Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Άμστερνταμ

Έφτασα στον κεντρικό σταθμό με την ταχεία. Ελάχιστα έδειχναν να έχουν αλλάξει από τον καιρό της πρώιμης νιότης μου, τότε που επισκεπτόμουν τακτικά την πόλη για κραιπάλη και φτηνό σεξ. Τα γλαροπούλια αναπαύονταν τεμπέλικα πάνω στην παγωμένη κρούστα των καναλιών. Το τραμ περνούσε ακόμα μπροστά από την πιάτσα των ταξί και τα ποδήλατα κινούνταν σαν αφιονισμένα κολεόπτερα . Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Άμστερνταμ»

Λεωνίδας Καζάσης, Στις κοιλάδες ομορφαίνουν τα ήθη

Κοιτάζοντας γύρω
αφουγκράσου το αναπάντητα δοσμένο,
την ουτοπία σύλλαβε αγγίζοντας
των σωμάτων τα δελεαστικά αινίγματα.
Στο λευκό περπάτα
πισωβλέποντας την θάλασσα,
πίνοντας του φεγγαριού τα κίτρα.
Κι αν σ’ αποσπάσει το ηλιοβασίλεμα,
δες που κρύβονται τ’ αστέρια Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Στις κοιλάδες ομορφαίνουν τα ήθη»

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί -προδημοσίευση

Διορθωμένη-αναθεωρημένη έκδοση, εμπλουτισμένη με εκτενές κατατοπιστικό επίμετρο του συγγραφέα. Από τις Εκδόσεις Ποταμός

Το είδος της ειρωνείας

 

«ΤΩΡΑ εξηγούνται όλα!»

Ό,τι και να του αντέλεγα πια, δεν θα μ’ άκουγε καν. Βρήκε το ακράδαντο επιχείρημα αυτός, δυνάμωνε τη φωνή, ξεσπάθωνε.

«Και… η διαίσθηση και… η τηλεπάθεια και όλα!» ότι εξηγούνται. «Μία τυχαία, μία τυχαία!» τσίριζε. Ρίχνεται στο κορμί της, της βγάζει τις σαγιονάρες, εξετάζει λεπτομερώς τα ακροπόδια της,

«δεν μπορεί, θα υπάρχουν κι άλλες ανωμαλίες…»

«Όχι, να σου δείξω τα χαρτιά της». Κατευθύνομαι προς την πορτοκαλιά βαλίτσα, τη ρωτάω για τα έγγραφά της, «Πού είναι; Πού τα ’χωσες, λέγε μου!» Φωνάζω, απευθύνομαι στη λογική του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί -προδημοσίευση»

Αργύρης Κόσκορος, Ipse dixit κ.α.

Ipse dixit

Δεν ήταν λάθος ούτε της Ουρανίας που έγραψε τη μουσική της πλάσης στον σκοτεινό αιθέρα ούτε και του σοφού Πτολεμαίου που κατέγραψε νότα προς νότα όσα τού έδινε ο αστρολάβος και οι ακριβείς μετρήσεις του. Όλη η αρμονία της παρτιτούρας τ’ ουρανού κρυβόταν στη σκοτεινή ύλη των αυτοσχεδιασμών και των αρπισμάτων, μιας μελάνης αόρατης που τα πρωτόγονα όργανα εκείνης της εποχής ήταν αδύνατον ν’ αποκαλύψουν. Σημασία έχει βέβαια πως και το κοινό τόσο άμαθο ακόμα ήταν στην αρμονία του σύμπαντος, που διόλου δεν αντιλήφθηκε τα κραυγαλέα φάλτσα, παρά ζητωκραύγασε τον σοφό μαέστρο, όντας σίγουρο ότι μες στους αιώνες ποτέ κανείς δεν πρόκειται να τον ξεπεράσει.

Patres patriae

Οι περισσότεροι προτιμούν τους μίμους, τις κωμωδίες, τους μονομάχους. Έτσι, όσοι επιλέγουν να παίζουν τραγωδίες, μένουν χωρίς κοινό· μα συνεχίζουν το ρόλο τους προσμένοντας το χειροκρότημα των στοιχειωμένων κερκίδων. Όποτε δυσκολεύονται, υπάρχουν κρυμμένοι υπόγεια οι υποβολείς που τους θυμίζουν το κείμενο· κι όταν ο ρόλος τους τελειώνει, σε κάποιο νεκροκρέβατο ή στο πεδίο της μάχης, αποσύρονται για πάντα απ’ τη σκηνή· και κατεβαίνουνε κάτω απ’ τη γη παίρνοντας με τη σειρά τους τη θέση των υποβολέων.

