Νίκος Καββαδίας, Ἕνας δόκιμος στὴ γέφυρα ἐν ὥρᾳ κινδύνου

11 Ιανουαρίου 1910 Ουσουρίσκ, Ρωσία – πέθανε σαν σήμερα 10 Φεβρουαρίου 1975 στην Αθήνα

Στὸ ἡμερολόγιο γράψαμε: «Κυκλὼν καὶ καταιγίς».
Ἐστείλαμε τὸ S.O.S μακριὰ σὲ ἄλλα καράβια,
κι ἐγὼ κοιτάζοντας χλωμὸς τὸν ἄγριον Ἰνδικὸ
πολὺ ἀμφιβάλλω ἂν φτάσουμε μία μέρα στὴ Μπατάβια.

Μὰ δὲ λυπᾶμαι μία σταλιὰν – Ἐμεῖς οἱ ναυτικοὶ
ἔχουμε, λένε, τὴν ψυχὴ στὸ διάολο πουλημένη.
Μία μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνὴ καὶ σκυθρωπή,
ποὺ χρόνια τώρα καὶ καιροὺς τὸ γιό της περιμένει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Καββαδίας, Ἕνας δόκιμος στὴ γέφυρα ἐν ὥρᾳ κινδύνου»

Μαρία Μανδάλου, Βασκανία

Δις Καλλιόπη Θεριανού, σώμα κουκούτσι σε αγκάλη κυκλώπια. Με πασουμάκια λιλά και πετράδι αρμύρα στο ρυάκι του κόρφου, ίμερος ανήμερος. Μεσούλα σφήκα ενσταντανέ απ’ τα παλιά σινεμά, σιθρού βεραμάν, κοχύλια στους τρυφερούς των αυτιών της λοβούς και φύκια πλεγμένα στα ξανθούλια σγουρά της μαλλιά κι αγγέλων φτερουγίσματα στο φιλιατρό τού αφαλού, του συνορίτη ελαφισμός στον ισημερινό δεινής παραμυθίας. Τα τσίνορά της πινελιά μεταξωτή, της αμφιλύκης οπάλιο τα μάγουλά της, καταμεσής στο μέτωπο ελίτσα ξεπατηκωτούρα με άφθαρτη κηρομπογιά, εξ’ ορισμού το στόμα άλικο, αυτές που μπογιατίζονται είν’ κακογεννημένες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Μανδάλου, Βασκανία»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Η Σφίγγα της συνοικίας Χαριλάου

[…Πού ακούστηκε
Ο Άλκης
Να πεθαίνει…]

«Η θανάσιμη μοναξιά
Του Αλέξη Ασλάνη»

 Ανταποκρίσεις από χαμένα ματς

Η μυθολογική Σφίγγα αποτέλεσε ένα φριχτό, απαίσιο γέννημα της ελληνικής, μυθολογικής καταγραφής. Μισή με σώμα λιονταριού και όψη γρύπα, το απόκοσμο αυτό πλάσμα γύρευε από τους περαστικούς μια απάντηση. Σκαρφαλωμένη πάνω στον βωμό της επαναλάμβανε το αίνιγμα προσμένοντας την απάντηση. Εκείνος που θα λάθευε είχε κιόλας γράψει την μοίρα του. Τα σιδερένια νύχια του πλάσματος θα του έπαιρναν την ζωή. Οι θεοί το είχαν πει καθαρά. Όταν το αίνιγμα θα απαντηθεί η Σφίγγα θα ριχτεί στον γκρεμό και η Θήβα θα σωθεί.

Ακόμη την θυμάμαι στα όνειρά μου να γυρεύει μια απάντηση, τα μάτια της λαμπερά γεμάτα από τα βλέμματα εκείνων που χάθηκαν κιόλας, η φωνή της στραγγαλισμένη, το κοίταγμά της παγωμένο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Η Σφίγγα της συνοικίας Χαριλάου»

Έκτωρ Πανταζής, Υδάτινη σάγκα

Τότε ανασύροντας αυτό το βάθος προς τα έξω, φέρουμε την ευθύνη που μοιάζει με την πρώτη ύλη, τότε το σκοτεινό αυτό βάθος, διαβάζεται αλλιώς, έχει ένα πυρετό του αλλιώς.

