Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Tonique Francais

|..εκείνο το ψωμί, παιδεία, ελευθερία που δεν κατορθώθηκε ποτέ…|

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση διαθέτει πια ένα αξιόπιστο πρόσωπο. Η γαλλική προεδρεία απολαμβάνει επιτέλους του κύρους που αποτέλεσε πόθο διακαή και πύρινο. Ένας άνθρωπος, ένας άνθρωπος μονάχος επωμίζεται αγόγγυστα, ολοκληρωτικά το όραμα της Ευρώπης που είναι κοινή, σύσσωμη, συλλογική, με μια συνείδηση απόλυτα καθιερωμένη, σφυρηλατημένη μες στους πολέμους και τις επαναστάσεις. Προς το παρόν αναμετράται με τον δέκτη, τον χωρίζει από την Ειρήνη όρη Ουράλια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Tonique Francais»

Γιώργος Καρτάκης, Κυριακάτικος περίπατος

Κυριακάτικος περίπατος

Το ότι γνωστοί με ρωτούν
αν έγινα παππούς,
δεν σημαίνει πως είμαι αόρατος.
Πάντως,
μπαίνεις σε περισσότερα μέρη
με άσπρα γένια. Είναι γεγονός.
Και τις προάλλες, στο λεωφορείο,
σηκώθηκαν τρεις κοπέλες ταυτόχρονα
να μου παραχωρήσουν τη θέση.
«Και οι τρεις!;» απόρησα αμήχανος ευγενικά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Καρτάκης, Κυριακάτικος περίπατος»

Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Μισέλ Φάις, «Caput mortuum [1392]

Μισέλ Φάις, Caput mortuum [1392]. Φάρσα αφανισμού. Νουβέλα. Πατάκης, Αθήνα 2021.

Caput mortuum = α) πεθαμένο κεφάλι β) σκουριές (Ζωγραφική, αλχημεία)∙ 1392: πλήθος στίχων στις «Βάκχες».

Ο πιο πρωτότυπος (μαζί με τη Σώτη Τριανταφύλλου) πεζογράφος της γενιάς μου προσεγγίζει την πιο πρωτότυπη τραγωδία του Ευριπίδη, τεμαχίζoντας και διαπλέκοντας τέσσερα συνθέματα: «Ψευδο-Αγέλαστος ή καθ’ ύπνον σημειώσεις»: δοκιμιακά – κριτικά για τον Ευριπίδη· «Οικογενειακά βίντεο»: θεατρικό, κατά βάση με διακωμώδηση των τραγικών προσώπων + αναφορές στο σήμερα, του τρομερού Δραματοθεραπευτή(!) κανοναρχούντος· Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Μισέλ Φάις, «Caput mortuum [1392]»

Νίκος Καρούζος, Νεολιθικὴ νυχτωδία στὴν Κρονστάνδη

Τραυλίζοντας οἰκουμένη καθὼς
ἡ πραγματικότητα χωλαίνει κι ὅπως
ἀσπροφωλιάζει ἡ λευτεριὰ στὸν ἄστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τὴ σώτειρα τήξη.

(Νὰ ἰδοῦμε ἂν ἡ ἄνοιξη θὰ συνδράμει τὰ ὄνειρά μας.)

Ἕνας ναύτης: Τὸ μυαλὸ πῶς μαλακώνει στὰ Οὐράλια;
Ἕνας ἄλλος ναύτης: Τί θέλεις νὰ πεῖς; Δὲν κατάλαβα.

μουχλιάζει τὸ τηλέφωνο, εὐδαιμονία

Νοστάλγησα τὰ ὀρυχτὰ τὴν ἄφωνη
θηλαστική μου ἱερότητα
κι ἀνατρέχω στὸν ὕπνο ποὺ μὲ σῴζει Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Καρούζος, Νεολιθικὴ νυχτωδία στὴν Κρονστάνδη»

Θανάσης Κούρτης, Γραφειοκρατικά ζητήματα

Το εκτελεστικό απόσπασμα παρέλαβε τον κρατούμενο πρωί πρωί, με το πρώτο φως, και τον μετέφερε μέσα από ένα δάσος προς άγνωστη τοποθεσία. Μπροστά πήγαιναν δύο οπλίτες με τα ντουφέκια χιαστί, στη μέση αυτός, άλλοι δύο οπλίτες ακολουθούσαν πίσω του και τελευταίος, τέρμα πίσω, ο αξιωματικός της εκτέλεσης καβάλα στο άλογό του, που ήταν λιγάκι νευρικό από όλη αυτή την αργοπορία και ξεφυσούσε τινάζοντας τη μούρη του, βγάζοντας μεγάλες ποσότητες πρωινής άχνας από τα ρουθούνια του. Ήταν ένα υπέροχο πρωινό, λίγο υγρό μα διαυγές, μπορούσες να ξεχωρίσεις ως και την πιτυρίδα πάνω στα λευκά γένια του Θεού. Τα βήματα της πομπής δεν ακούγονταν καθόλου στα μουσκεμένα χαμόφυλλα και στο χορτάρι, μα τα πουλιά μέσα στο δάσος οργίαζαν με τις τρίλιες τους και ο ήλιος είχε ήδη πετάξει σχοινί και ανέβαινε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θανάσης Κούρτης, Γραφειοκρατικά ζητήματα»