Το φάντασμα

Δεν είχε νέα, εδώ και αιώνες, το ιερατείο της Ρώμης σχετικά με τον αρχαίο θεό Falacer. Μη έχοντας δώσει σημεία ζωής, θα έπρεπε κανονικά να τον είχαν κηρύξει αγνοούμενο. Καθώς όμως ένας τέτοιος χαρακτηρισμός θα έθετε σε κίνδυνο όχι μόνο το κύρος των θεών αλλά και το ίδιο το καταστατικό τους, κανείς δεν ήθελε ν’ αμφισβητήσει τις ιερές διατάξεις. Έτσι λοιπόν, προκειμένου ν’ αποφύγουν τη μικρή αυτή ρωγμή που θα μπορούσε να επιφέρει κατάρρευση, κράτησαν τον ιερέα στη θέση του· έστω και αν, δίχως καμιά περιγραφή, κανένα μύθο, καμιά εικόνα και εν τέλει χωρίς κανέναν πιστό, ο αρχαίος θεός, ασώματος πια, έμενε μονάχα ένα όνομα.

*

©Αργύρης Κόσκορος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Νόπη Χατζηιγνατιάδου, Πέντε ποιήματα

Για το καλό του κόσμου

Κάποτε πίστεψα
ότι δυο κόκκοι σπόρου, έργων ή λόγου
αρκούν, για το καλό του κόσμου
Έπειτα, είδα βροτούς να κατασπαράζουν
το γένος των ανθρώπων,
τα έθνη να εμπορεύονται χολή
Τα αδέλφια στο μεταξύ τους άγνωρα
οι φίλοι κι οι γνωστοί, κίβδηλα και τιμαλφή Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νόπη Χατζηιγνατιάδου, Πέντε ποιήματα»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Οι φίλες μου

Στην Γενεύη
Οι δρόμοι μας
Χώρισαν.
Σε χίλια χρόνια
Μου είπες,
Σε χίλια χρόνια

ΟΙ ΦΙΛΕΣ ΜΟΥ
Σκηνή από ένα έργο.
Που δεν σώζεται

Έξω βρέχει. Ένας άνδρας μπαίνει μες στην σκηνή. Το αλλοτινό μαγαζί τώρα λιγοστεύει, σαν ζωγραφιά.)

ΑΝΔΡΑΣ – Βρέχει πέντε μέρες τώρα. Όλες οι γειτονιές είναι πνιγμένες στην λάσπη. Παλιόκαιρος! (ρίχνει μια ματιά τριγύρω, τα φώτα του μαγαζιού αναβοσβήνουν, όλα παλιώνουν γοργά.) Τι σωπαίνετε μωρέ;

ΓΥΝΑΙΚΑ – (καθισμένη στην σκάλα που οδηγεί στο πατάρι. Κάθεται στα πόδια του οργανοπαίχτη. Οι δυο τους κάνουnε μια ζωγραφιά.) Η ψυχή μου, κάτι με έπιασε, είναι μολύβι η νύχτα.

ΑΝΔΡΑΣ – (πλησιάζει και γελά) Άκου να σου πω, εδώ είναι μαγαζί, άκουσες; Εδώ έρχονται κορίτσι μου τα πιο γερά πορτοφόλια, οι έμποροι, τα καλά παιδιά. Εδώ είναι δουλειά Κατερίνα, δουλειά! (την αρπάζει από τους ώμους, γελά και την αφήνει. Το κορίτσι ξέπνοα μιλά, κοιτώντας το κενό.) Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Οι φίλες μου»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Tempus educare

Σ’ εποχές που η παρεχόμενη προς τους νέους ανθρώπους εκπαίδευση πραγματοποιείτο κατ’ οίκον κι ο δάσκαλος ήταν ε λ ε ύ θ ε ρ ο ς α π ό δ υ ν ά μ ε ι ς α λ λ ό τ ρ ι ε ς π ρ ο ς α υ τ ή ν, το επίπεδο της διδασκαλίας και της μάθησης ήταν υψηλό κι όλοι απολάμβαναν τους καρπούς μιας τέτοιας εκπαίδευσης. Όταν όμως άρχισε να οργανώνεται επίσημα η εκπαίδευση κι αναπόφευκτα να εντάσσεται σε διοικητικές κι άλλες ιεραρχίες, να γίνεται με λίγα λόγια σύστημα και να χάνονται οι παλιές ελευθερίες κινήσεων που είχαν οι δάσκαλοι κι οι μαθητές, ξέπεσε κατά πολύ το μορφωτικό αγαθό στη συνείδηση όλων κι απαξιώθηκε η δουλειά του δασκάλου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Tempus educare»

Μαρία Πανούτσου, Τριλογία

Το Ελλιπές

α
ο ήλιος καίει τις ρίζες
μακριά η ημερομηνία 401 π.χ
ο άνθρωπος γεννήθηκε με δυο πουλιά
ξερίζωσε το ένα
ελεύθερος αναζήτησε τα’ άλλα πουλιά
αυτά που πέταγαν αγαπούσε πιο πολύ
με χειρονομίες με πήρε ένα απ’ αυτά Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πανούτσου, Τριλογία»