Σονέτο για τα μάτια σου Με το ζεστό της θάλασσας δέρμα το μεσημέρι σε αγκαλιάζει. Μικρές Κυκλάδες πεζούλι του καλοκαιριού, η στιγμή για το ζωγράφο μια μονοκοντυλιά, η ραχοκοκαλιά υπάρχει διακριτικά παντού στο φτερό, στων κοριτσιών τα όνειρα, στη Ναυσικά φοινικιά Ιόνιο αποχαιρετώντας τις άσπρες πικροδάφνες της.

Υλικά σχήματα, να αποφεύγεται η φενάκη το ψέμα η αναπλήρωση,  όπως ξέρεις αυτά ξεκινάν και σε λίγο ξεκινάν πάλι. Η ομορφιά  δεν αφήνει να κοκκινίσεις μέχρι τις ρίζες των μαλλιών και η πνευματική ομορφιά και η ψυχική. «Εγώ που οδοιπόρησα/ Με τους ποιμένες της Πρεμετής/ Είχα τα μάτια μου/ Παντοτεινά στραμμένα/ Στο εωθινό σου πρόσωπο…».Γ. Σαραντάρης   Συνεχίστε την ανάγνωση του «Έκτωρ Πανταζής, Υδάτινη σάγκα»

Μαρία Δρογγίτη, Καράβια του ήλιου ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις ΑΩ εκδόσεις

ΜΠΟΡΕΙΣ;

Μπορώ τον πυρήνα της γης να αγγίξω
Να κοιτάξω τον ήλιο στα μάτια
Να παίξω κρυφτό με τ’ αστέρια τη νύχτα
Να μετράω τα κύματα
Να χορεύω στη φλόγα κεριών τούρτας γενεθλίων
Να δραπετεύω σε άλλους πλανήτες.
Δεν μπορώ να σταματήσω του πόνου το κόκκινο ποτάμι
Τις ριπές που κουρελιάζουν την Άνοιξη
Τον φθόνο που φωλιάζει στις στέγες
Να ζεστάνω παγωμένες καρδιές Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Δρογγίτη, Καράβια του ήλιου ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Καίτη Παυλή, Αναχώρηση

Χορεύοντας πορεύονται πολλοί μέχρι το τέλος
Άδοντας μπαίνουν στο μαύρο ποταμό και πάνε

Είναι κι αυτοί που ξυπνούν μέσα στη νύχτα
Από μια συνεχή ανησυχία –μόνοι-
Και πριν συλλογιστούν την αναχώρηση
Τους αρπάζει αίφνης το κρύο χέρι.

Μα πιο πολύ τη σκέψη μου και την καρδιά ταράζει
Όταν ένα τυχαίο τρίκυκλο, μια κατσαρίδα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παυλή, Αναχώρηση»

Κώστας Δρουγαλάς, δύο ποιήματα

Επιπόλαια σκαλίσματα

Με το που πλάγιαζε
γυρνούσε πλευρό
και μου έδειχνε την πλάτη της.

Κάθε βράδυ έβλεπε εφιάλτες·

γατάκια σκασμένα μέσα σε άχαρες σακούλες
απότιστα λουλούδια στα νεκροταφεία
κι η αγράμματη η μάνα σου να κρώζει
«Δεν είν’ αυτός για σένα». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κώστας Δρουγαλάς, δύο ποιήματα»

Ασημίνα Λαμπράκου, μια ροή όλα

Ελπίδος και Γούναρη. Οι ποδιές κι οι κάλτσες ως το γόνατο. Οι κορδέλες στην τσέπη. Η Φώφη. Η Βιργινία. Η μια εδώ. Η άλλη εκεί. Η Λένα να μην ξέρω που. Οι ποδιές που έγιναν φούστες μπλε μέχρι το γόνατο. Το γόνατο ένα όριο. Τα μυστικά. Και το τραγούδι στη διαδρομή. Φιλίες που έζησαν άλλες που σκότωσα. Το καφενείο της γωνίας. Ο κυρ Βασίλης. Η κυρά Γιαννούλα. Η Μαριάννα που σηκώνει το υπόλοιπο. Η Μαριλένα εδώ κοντά. Τα παιδιά της. Η Γιώτα που. Ο Τάκης. Ο Τάκης που έφυγε δυο μέρες μετά που θυμήθηκα το όνομα και τη μορφή του. Την ιστορία του. Η Μαρία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, μια ροή όλα»