Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, από την ποιητική συλλογή «Διαδρομές»

Αρχείο 17/10/2015 -εκδόσεις Γαβριηλίδη

Από το εξώφυλλο του βιβλίου «Διαδρομές» της Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2015

fav-3

Διαδρομές

-I-
Σα να ’ταν χθες
δέντρα χυμώδη, λυγερά
πόθο γιομάτα
άνθιζαν κλαδιά
άπλωναν ρίζες
να ξεδιψάσουν στις αγκαλιές των ρυακιών
και στων χειμάρρων την ορμή
ηδονικά να ξαποστάσουν

Σα να ’ταν χθες
άγουρα χρόνια
χνούδια απαλά
ανήσυχα
φλόγα γιομάτα
το μέλι τρυγούσαν των λουλουδιών
τ’ αλάτι γεύονταν στα τρίσβαθα ωκεανών

Σήμερα θάλασσες πλατιές
τους θησαυρούς γενναιόδωρα χαρίζουν

Σύντομα αλίμονο
τόσο σύντομα
αύριο κιόλας
καράβια ξέμπαρκα
γυμνά, ανάλαφρα, βαριά
γλυκόπικρο μειδίαμα απορούν
γέρνοντας προς την άλλη χώρα
[13]

-II-
Βαδίσαμε ανεπιτήδευτα μέρες και μέρες
με διαίσθηση χωρίς πυξίδα
πυξίδα είχαμε το σώμα στραμμένο στην Ανατολή
αλλά χαθήκαμε στο φως της μέρας
Την αγάπη είπαν θ’ ανταμώναμε
θα ’ρχονταν να μας προϋπαντήσει
Δεν μάθαμε πως μάχονταν με σκιές
και της ψυχής μας την αντάρα
Φωνάζαμε ν’ ακούσουμε ότι υπάρχουμε
και δεν μπορέσαμε τη μουσική της σιωπής ν’ αφουγκραστούμε
Σ’ ατέρμονους αγώνες δώσαμε μάχες
νικητές και νικημένοι χλωρίδα απώλειας
Τώρα το άδειο απλώνεται στην άκρη της πατούσας
και δίπλα η σιωπή στοχάζεται την απορία μας

Μπορεί και να ’μασταν ωραίοι μαχητές
αλλά χαθήκαμε στο διάβα
Μπορεί το σύθαμπο της μέρας να έλαμψε στα μάτια
Μπορεί το φως του φεγγαριού να φώτισε τις σκοτεινές πτυχές μας
[14]

-III-
Οι χαρές που ζήσαμε χάθηκαν
πήραν μαζί τους ό,τι είχαμε αγαπήσει
όνειρα στέρνες δίχως νερό
Αφού οι πηγές στέρεψαν
και τα χείλη στεγνά
πεφταστέρια οράματα
φύσημ’ αγέρα συγκινήσεις
Από χρόνους τ’ αφήσαμε πίσω
πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα

Μια βαθιά ερημιά κατοικεί μέσα μας
μια γαλήνη πετρωμένη
Κάπου κάπου ένα δάκρυ στεγνό
προσπαθεί κρυφά
να ραγίσει τη γαλήνη της πέτρας
Ποιο δάκρυ ωστόσο μπορεί
να ταράξει τη γαλήνη της πέτρας

Βότσαλα στο δισάκι
σημάδια για το δρόμο του γυρισμού
Ψαχουλεύουμε
το φως λιγόστεψε τώρα πια
και οι ρίζες κομμένες
Τώρα ήρθε ο καιρός των γαλήνιων πετρωμάτων
Τώρα ήρθαν τα χρόνια τα πέτρινα

Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
σπίτια σωριασμένα κατάχαμα
Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
άδειους περιστερώνες
Τα περιστέρια τα φυγαδέψαμε
[ 15]

μείναν ερημωμένοι περιστερώνες
αραδιασμένοι στο χρόνο

Τα ζεστά μονοπάτια τ’ αφήσαμε πίσω
Τώρα τα πέτρινα χρόνια
προδοσίες φυτρώσαν
ανθίσαν απώλειες
Πώς ν’ ανθίσουν στις πέτρες τριαντάφυλλα
Αυτό δεν έχει ξαναγίνει
Κάποια βρύα αν φυτρώσουν
θα ’ν’ αρκετό
να θυμίζουν πως περάσαμε απ’ εκεί
[ 16]

