεις τόσο φθαρμένα πράγματα
Και η θάλασσα χωρίς το φως του ήλιου χωρίς τους γλάρους
Και της καρδιάς παρατημένο το τραγούδι
Ό,τι στη μνήμη φόρτωσες βαρύ Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μανώλης Μεσσήνης, «Από τον καιρό των ανέμων»»

Ευγενία Μπογιάνου, «Φανή» -προδημοσίευση

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Όσο τον κοιτάζω να γράφει το μήνυμα μού έρχεται στο μυαλό, έτσι απρόσκλητα όπως γίνεται πάντα, μια παιδική ανάμνηση. Είμαι εφτά χρονών, ο Νίκος με κρατά από το χέρι και περπατάμε για ώρα κάτω από έναν ήλιο σκληρό που τονίζει τα περιγράμματα με δύναμη, δίνοντας στα πράγματα οριστικότητα. Προηγουμένως φυσούσε, ο αέρας έκανε τα δέντρα να μονολογούν, τώρα έχει πέσει άπνοια. Η άπνοια και η κάψα του μεσημεριού μας ακολουθούν, έχουν πρόσωπα. Ακούω την αναπνοή του, ένα γουργουρητό, σαν κάτι χαλασμένο βαθιά μέσα του, φοβάμαι πως θα πέσει κάτω, πως δεν θα σηκωθεί ποτέ ξανά, αλλά εκείνος συνεχίζει με γρήγορο ρυθμό, δίχως να δίνει σημασία στις διαμαρτυρίες μου, που δεν τις εκφράζω με λόγια, αλλά μόνο με ένα επίμονο τράβηγμα του χεριού του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευγενία Μπογιάνου, «Φανή» -προδημοσίευση»