Θανάσης Κούρτης, Γραφειοκρατικά ζητήματα

Το εκτελεστικό απόσπασμα παρέλαβε τον κρατούμενο πρωί πρωί, με το πρώτο φως, και τον μετέφερε μέσα από ένα δάσος προς άγνωστη τοποθεσία. Μπροστά πήγαιναν δύο οπλίτες με τα ντουφέκια χιαστί, στη μέση αυτός, άλλοι δύο οπλίτες ακολουθούσαν πίσω του και τελευταίος, τέρμα πίσω, ο αξιωματικός της εκτέλεσης καβάλα στο άλογό του, που ήταν λιγάκι νευρικό από όλη αυτή την αργοπορία και ξεφυσούσε τινάζοντας τη μούρη του, βγάζοντας μεγάλες ποσότητες πρωινής άχνας από τα ρουθούνια του. Ήταν ένα υπέροχο πρωινό, λίγο υγρό μα διαυγές, μπορούσες να ξεχωρίσεις ως και την πιτυρίδα πάνω στα λευκά γένια του Θεού. Τα βήματα της πομπής δεν ακούγονταν καθόλου στα μουσκεμένα χαμόφυλλα και στο χορτάρι, μα τα πουλιά μέσα στο δάσος οργίαζαν με τις τρίλιες τους και ο ήλιος είχε ήδη πετάξει σχοινί και ανέβαινε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θανάσης Κούρτης, Γραφειοκρατικά ζητήματα»

Καίτη Παπαδάκη, Ως το τέλος του μήνα

Ένα πακέτο φρυγανιές. Το ψωμί χαλούσε γρήγορα, το παξιμάδι δεν θα μπορούσαν πια να το σπάσουν τα δόντια της. Θυμήθηκε το χωριό. Τη μυρωδιά απ’ το προζύμι. Τη ζεστασιά του ξυλόφουρνου. Τώρα τουρτούριζε απ’ το κρύο. Στα ύψη το ρεύμα, το πετρέλαιο κι ο χειμώνας να μην λέει να τελειώσει. Στα μέρη της ανάβανε το τζάκι όλη μέρα. Τρώγανε κοντά στη φωτιά. Τρώγανε ο,τι είχανε. Ρεβίθια; Ρεβίθια. Κουνουπίδι; Καλό κι ευλογημένο. Κόκορα; Κόκορα και δόξα τω θεώ. Μετά ήρθανε στην πόλη. Καλύτερα θα είναι, να το δεις Θεοδοσούλα μου, η ζωή μας θ’ αλλάξει, έλεγε ο πατέρας της. Ένα πακέτο φρυγανιές. Αν τις είχαν προσφορά, ίσως να έπαιρνε ένα γάλα με τα ρέστα. Θ’ αγόραζε τις πιο φτηνές. Να δεις, θα περισσεύανε λεφτά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Ως το τέλος του μήνα»

Βασιλικής Ράπτη, Η λεπταίσθητη Λαίδη μου ―από τον Κωτούλα Νικόλαο

Από τις εκδόσεις Μελάνι

Για την ελληνόφωνη ποιητική συλλογή της Βασιλικής Ράπτη Η λεπταίσθητη Λαίδη μου

Ομολογώ πως αναγιγνώσκοντας τη λεπταίσθητη Λαίδη μου, η εικόνα που ανασυστήθηκε στο μυαλό μου περί της γυναικείας υπόστασης προσιδιάζει στην ησιόδεια Αφροδίτη, της οποίας το πέρασμα προκαλεί την αναγέννηση του φυσικού περιβάλλοντος, καθώς χλόη ξεπροβάλλει και διαχέεται κάτω από τα λεπτεπίλεπτα πόδια της (στ. 195, ἀμφὶ δὲποίη ποσσὶν ὕπο ῥαδινοῖσιν ἀέξετο). Στην ποιητική συλλογή, η γυναικεία μορφή παίρνοντας άλλοτε μορφές του ζωικού βασιλείου και άλλοτε ακραγγίζοντας την ίδια τη Μητέρα Φύση, ανακαινίζει το φυσικό περιβάλλον επισημαίνονταςατελεύτητα τη γονιμοποιό και ζείδωρη λειτουργία της. Διαβάζοντας τα κατάμεστα από ποιητικές εικόνες στιχουργήματα της κ. Ράπτη, ο σύγχρονος αναγνώστης στέκει ανερμάτιστος μπροστά στην πρωτότυπη λογοπλαστική τεχνική που εστιάζει στο βλέμμα, τη ματιά, το φεγγάρι, το φως, τις ανθισμένες δαμασκηνιές ή τα άνθη αχλαδιάς καιροδακινιάς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασιλικής Ράπτη, Η λεπταίσθητη Λαίδη μου ―από τον Κωτούλα Νικόλαο»

Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, ένα βιβλίο σε 600 λέξεις: Αλέκα Πλακονούρη, Οι δαίμονες του Αρέτσο

Αλέκα Πλακονούρη, Οι δαίμονες του Αρέτσο, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2021

Η συλλογή διηγημάτων της Αλέκας Πλακονούρη φέρει τον διακειμενικό τίτλο «Οι δαίμονες του Αρέτσο», εμπνευσμένη από τις διάσημες τοιχογραφίες του Τζιότο. Τρεις ενότητες αποτελούν τη συλλογή της Αλέκας Πλακονούρη, («Νωπογραφίες», «Κολάζ», «Γκράφιτι») οι οποίες έχουν σαν κοινό χαρακτηριστικό τη γραμμική αφήγηση, επιτρέποντας στον αφηγητή να κινείται άλλοτε ανάδρομα και άλλοτε συνοπτικά μα κατά το πλείστον ρεαλιστικά. Κυρίαρχος χρόνος το παρελθόν και οι σκιές του, οι οποίες πρωταγωνιστούν αγγίζοντας, στιγμές τα όρια του μαγικού ρεαλισμού. Στο διήγημα με τίτλο «Το σωματείο», καθώς και στο ομότιτλο της συλλογής «Οι δαίμονες του Αρέτσο», η αφήγηση αντιγράφει αλλόκοσμα τις σκιές, καθώς το παρελθόν γλιστρά από τον σκληρό ρεαλισμό στο επέκεινα με μια ονειροπόληση που συνδέεται μαγικά με το παρελθόν. […] «Ξάφνου τυφλώθηκα και έπεσα στη γη, τυφλώθηκα από το φως που έφερε… Και είδα τη γυάλινη γύμνια της, τα άυλα σωθικά της, είδα το φωτεινό αίμα της…» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, ένα βιβλίο σε 600 λέξεις: Αλέκα Πλακονούρη, Οι δαίμονες του Αρέτσο»

Ιφιγένεια Σιαφάκα – Αθηνά Τιτάκη, Με πίστιν και ζήλον/ Οι νεκροί μιλούν με ακροστιχίδες ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Ιφιγένεια Σιαφάκα – Αθηνά Τιτάκη, Με πίστιν και ζήλον/ Οι νεκροί μιλούν με ακροστιχίδες, Παράρτημα: Nτόρα Περτέση, Ψυχαναλυτική προσέγγιση της αυτοκτονικής διάπραξης, εκδόσεις Δρόμων, 2022

Η παρούσα έκδοση είχε ως αφορμή την ανοιχτή πρόσκληση του Ρομαντικού Πανεπιστημίου Αθηνών για το Απονενοημένο Σύνταγμα, στο πλαίσιο της συμπλήρωσης 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση [1821-2021]. «Το Απονενοημένο Σύνταγμα είναι ένα ανεξάρτητο εγχείρημα ολιστικού χαρακτήρα. Η πρώτη φάση του αφορά μια μακροχρόνια και επώδυνη έρευνα του Ρομαντικού Πανεπιστημίου σε εφημερίδες και έντυπα των δύο προηγούμενων αιώνων, η οποία αποθησαύρισε εκατοντάδες αυτοχειρίες ανά την Ελλάδα», αναφέρεται μεταξύ άλλων στο δελτίο τύπου.

