Γρηγόρης Σακαλής, Δαγκάνες

Άγονη γραμμή

Σ΄ένα νησί
της άγονης γραμμής
σ΄ένα απόμερο χωριουδάκι
νοίκιασα ένα δωμάτιο
ήθελα να δω
τον κόσμο διαφορετικά
παρατηρούσα κι έγραφα
έπιανα κουβέντα
με τους ντόπιους
ήταν πρόθυμοι
να μ΄ακούσουν
μα δεν με καταλάβαιναν
μιλούσαν για τις ψαριές
και τη θάλασσα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, Δαγκάνες»

Σταυρούλα Δεμέναγα, Αναχωρήσεις…

Κόβει ξύλα για το κρύο λέει.. Γυμνός από τη μέση και επάνω , ζεστός ο Απρίλης και ο επόμενος χειμώνας  αργεί.  Ενας προνοητικός   μεσήλικας μπροστά από την παράγκα του, συγκεντωμένος στο τακτικό του χτύπημα.  Από κάτω η ρεματιά, από πάνω ο δρόμος. Εκείνος ανάμεσα. Ο ήλιος ανάμεσα κι αυτός καθότι διστακτικός  σήμερα μεταξύ παρουσίας και απουσίας.

Κόβει ξύλα για το κρύο. Από πότε; Δυσκολεύεται να απαντήσει. Η Μάργα, με τα μαργιόλικα μάτια, εξ ου και το όνομα της, τον παρακολουθεί κουλουριασμένη στο χώμα δίπλα του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σταυρούλα Δεμέναγα, Αναχωρήσεις…»

Γιώργος Παπαγιαννόπουλος, Αήττητοι ηττημένοι

Αήττητος
αφού ποτέ μου δεν ρίχτηκα στην μάχη

την καλά κρυμμένη ερημιά μου
περιφέρω μέσα στο πλήθος.

/Vae victis: ουαί τοις ηττημένοις/
επιμένω, εγώ ο αήττητος.

Πλάϊ μας,
Αγκάθινοι έρωτες μας πολιορκούν
ένοχες -δεύτερες- σκέψεις γοητεύουν… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Παπαγιαννόπουλος, Αήττητοι ηττημένοι»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Wild Bessie

«Θεοί των ποταμών
φροντίστε την καλή Μπέσι Σμιθ»
είπε ο Σολ

Ή αλλιώς,
«Νάσιοναλ Μπίσκιουιτ Κόμπανυ, σε μισώ!»

Το πικρό λιμπρέτο της
Μίας και μοναδικής,
Μπέσι Σμιθ

Μέμφις, 61ος αυτοκινητόδρομος, 1936,

ΑΑπόψε προβλήθηκε στο δημοτικό θέατρο μια αθησαύριστη ταινία της σπουδαίας Μπέσι Σμιθ. Το κοινό είχε συρρεύσει από νωρίς, θαρρείς πως είχαν όλοι τους την πεποίθηση πως κάτω στα καμαρίνια η Μπέσι φοράει το στενό της φόρεμα και βγαίνει στο παλκοσένικο. Εκείνη την βραδιά, ίσως γιατί οι θαυμαστές ανταποκρίθηκαν η διάθεση ήταν ξέφρενη, όπως στα παλιά πάρτι της Μπέσι. Και κανείς δεν μετάνιωνε που αγάπησε μέχρι καημού την αλησμόνητη ερμηνεύτρια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Wild Bessie»

Ειρήνη Θυμιατζή, Ρωγμές

Άνοιξε το παράθυρο να μπει φρέσκος αέρας. Χρώματα μαβιά και σύννεφα ήταν σκόρπια εκεί έξω. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Σε λίγες μέρες είχαν επέτειο γάμου. Άραγε θα τη θυμόταν εκείνος; Σα να ήταν χτες που αντηχούσαν στ’ αυτιά της τα λόγια της προξενήτρας, της συγχωρεμένης της Φώφης: «Πολλές θα ζηλέψουν την τύχη σου». Αν ήταν τώρα εν ζωή, θα ήθελε να της τα ψάλλει. Άσε που θα της ζητούσε πίσω και το καπιτονέ παλτό που της είχε αγοράσει ως αντάλλαγμα για τις «υπηρεσίες» της. Αυτές κι άλλες σκέψεις φλυαρούσαν στο κεφάλι της σαν κουτσομπόλες της γειτονιάς. «Ελάτε να δείτε πόσο όμορφα περνώ…» Αν μπορούσε θα τις προσκαλούσε, να δουν τις πολυτέλειες του σπιτιού, να θαμπωθούν. Είναι αμφίβολο, όμως, αν θα καταλάβαιναν τίποτα άλλο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Ρωγμές»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Από τις σκουριές

Υπήρξε και κάτι καλό στον κοροναϊκό εγκλεισμό. Μάθαμε, όσοι τυχεροί δεν μένουμε σε πυκνοκατοικημένα κέντρα, τα ρυάκια της περιοχής μας, τις αλάνες, τα οικόπεδα με τις μαργαρίτες. Μικρο-τοπία. Με τη μάσκα και τον φόβο κάνεις τη βόλτα και βλέπεις την αλλαγή των εποχών στα πλατάνια στο ρέμα και στα λουλούδια των άδειων οικόπεδων. Η διαδρομή είναι σχεδόν δεδομένη, ίδια, ασφαλής αφού επιλέγεται ώστε να παρακάμπτει ουρές μπροστά από καφέ και σουβλατζίδικα και τράπεζες, ξεκούραστη, αφού τριγυρίζει αποφεύγοντας τις ανηφοριές, ευχάριστη, αφού επιλέγονται οι δρόμοι με τα ωραία σπίτια και την αρύτερη κίνηση. Αλλά, κατάντησε κάπως βαρετή… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Από τις σκουριές»

Λεωνίδας Καζάσης, Καταγγελία

Καταγγελία

Εκ των Μετεώρων τα βράχη! Δια λόγου παρέμβαση, εξακτίνωση στις φίλιες του σύμπαντος ενέργειες.

Των πεποιθήσεών μου δραττόμενος, ο ανταγωνιστής,
στην σύζυγό του Φωτεινή,
ότι μαζί του ερωτοτρόπησα ισχυρίσθη.
Νικήτρια πλάνη απεχθής,
της δολιότητος η ευτελής επιβολή.
Να εμπνέω προσδοκώ.
Όταν η συγκυρία καρπίζει,
καιροί ευοίωνοι σπεύδουν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Καταγγελία»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Μνημοσύνη

 

Παιδί μου σὲ ξανοίγω πιὰ καὶ εἶσαι πιὸ ὡραία
ἀπ’ ὅσα ἀνιστορούσανε ζωγράφοι ἀλλοτινοί·
ἀκίνητη κι ἀτάραχη νὰ μοῦ κρατᾷς παρέα,
μὰ νὰ ῥιζώνῃ μέσα μου τοῦ πόνου ἡ φωνή . . . .

Παιδί μου σὲ ξανοίγω πιὰ μὲς στὶς κορνίζες μόνο,
γιατ’ εἶν’ καιρὸς ποὺ ἄγγελοι στὸ πλάι σου πετᾶνε·
νὰ σὲ προσέχουν ζήτησα μὰ μοῦ ’πανε μὲ πόνο
πὼς τ’ οὐρανοῦ οἱ ἄγγελοι, ἀγγέλους δὲν φυλᾶνε!

*

©Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης

φωτο: Στράτος Φουντούλης