Καίτη Παπαδάκη, Ως το τέλος του μήνα

Ένα πακέτο φρυγανιές. Το ψωμί χαλούσε γρήγορα, το παξιμάδι δεν θα μπορούσαν πια να το σπάσουν τα δόντια της. Θυμήθηκε το χωριό. Τη μυρωδιά απ’ το προζύμι. Τη ζεστασιά του ξυλόφουρνου. Τώρα τουρτούριζε απ’ το κρύο. Στα ύψη το ρεύμα, το πετρέλαιο κι ο χειμώνας να μην λέει να τελειώσει. Στα μέρη της ανάβανε το τζάκι όλη μέρα. Τρώγανε κοντά στη φωτιά. Τρώγανε ο,τι είχανε. Ρεβίθια; Ρεβίθια. Κουνουπίδι; Καλό κι ευλογημένο. Κόκορα; Κόκορα και δόξα τω θεώ. Μετά ήρθανε στην πόλη. Καλύτερα θα είναι, να το δεις Θεοδοσούλα μου, η ζωή μας θ’ αλλάξει, έλεγε ο πατέρας της. Ένα πακέτο φρυγανιές. Αν τις είχαν προσφορά, ίσως να έπαιρνε ένα γάλα με τα ρέστα. Θ’ αγόραζε τις πιο φτηνές. Να δεις, θα περισσεύανε λεφτά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Ως το τέλος του μήνα»

Βασιλικής Ράπτη, Η λεπταίσθητη Λαίδη μου ―από τον Κωτούλα Νικόλαο

Από τις εκδόσεις Μελάνι

Για την ελληνόφωνη ποιητική συλλογή της Βασιλικής Ράπτη Η λεπταίσθητη Λαίδη μου

Ομολογώ πως αναγιγνώσκοντας τη λεπταίσθητη Λαίδη μου, η εικόνα που ανασυστήθηκε στο μυαλό μου περί της γυναικείας υπόστασης προσιδιάζει στην ησιόδεια Αφροδίτη, της οποίας το πέρασμα προκαλεί την αναγέννηση του φυσικού περιβάλλοντος, καθώς χλόη ξεπροβάλλει και διαχέεται κάτω από τα λεπτεπίλεπτα πόδια της (στ. 195, ἀμφὶ δὲποίη ποσσὶν ὕπο ῥαδινοῖσιν ἀέξετο). Στην ποιητική συλλογή, η γυναικεία μορφή παίρνοντας άλλοτε μορφές του ζωικού βασιλείου και άλλοτε ακραγγίζοντας την ίδια τη Μητέρα Φύση, ανακαινίζει το φυσικό περιβάλλον επισημαίνονταςατελεύτητα τη γονιμοποιό και ζείδωρη λειτουργία της. Διαβάζοντας τα κατάμεστα από ποιητικές εικόνες στιχουργήματα της κ. Ράπτη, ο σύγχρονος αναγνώστης στέκει ανερμάτιστος μπροστά στην πρωτότυπη λογοπλαστική τεχνική που εστιάζει στο βλέμμα, τη ματιά, το φεγγάρι, το φως, τις ανθισμένες δαμασκηνιές ή τα άνθη αχλαδιάς καιροδακινιάς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασιλικής Ράπτη, Η λεπταίσθητη Λαίδη μου ―από τον Κωτούλα Νικόλαο»

Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, ένα βιβλίο σε 600 λέξεις: Αλέκα Πλακονούρη, Οι δαίμονες του Αρέτσο

Αλέκα Πλακονούρη, Οι δαίμονες του Αρέτσο, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2021

Η συλλογή διηγημάτων της Αλέκας Πλακονούρη φέρει τον διακειμενικό τίτλο «Οι δαίμονες του Αρέτσο», εμπνευσμένη από τις διάσημες τοιχογραφίες του Τζιότο. Τρεις ενότητες αποτελούν τη συλλογή της Αλέκας Πλακονούρη, («Νωπογραφίες», «Κολάζ», «Γκράφιτι») οι οποίες έχουν σαν κοινό χαρακτηριστικό τη γραμμική αφήγηση, επιτρέποντας στον αφηγητή να κινείται άλλοτε ανάδρομα και άλλοτε συνοπτικά μα κατά το πλείστον ρεαλιστικά. Κυρίαρχος χρόνος το παρελθόν και οι σκιές του, οι οποίες πρωταγωνιστούν αγγίζοντας, στιγμές τα όρια του μαγικού ρεαλισμού. Στο διήγημα με τίτλο «Το σωματείο», καθώς και στο ομότιτλο της συλλογής «Οι δαίμονες του Αρέτσο», η αφήγηση αντιγράφει αλλόκοσμα τις σκιές, καθώς το παρελθόν γλιστρά από τον σκληρό ρεαλισμό στο επέκεινα με μια ονειροπόληση που συνδέεται μαγικά με το παρελθόν. […] «Ξάφνου τυφλώθηκα και έπεσα στη γη, τυφλώθηκα από το φως που έφερε… Και είδα τη γυάλινη γύμνια της, τα άυλα σωθικά της, είδα το φωτεινό αίμα της…» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, ένα βιβλίο σε 600 λέξεις: Αλέκα Πλακονούρη, Οι δαίμονες του Αρέτσο»