Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Λουκία Δέρβη, «Θέα Ακρόπολη»

Λουκία Δέρβη, Θέα Ακρόπολη, μυθιστόρημα. Μεταίχμιο, Αθήνα 2019.

Χώρος: «Athens Excelsior», ακριβό πολυώροφο ξενοδοχείο στην πλατεία Συντάγματος, με αίθουσες όπως «Πίνδαρος» ή «Κόριννα» (!).

Χρόνος: καλοκαίρι 1992.

Πραγματικότητα: δραχμή, αεροδρόμιο Ελληνικού, «Μπραζίλιαν», βομβαρδιζόμενο Σεράγεβο, εταιρία Kodak ακόμα κραταιά, ψηφιακός κόσμος σε ανάδυση.

Ήρωες: εργαζόμενοι/ες στο ξενοδοχείο, από γενικό διευθυντή μέχρι μπελ μπόι, καθώς –λιγότερο– και πελάτες (αξέχαστη η ανώνυμη βυζαρού που αλλόφρων ουρλιάζει στους διαδρόμους το αινιγματικό «Μανίκας!»). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Λουκία Δέρβη, «Θέα Ακρόπολη»»

Έκτωρ Πανταζής, Αντικλείδια

1. Με το μαρμάρινο άνθος στους Δελφούς, ο Πωλ Σκλάβος μεταστοιχειώνει το δελφικό φως που αστράφτει στις φωτεινές πέτρες του θεού.

2. ”Η έμπνευση όπως έχει ανάγκη από κέντρισμα έχει ανάγκη και από χαλινάρι”.

3. Η κατάργηση είναι συνάμα υπέρβαση, άρνηση που λευκαίνει το πεδίο ώστε μπαίνουμε στον αρμόδιο τόπο. “ Ξάπλωσες αποκοιμήθηκες πέρα στις λεπτοκαρυές,ξύπνησες κάτω απ’ τα φουγάρα του Ρέντη ανάμεσα στα τζαμάδικα της αποβιομηχανισμένης ζώνης.”

4. Κι όταν κάτι βγαίνει από ψυχής βρίσκει τρόπο να τρυπώσει σε μιαν άλλη ψυχή (συγκίνηση που δίνει εσωτερικό ρυθμό, εμψυχώνει και τα άψυχα. φόντο κάθε τέχνης ). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Έκτωρ Πανταζής, Αντικλείδια»

Ειρήνη Θυμιατζή, Μωβ παπαρούνες

Ξομπλιαστά χαλιά, υφασμένα από τη φύση, σε αποχρώσεις πράσινου και μωβ περνούν μπροστά από τα μάτια μου, καθώς πλησιάζω το λιόφυτο. Μια στάση να αγναντέψω το τοπίο από ψηλά. Σχεδόν αναλλοίωτο, όπως στις περιγραφές του παππού. Ασημένιοι ελαιώνες, κόκκινοι λοφίσκοι, λευκά καμπαναριά, και στο βάθος τα σπίτια δίπλα στην ακοίμητη θάλασσα…

«Αυτός ο παραθαλάσσιος τόπος μοιάζει με την πατρίδα που αφήσαμε. Αυτή με ακολουθεί…» έλεγε κάθε φορά που τον πηγαίναμε να δει το λιόφυτο. Τα μάτια του κοκκίνιζαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Μωβ παπαρούνες»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Έτσι κι αλλιώς ιερό

Απόβροχο με ήλιο λαμπρό. Στην αρχαία ακρόπολη του νότιου νησιού, Σάββατο πρωί, περιπατητές χάζευαν τις ανασκαφές, περίοικοι συνόδευαν τα σκυλιά τους, παιδιά με ποδήλατα έκαναν απόπειρες να απομακρυνθούν από τους γονείς τους που ανησυχούσαν, ζευγαράκια απολάμβαναν την ευδία και τα αισθήματά τους. Η φύση ήδη αψηφούσε τον Φεβρουάριο του ημερολογίου και γιόρταζε με τις ανεμώνες της, τις μαργαρίτες και τις θεριεμένες μολόχες.

Η επιγραφή «Υπόγεια νυμφαία» ονόμαζε ανοιχτούς, ξέσκεπους (τώρα πια), λαξευμένους στον βράχο υπόγειους χώρους, μονόχωρους, τρίχωρους, προσβατούς είτε από σκάλες είτε από διαδρόμους στον κατήφορο, κάτι σαν τους διαδρόμους των μυκηναϊκών τάφων. Κλειδωμένη η πρόσβαση, εννοείται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Έτσι κι αλλιώς ιερό»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Tonique Francais

|..εκείνο το ψωμί, παιδεία, ελευθερία που δεν κατορθώθηκε ποτέ…|

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση διαθέτει πια ένα αξιόπιστο πρόσωπο. Η γαλλική προεδρεία απολαμβάνει επιτέλους του κύρους που αποτέλεσε πόθο διακαή και πύρινο. Ένας άνθρωπος, ένας άνθρωπος μονάχος επωμίζεται αγόγγυστα, ολοκληρωτικά το όραμα της Ευρώπης που είναι κοινή, σύσσωμη, συλλογική, με μια συνείδηση απόλυτα καθιερωμένη, σφυρηλατημένη μες στους πολέμους και τις επαναστάσεις. Προς το παρόν αναμετράται με τον δέκτη, τον χωρίζει από την Ειρήνη όρη Ουράλια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Tonique Francais»

Γιώργος Καρτάκης, Κυριακάτικος περίπατος

Κυριακάτικος περίπατος

Το ότι γνωστοί με ρωτούν
αν έγινα παππούς,
δεν σημαίνει πως είμαι αόρατος.
Πάντως,
μπαίνεις σε περισσότερα μέρη
με άσπρα γένια. Είναι γεγονός.
Και τις προάλλες, στο λεωφορείο,
σηκώθηκαν τρεις κοπέλες ταυτόχρονα
να μου παραχωρήσουν τη θέση.
«Και οι τρεις!;» απόρησα αμήχανος ευγενικά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Καρτάκης, Κυριακάτικος περίπατος»

Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Μισέλ Φάις, «Caput mortuum [1392]

Μισέλ Φάις, Caput mortuum [1392]. Φάρσα αφανισμού. Νουβέλα. Πατάκης, Αθήνα 2021.

Caput mortuum = α) πεθαμένο κεφάλι β) σκουριές (Ζωγραφική, αλχημεία)∙ 1392: πλήθος στίχων στις «Βάκχες».

Ο πιο πρωτότυπος (μαζί με τη Σώτη Τριανταφύλλου) πεζογράφος της γενιάς μου προσεγγίζει την πιο πρωτότυπη τραγωδία του Ευριπίδη, τεμαχίζoντας και διαπλέκοντας τέσσερα συνθέματα: «Ψευδο-Αγέλαστος ή καθ’ ύπνον σημειώσεις»: δοκιμιακά – κριτικά για τον Ευριπίδη· «Οικογενειακά βίντεο»: θεατρικό, κατά βάση με διακωμώδηση των τραγικών προσώπων + αναφορές στο σήμερα, του τρομερού Δραματοθεραπευτή(!) κανοναρχούντος· Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Μισέλ Φάις, «Caput mortuum [1392]»

Νίκος Καρούζος, Νεολιθικὴ νυχτωδία στὴν Κρονστάνδη

Τραυλίζοντας οἰκουμένη καθὼς
ἡ πραγματικότητα χωλαίνει κι ὅπως
ἀσπροφωλιάζει ἡ λευτεριὰ στὸν ἄστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τὴ σώτειρα τήξη.

(Νὰ ἰδοῦμε ἂν ἡ ἄνοιξη θὰ συνδράμει τὰ ὄνειρά μας.)

Ἕνας ναύτης: Τὸ μυαλὸ πῶς μαλακώνει στὰ Οὐράλια;
Ἕνας ἄλλος ναύτης: Τί θέλεις νὰ πεῖς; Δὲν κατάλαβα.

μουχλιάζει τὸ τηλέφωνο, εὐδαιμονία

Νοστάλγησα τὰ ὀρυχτὰ τὴν ἄφωνη
θηλαστική μου ἱερότητα
κι ἀνατρέχω στὸν ὕπνο ποὺ μὲ σῴζει Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Καρούζος, Νεολιθικὴ νυχτωδία στὴν Κρονστάνδη»