-IV-
Μέρες και μέρες οδεύσαμε σκυφτοί
διαβάτες της σιωπής
τραγουδιστές της καταχνιάς
χέρια γερμένα ηλιοτρόπια
στήθη δάκρυα πετρωμένα
Όταν τα βλέμματα σηκώσαμε
είδαμε ανάστροφα τον κόσμο
Όταν τα χέρια απλώσαμε
αγγίξαμε την ερημιά μας
γείραμε απόμερα
κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή
Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος
όπου απλώσαμε το δάκρυ μας
Το μπλε ήταν βαθύ
μας χώρεσε
κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες
Τα πέταλα ανοίξαμε πανιά
και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι
σαλπάραμε στ’ ανοιχτά
Κι όταν η θάλασσα έσκαγε χαμόγελα
γεμίζαμε τον κόρφο μόρτες ανέμους
Κι όταν το κύμα άγγιζε τ’ ακροδάχτυλα
γεννιόνταν άσπρα περιστέρια
Κι όταν ο καημός περίσσευε στο πέλαγος
εμείς προτείναμε το στήθος
Μείναμε έτσι στ’ ανοιχτά
μέχρι το τέλειωμα του χρόνου
[ 17]

-V-
Ήταν ωραία τα παιχνίδια
που υποψιαστήκαμε στην παραλία
Χάθηκαν γρήγορα κι άφησαν την άλμη τους
τ’ αλάτι είχε κιόλας διεισδύσει
στα υπόγεια στρώματα
όπου ορυκτός πλούτος πλεόναζε
Ύστερα ουράνιο τόξο
ζωγράφισε την τροχιά της νιότης
και των ονείρων μας την αύρα
Τώρα ο άνεμος σβήνει τα χνάρια των βημάτων
και μεις χαμογελάμε
μες στων παιδιών τα βλέμματα
[ 18]

-VI-
Τ’ αλάτι θα γέψουμε με πόθο
κι αλύγιστοι θ’ αντέξουμε τα κύματα
Στους βράχους γαντζωμένοι θ’ ανασάνουμε
ν’ ανασκουμπωθούμε
Πρώτιστη έγνοια
προσεκτικά να ψάξουμε
βαθιά στης πρώτης σπίθας τη σπηλιά
για ν’ αποθέσουμε το γένος
με νανουρίσματα γλυκά
Με του μαστού το γάλα θ
α θρέψουμε τις ρίζες
θα τις ζεστάνουμε με την ανάσα
Καλά θα κρύψουμε κειμήλια και φυλαχτά
να προστατέψουμε το γένος
από μωρίας βλέμματα
Τις φύτρες θα στυλώσουμε πάνω στις ρίζες μας
τα βλασταράκια, τα κλωνιά τα τρυφερά
Εκεί θα ακουμπήσουμε
και θα ονειρευτούμε
πως τάχα είδαμε το Πρώτο Φως
Και καθισμένοι στου φεγγαριού τη χούφτα
περιδιαβαίναμε τους γαλαξίες
πως τάχα το τέλειωμα του χρόνου
είχε προ πολλού καταργηθεί
Όλα όλα θα τα ονειρευτούμε
πριν γείρουμε εκεί απαλά
και αποκοιμηθούμε
[ 19]

-VII-
Η θάλασσα, ο ορίζοντας, το ουράνιο τόξο και η πρώτη σταγόνα
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η απορία που διαγράφεται στα χείλη
Το φτερούγισμα το ερωτικό, η γέννηση και ο θάνατος
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
Όλα σφιχτοδεμένο στεφάνι στην τροχιά του σύμπαντος
Το βουβό κλάμα, το χαμόγελο και η έκσταση
Η χαρά, η οδύνη, ο κόπος και η ανάπαψη
Οι αισθήσεις και η αντίληψη, ο λόγος και η συνείδηση
Το βίωμα και η ύπαρξη Η αναζήτηση που τέλος δεν έχει
Ο δρόμος ο πλατύς π’ ανοίγει άλλους δρόμους
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε Η γέννηση και ο θάνατος
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
Το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο
Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν

*

kaitatzi-bk17.10.15©Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

«Διαδρομές»

ποίημα από το βιβλίο

«Διαδρομές»1915,

εκδόσεις Γαβριηλίδη.