Η έκδοση περιλαμβάνει δύο ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ [μονολόγους]. Το πρώτο, Mε πίστιν και ζήλον, της Ιφιγένειας Σιαφάκα αφορά την αυτοχειρία του χωροφύλακα Χ. Παπαζησόπουλου [1888], ενώ το δεύτερο, Οι νεκροί μιλούν με ακροστιχίδες, της Αθηνάς Τιτάκη αφορά την αυτοχειρία του εμπόρου Π. Παπαδημητρίου [1928]. Τα έργα στηρίχθηκαν στο υλικό από τις εφημερίδες της εποχής που παρείχε στις συγγραφείς το Ρομαντικό Πανεπιστήμιο, καθώς και σε ακόλουθη ιστορική έρευνα των συγγραφέων –όσο αυτή ήταν εφικτή για το θέμα τους–, προκειμένου τα κείμενα να μεταφέρουν στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα της εποχής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα – Αθηνά Τιτάκη, Με πίστιν και ζήλον/ Οι νεκροί μιλούν με ακροστιχίδες ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Ζαχαρίας Στουφής, Η θεούσα ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις ΑΩ εκδόσεις

Αρχές του 21ου αιώνα, ο Μάρκος δουλεύει περιπτεράς, νυχτερινή βάρδια, στην όλο και παρακμάζουσα πλατεία Oμονοίας, αλλά έχει και μια δεύτερη, κρυφή ιδιότητα: εκτελεί συμβόλαια θανάτου. Γνωρίζει μια νεαρή γυναίκα, προσηλωμένη στη θρησκεία, η οποία όμως έχει επίσης τη δική της,  μυστική και πολυώνυμη  ζωή.

«Σκοτεινό», πολυφωνικό μυθιστόρημα για μερικές ανομολόγητες πλευρές της ανθρώπινης ψυχοδομής, με απρόσμενο τέλος.

(απόσπασμα από τις σελ. 20 – 23)

Όταν ήταν στο χωριό του, στα είκοσι τέσσερα του χρόνια, αρραβωνιάστηκε μία κοπέλα που αγαπούσε από το Γυμνάσιο. Δύο μήνες μετά χάλασε ο αρραβώνας και αυτό δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει. Δεν ήθελε να την ξαναδεί μπροστά του κι έτσι παρακάλεσε τον αδελφό της μάνας του να τον πάρει στην Αθήνα, στη δουλειά. Ο θείος του με τα περίπτερα έκανε και εμπόριο μεταχειρισμένου βιβλίου. Δεν ήταν καθόλου άνθρωπος των γραμμάτων,  ένας χωριάτης ήταν, μα αυτή η δουλειά του απέφερε πολλά και «μαύρα» λεφτά.

Στην Αθήνα υπάρχουν σπίτια που είναι ολόκληρες βιβλιοθήκες. Άνθρωποι μορφωμένοι που μια ζωή διάβαζαν και γέμισαν όλους τους τοίχους του σπιτιού τους με βιβλία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζαχαρίας Στουφής, Η θεούσα ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Νίκος Ι. Τζώρτζης, Να πιστεύεις πως είσαι το δώρο

I

ΔΙΓΛΩΣΣΟΣ

Τα γραπτά μου
μεταφράζουν τις σκέψεις μου·

συνεπώς, δεν θα διαβάσετε ποτέ

τα ποιήματά μου
– μονάχα τις μεταφράσεις τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης, Να πιστεύεις πως είσαι το δώρο»

Λεωνίδας Καζάσης, Όταν τα θύματα τους θύτες κατανοούν

Ένας Λέων βρυχάται: «Επιτρέψτε στους ανθρώπους το αισθάνεσθαι, που η μονογαμική ηθική απαγορεύει. Μιλώ εγώ που θέλω επτά κιλά κρέας την ημέρα για να σταθώ στα πόδια μου. Στην πείνα μου μπροστά και στον κίνδυνο του θανάτου, δεν υπολογίζω τίποτα! Και σένα θα φάω άνθρωπε αν βρεθείς στον δρόμο μου όταν πεινώ˙ όμως όταν την πείνα μου κορέσω, είμαι τεμπέλης κι αδιάφορος˙ δεν κοπανώ, σε χιλιάδες πάπιες ζωντανές, τα συκώτια τους, όσπουνα τα λιώσω, για να φτιάξω φουαγκρά να πουλιέται στα μπακάλικα. Δεν βγάζω το δέρμα των ζώων, να το δωρίσω στα θηλυκά, για να μου κάτσουν, όπως σε εκείνον τον έρμο, τον κροκόδειλο που, για να τον γδάρουν, του περνούν ζωντανό σιδηροκατασκευή μέσα στο κεφάλι του, συντρίβοντας τις σιαγώνες του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Όταν τα θύματα τους θύτες κατανοούν»