Βαγγέλης Ραπτόπουλος, «Φίλοι»

Αρχείο 11/08/2012

Απόσπασμα -Εκδόσεις Κέδρος 2006.

Με τον Aντρέα μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά και κάναμε στενή παρέα πριν ακόμη πάμε στο σχολείο. Έμενε στο επόμενο ακριβώς στενό από το δικό μου, κοντά στο σημερινό σταθμό του μετρό και στις προσφυγικές πολυκατοικίες –που όταν ήμασταν παιδιά ήταν παράγκες– του Aγίου Aντωνίου, στο Περιστέρι. Όλο αυτό το χαμένο, όπως η Aτλαντίδα, σκηνικό έχει μείνει στη μνήμη μου σαν παραμύθι. Συνοικία λαϊκή και κόκκινη, που το ποτάμι, ο Kηφισός, την οριοθετούσε ως σύνορο φυσικό. Aπό εκεί και πέρα άρχιζε ένας άλλος κόσμος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βαγγέλης Ραπτόπουλος, «Φίλοι»»

Γιώργος Σεφέρης, Ερωτικός λόγος

Αρχείο 27/07/2012

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.

ΠΙΝΔΑΡΟΣ

A.

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος· ένας απλός παλμός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Σεφέρης, Ερωτικός λόγος»

Απόστολος Θηβαίος, «Ο Άγιος» [2012]

Αρχείο 24/07/2012

Μαζεμένοι γύρω από τις φωτιές, κανείς δεν μιλούσε γιατί ήταν ακόμη νωπά τα σημάδια και οι μνήμες και είχε παγωνιά τη μέρα του χαμού. Μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά κάθε τόσο τραγουδούσαν με τα μάτια βουρκωμένα, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, «Ο Άγιος» [2012]»

Πέτρος Κυρίμης, Δόξα τω Θεώ

Αρχείο 23/07/2012

Μια γυναίκα στην άκρη της σκηνής μιλάει στο κοινό σα να μιλάει στον εαυτό της. Έχει περασμένα τα εξήντα. Βασανισμένο πρόσωπο και χέρια σταυρωμένα μπροστά της. Δίπλα της κάτω στο πάτωμα δυο μεγάλες βαλίτσες και στο βάθος ένα μεγάλο κρεβάτι δίχως στρώματα.

ΓΥΝΑΙΚΑ: -Δεν έχουμε παράπονο, καλά είμαστε… Δόξα τω Θεό να λέμε. Γιατί εμείς τώρα βγήκαμε στη σύνταξη!.. Εξήντα πέντε χρονών για… Το σπίτι κάτω στα Τρίκαλα το τελειώσαμε… Δόξα τω Θεό τριάντα πέντε χρόνια σκληρά δουλέψαμε!.. Δεκάρα δε χαλάγαμε… Ένα παιδί κάναμε, μεγάλος είναι τώρα πια, παντρεμένος κατά το Καναδά επήγε, που και που γράμμα λαβαίνουμε, καλά μας λέει ότι είναι… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Δόξα τω Θεώ»

άλις: τρεις μικρές αφηγήσεις [2]

Αρχείο 20/04/2012

προηγούμενο, παλιό,ετερόχρονο, δε με νοιάζει

Συνήθως καμιά μοναξιά για μένα δεν είναι ευεργετική ούτε κι ευλογία.Για εύλογους λόγους.Ας τους ξέρω μόνο εγώ.Μα τώρα που λείπεις την απολαμβάνω τη μοναξιά.Είμαι στο χώρο σου,μου,μας.Μυρίζω το λινό σου πουκάμισο και το μαξιλάρι σου.Κοιτάω και καμιά φωτογραφία.Σκέφτομαι πως θα χω το σπίτι καθαρό και μοσχοβολιστό όταν γυρίσεις.Κι ένα πιάτο φαί στο ξύλινο τραπέζι της αυλής.Να μου πεις μπράβο για την πρόοδό μου και να μου δώσεις και καμιά σφαλιάρα στον κώλο σαν να σαι κανένας 50άρης κι εγώ η λολίτα σου.Απενοχοποίηση της ζητάω.Στο κάτω κάτω δεν έφταιξε κι εκείνη που ο Ναμπόκοφ την έπλασε έτσι.

Τις μέρες που έλειπες είδα την Αθήνα χωρίς προκατάληψη και λάτρεψα για άλλη μια φορά το μπλακ ντακ.Αποφάσισα που θα’ναι το επόμενο ιερογλυφικό στο σώμα μου.Αγάπησα το βιβλίο της οικολογίας και την ουβικουϊτίνη και σαν κάπως να συμπάθησα το θεώρημα Bayes.Το τελευταίο μαζί με τα υπόλοιπα δικά σου θα μου τα αναλύσεις στα ιδιαίτερα μας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «άλις: τρεις μικρές αφηγήσεις [2]»

Γιώργος Ρωμανός, Κάτι δεν έγινε σωστά

Αρχείο 18/04/2012

“Grapes of Wrath” -Dorothea Lang, 1938

Ο Τζιμπάχ είχε σπάσει από νωρίς, όπως του είχανε πει, τις τελευταίες λάμπες φωτισμού στις δυο κολώνες που βρίσκονταν στην άκρη της μικρής πλατείας. Λίγο πιο πάνω, η Κεντρική Αγορά νεκρή, από ώρες. Στα σκοτεινά, οι σκιές των μελαψών ανθρώπων αραιώνανε σιγά σιγά, ξεθύμαιναν βουβές, σαν ένα μαύρο κρέπι που αργά το εξαΰλωνε η νύχτα. Κάποιοι κινήθηκαν προς τα πεζοδρόμια της Μενάνδρου, και άλλοι πιο μακριά, πίσω από το Δημαρχείο της Αθήνας. Όμως, μια ομάδα από αυτούς έμενε συγκεντρωμένη σε κύκλο, μιλούσανε ψιθυριστά με κοφτές φράσεις και έντονες χειρονομίες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Ρωμανός, Κάτι δεν έγινε σωστά»

Διονύσιος Σολωμός, Ο Πόρφυρας

Αρχείο 16/04/2012

το 1ο από τα 3 χειρόγραφα

«Kοντά ‘ναι το χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,

π’ άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα
κι εκεί γρικά της θάλασσας και τ’ ουρανού τα κάλλη
κι εκεί τραβά τον ήχο του μ’ όλα τα μάγια πόχει.
Γλυκά ‘δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου
κι α δεν είν’ ώρα για τ’ αστρί θε να συρθεί και νά ‘βγει.
(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα!). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διονύσιος Σολωμός, Ο Πόρφυρας»

Larry Cool, τρία ποιήματα

Αρχείο 07/04/2012

Ἡ ἄγ(ρ)ια νύκτα τῶν ἐξεγερμένων

Τὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν σχίζονται
Ὀγκώδη μάρμαρα προβάλλουν ἀπὸ μέσα
Τὰ ἐξορύσσουν ἀπ’ τὰ σπλάγχνα τους
Γιὰ νὰ οἰκοδομήσουν τὴ νέα πόλη.

Μπροστά μου τρέχει μία καλλίπυγος ἐπαναστάτις
Καταφεύγουμε λαχανιασμένοι στὰ Προπύλαια
-«Ποιὰ εἶσαι; Βγάλε τὴ μάσκα» τῆς ζητῶ
Κατεβάζει τὸ blue jean· «φίλησέ μου το» ἀξιώνει
Τῆς λείχω τὸ αἰδοῖο κοιτάζοντάς την κατάματα
Μέσα ἀπὸ τὴν ἀντιασφυξιογόνο μάσκα,
Ἀκούγεται βαθιὰ ἡ ἀναπνοή της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Larry Cool, τρία ποιήματα»