fav-3
ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ «ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ»
Mετις «Διαδρομές» η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη επιχειρεί μια εκ των έσω θέαση της ζωής. Το εγχείρημα αυτό κινείται στον άξονα του χρόνου, όπως αυτός ορίζεται ως παρελθόν-παρόν-μέλλον. Δεν πρόκειται λοιπόν για αναφορά στον εξωτερικό φλοιό της εμπειρίας (όσον αφορά το χθες και το σήμερα) ούτε για προβολή της επιθυμίας (όσον αφορά το αύριο) αλλά για εσωτερικές διαδρομές σε τόπους που φωτίζονται και αναδύονται μέσα από μια καθαρή ποιητική σύλληψη και την ανάλογη έκφρασή της με το λόγο. Πιο συγκεκριμένα: Στο απ. Ι η ποιήτρια βυθομετρά το θέμα του χρόνου ώσπου ψηλαφεί με ένα «γλυκόπικρο μειδίαμα» την έκφανση του θανάτου. Στο απ. ΙΙ η εσωτερική αναζήτηση οδηγεί σε μια στάση απολογισμού: τίποτε σημαντικό δε χάθηκε, καθώς η αντιπαράθεση μεταξύ του «φαίνεσθαι» και του «είναι» κάνει το δεύτερο να υπερισχύει. Διάχυτο είναι το αίσθημα της απώλειας στο απ. ΙΙΙ, που, αν και συνυφασμένο με τη θλίψη, δεν καταλήγει σε απόγνωση. Η οδύνη της απουσίας αντισταθμίζεται από τη γεμάτη τρυφερότητα ποιητική ματιά, που, στη δομή του λόγου, κατέχει τη θέση του ουσιαστικού: «Μείναν ερημωμένοι περιστερώνες», ή του ρήματος, «Ανθίσαν απώλειες». Στο απ. ΙV αυτό το αίσθημα της απώλειας μοιάζει να μετουσιώνεται σε βουβό θρήνο αρχαίου χορού και, αφού μετεω ρίζεται μέσα σε μια απέραντη σιωπή, γεννά τη δύναμη της αναζήτησης και τον πόθο για νέα ταξίδια. Το τέλος, με τη μορφή του θανάτου, επανέρχεται στο απ. V, υπογραμμίζοντας το εφήμερο της χαράς στη ζωή, όμως η συνέχεια, «μες στων παιδιών τα βλέμματα», ισορροπεί το αίσθημα του μάταιου. Μέχρι εδώ το ταξίδι πραγματοποιείται σε ανοιχτούς τόπους. Στο απ. VI ο χώρος εσωτερικοποιείται και, παίρνοντας τη μορφή της πρωτόγονης σπηλιάς, εγκολπώνεται υπαρξιακές αναζητήσεις. Στο πρώτο σκίρτημα της ζωής θα βρούμε την απάντηση, σε όλη την προσπάθεια του ανθρώπου να διαφυλάξει ό,τι πιο ελπιδοφόρο και να το «θρέψει» με το ίδιο το απόσταγμα της ζωής του «με του μαστού το γάλα». Τότε και ο άνθρωπος περνά από την αγωνία της ύπαρξης στη θέαση της αλήθειας. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή καταργείται όχι μόνο ο χρόνος αλλά και ο διαχωρισμός πραγματικότητας-ονείρου, καθώς το δεύτερο γίνεται το όχημα για να διανύσουμε αντίστροφα την πρώτη, να βιώσουμε τις αρχές που την διέπουν και να φτάσουμε σ’ ένα τέρμα που είναι συγχρόνως και αρχή. Με αυτήν την έννοια, όλα δένουν σε μια ενιαία οντότητα και ολότητα (απ. VII). Στις «Διαδρομές» χαρακτηριστική είναι μια συνεχής κίνηση προς τα μπρος, μια εσωτερική δύναμη που διαποτίζει και οδηγεί τα πράγματα. Η μνήμη δε βαραίνει, αλλά ορίζει έναν ποιητικό χωροχρόνο γεμάτο «δέντρα χυμώδη, λυγερά», γεμάτο υπέροχες φωτοσκιάσεις. Έτσι, όταν ο πόνος ή η στέρηση ή η ερημιά κυριαρχούν, οι ίδιες οι ποιητικές εικόνες μοιάζουν να αντιστέκονται στη φθορά (π.χ., «Όνειρα στέρνες δίχως νερό», «Πευταστέρια οράματα». Κατ’ αυτήν την έννοια, η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη μπορεί να χαρακτηριστεί αισιόδοξη. Η ποιήτρια ακολουθεί τους νόμους και τους ρυθμούς μιας εσωτερικής πορείας και είναι τόσο συνεπής σ’ αυτούς, ώστε ο αναγνώστης εκούσια μένει μαζί της «έτσι στ’ ανοιχτά», αναβαπτίζεται σε μια «θάλασσα που έσκαγε χαμόγελα» και γίνεται –εντέλει– αποδέκτης και συν-λειτουργός ενός αδιαίρετου ποιητικού (και ίσως όχι μόνο) σύμπαντος.

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε