Έφη Καλογεροπούλου, Φιλιά στον άνεμο

Αρχείο 20/07/2016

fav-3

[…]
έτσι απλώθηκαν ανάμεσα μας οι τρυφερές του έρωτα
σκιές
βαδίζαμε σαν τους τυφλούς
είμαι τα μάτια σου είπα
είσαι τα μάτια μου είπες

τα ψάρια της θλίψης πνίγηκαν στο ποτάμι
κρυμμένα αγγέλων μυστικά μάς άγγιξαν
με τις φτερούγες τους Συνεχίστε την ανάγνωση του «Έφη Καλογεροπούλου, Φιλιά στον άνεμο»

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Υποδόρια πίσσα

Αρχείο 19/07/2016

fav_separator

Ήταν αυτή, η Ασπασία Αργυρίου, σηκώθηκε ξαφνικά και βγήκε έξω. Τα ρούχα της άθλια, φόρμες εργασίας μουντές και τριμμένες με το ένα μπατζάκι σηκωμένο μέχρι τη γάμπα σαν μια καθαρίστρια που έκανε γενική καθαριότητα και σήκωσε τη φόρμα μη λερωθεί από τα βρομόνερα. Το μόνο που μαρτυρούσε την οικονομική ευρωστία  και τη φινέτσα της η τσάντα Louis Vuitton που είχε περάσει βιαστικά στον ώμο της. Προχωρούσε χωρίς στόχο, υπνωτισμένη. Κάποια στιγμή είδε ένα ανοιχτό καφέ, μπήκε μέσα κι  έκανε ένα γύρο στον χώρο με τα μάτια όλων στραμμένα πάνω της γεμάτα απορία κι απαξίωση. Έφυγε χωρίς να πει κουβέντα και χωρίς να της μιλήσει κανείς, μόνο εκείνα τα βλέμματα που καρφώθηκαν πάνω της με χιλιάδες ερωτηματικά κι απαξίωση, βαθιά απαξίωση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Υποδόρια πίσσα»

Κωνσταντίνος Μάντης: Τίτος Πατρίκιος «Μεγάλο γράμμα» [VI]

Αρχείο 18/07/2016

fav_separator
Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
όταν τα χείλια σου ανακαλύπτουν
τις αλλεπάλληλες επιφάνειες που σώρευσαν
—-οι καιροί.
Μα έπειτα δε σου φτάνει.
Έπειτα θες να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ’ το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
στα λεπτά μονόξυλα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Μάντης: Τίτος Πατρίκιος «Μεγάλο γράμμα» [VI]»

Σελάνα Γραίκα‏, Μες τους θορύβους της νύχτας

Αρχείο 14/07/2016

fav-3

Της γερουσίας ανάγνωσμα

Λένε πως υπάρχει ένας κόσμος παράξενος
οπωσδήποτε ήλιοι,
που κινούν τις σκιές
και στέκονται εκεί τ’ αθάνατα, λάβαρα των πολέμων
μα, εμείς μόνο ξέρουμε από φιλιά,
στεναγμούς, χαμόγελα
και λίγη αγάπη.
Στο σκοτεινό κατακλυσμό, για λίγο πιανόμαστε Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σελάνα Γραίκα‏, Μες τους θορύβους της νύχτας»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Κυκλάδες

Αρχείο 12/07/2016

fav_separator

Θα σε θυμάμαι
με την αυστηρή σου
μετωπικότητα
με τις εγχάρακτες,
τις λίγες σου λεπτομέρειες

Mην φύγεις απόψε. Και την Αμοργό, και εκείνη ακόμη λησμόνησέ τη. Τους πιλότους των Κυκλάδων, τα ειδώλια των κοριτσιών και τους αρπιστές να ξεχάσεις για πάντα. Γιατί η Αμοργός είναι μια ιδέα και η γεωγραφία της τ΄όνειρο των πιλότων και των Κυκλάδων. Μην φύγεις απόψε. Δεν υπάρχει για σένα τέτοιο μέρος σαν την Αμοργό, τέτοια νησιά και τέτοια ποιήματα ποτέ δεν γεννήθηκαν. Μες στις νεφέλες, πρώτη ανάμεσα στα κορίτσια απ΄την Κέα και την Μεσσήνη η Αμοργός λευκή ως σιωπή, μ΄άπειρες δυνατότητες, διόλου νεκρή λάμπει στο στερέωμα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Κυκλάδες»

Ορέστης Λάσκος, Μισός – Μισός

Aρχείο 10/07/2016 -Της Κυριακής

fav-3

Mια μέρα που άγρια η πλήξη τον μαστίγωνε,
κι’ η μοναξιά τού σάλευε τα φρένα του
στο μακρυνό Σιντάμο,
ο Kωνσταντίνος Kριθαράς, εκ Φιλιατρών,
την Aβησσυνεζούλα Tινκινές
τη γύρεψε απ’ τον κύρη της σε γάμο.

Kαι στη στιγμή, με δυο γελάδες αχαμνές, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ορέστης Λάσκος, Μισός – Μισός»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Σκουριασμένα τρένα (Το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη-Αθήνα)

Αρχείο 08/07/2016

Η αμαξοστοιχία αργοκυλά πάνω στις ράγες αφήνοντας τη θαλπωρή του σταθμού πίσω της, κινείται παράλληλα σε εγκαταλειμμένα βαγόνια παραδομένα στη βλάστηση και τη σκουριά. Παροπλισμένα σαν  συνταξιούχοι δίπλα σε βιοτεχνίες, βιομηχανικές μονάδες και αποθήκες. Υλικό για διεστραμμένους ηδονοβλεψίες που ερεθίζονται με τη φθορά. Η πορνογραφία του αναπόδραστου εντυπωμένη στα μεταλλικά σκέλεθρα τους και το σαρακιασμένο τσιμέντο των παλιών, ρημαγμένων εργοστασίων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Σκουριασμένα τρένα (Το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη-Αθήνα)»

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Η μακρινή χώρα του Μάκη

Αρχείο 07/07/2016

fav_separator

Όταν ήμουν μικρή είχα κάτι ρομαντικές τάσεις φυγής. Γύρω στα δέκα είχα και ένα φανταστικό άλογο που το έλεγαν Ντεπίνο. Το σώμα του ήταν ένα κοντάρι σκούπας και το κεφάλι του μια ομπρελίτσα από αυτές τις πολύχρωμες που βάζουν στα παγωτά. Τον καβάλαγα και καλπάζαμε μαζί στην αυλή του σπιτιού μου, κάτω από τις λεμονιές. Η σχέση μας ήταν αρμονική και επαρκής για μένα. Εκείνος δεν μιλούσε και πολύ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Η μακρινή χώρα του Μάκη»