Ευρυδίκη Τρισόν – Μιλσανή, Το παλτό απ’ το Σικάγο

Α πα πα πα! Δεν είναι δυνατόν! Της πήρε το παλτό. Το μαύρο μακρύ παλτό από μαλακό κασμίρ με πέτα από αστρακάν… Ότι δήθεν της έπεφτε πολύ και δεν το χρειαζόταν, εφόσον είχε το καφέ, ενώ η άλλη, η δύστυχη γυναίκα που μόλις είχε φτάσει απ’ το χωριό, δεν είχε τίποτε να βάλει επάνω της κι έτρεμε σαν το φύλλο!

Στα παιδικά μου μάτια ήταν ένα έγκλημα. Έγκλημα εσχάτης προδοσίας!

Ωστόσο η Χέντι Ντίνερ της το έδωσε χωρίς πολλά-πολλά. Πικράθηκε δεν λέω, έκλαψε μάλιστα λίγο, αλλά όχι γιατί το στερήθηκε. Αυτό που την έκανε να στεναχωρηθεί πραγματικά ήταν που ο άντρας της ο Μήτσος, ο αδελφός της Σοφίας δεν επαναστάτησε, δεν της πήγε κόντρα, δεν πήρε το μέρος της. Τσιμουδιά! Θα έλεγες πως την φοβόταν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευρυδίκη Τρισόν – Μιλσανή, Το παλτό απ’ το Σικάγο»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Οι τύποι των ανθρώπων

Ή
Η ζωή είναι μια δύσκολη υπόθεση

Η ανταπόκριση έφθασε αργά χθες το βράδυ. Οι άνθρωποί μας, βλέπετε, ανά τις πολιτείες και τα χωριά και τους αιώνες, στέλνουν κάθε τόσο χαριτωμένα, εύπεπτα άρθρα με την ελπίδα πως την αυριανή τούτα θα στελεχώσουν το περιεχόμενο της τακτικής έκδοσης. Μάταια, όλα μάταια, αφού οι περισσότερες αποστολές στοιβάζονται σε σωρούς. Ο αρχισυντάκτης αλιεύει μερικές ειδήσεις, ίσα για να γεμίσει τις σελίδες των παράξενων και των κοινωνικών. Ένα γρήγορο τηλεφώνημα, πενήντα δολάρια σε ταχυδρομική επιταγή, μπράβο Ραλφ, ήταν πολύ λογοτεχνική η παρουσίασή σου, βρε μπαγάσα Ραλφ, τι ωραίο εκείνο που ΄γραψες στις αρχές του προηγούμενου μήνα, να΄χεις το νου σου, αυτές οι επιταγές μπορούν να εξαργυρωθούν από τον καθένα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Οι τύποι των ανθρώπων»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Caturaṅga

❇︎

Ο κάμπος απλωνότανε μεγάλος και στρωτός·
στο βάθος ο ωκεανός φαινόταν μαύρος
κι έτοιμος να ριχτεί στη ζωογόνα γη.
Ακόμα πιο μακριά οι κεραυνοί μιας θύελλας
διέκοπταν τη νεκρική σιγή του τόπου.

Αίφνης, από των πύργων τις πελώριες τις θύρες,
που υψώνονταν στις δυό αντίπνοες πλευρές του κάμπου, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Caturaṅga»

Λεωνίδας Καζάσης, Τρύφων και Ζαχαρίας

Τι κι αν δεν έχεις άμαξες ασημένιες; ο ήλιος ανατέλλει, δύει, η θάλασσα λικνίζεται, στους βράχους ρίχνεται, το πράσινο ο ορίζοντας απολαμβάνει. Σώματα! Σώματα! Αφές! Αφές να νοιώσεις, να αποκαλύψεις μορφασμούς στους οργασμούς της έλξης, κατόπιν λόγου παιγνιδιών που την αίσθηση φουντώνουν. Ποια σώματα μου αναφέρεις μωρέ Ζαχαρία; Τα πεθαμένα; Τα σώματα οι άνθρωποι τα έχουν για να δουλεύουν σαν είλωτες και να ικανοποιούν ψεύτικες επιθυμίες υλικές, όσο για τις αφές
και τους οργασμούς , από πολύ νωρίς παραιτούνται (εάν ποτέ τους ένοιωσαν), επιμένοντας, πως η ζωή προχωρεί με έναν σύντροφο ερωτικό, αν και οι ίδιοι ομολογούν, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Τρύφων και Ζαχαρίας»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Οδηγός κατά δήλωσιν

Η φίλη των φοιτητικών χρόνων πάντρευε τον μοναχογιό της και η ζωή μου ήταν γενικά σε μια πολύ στενάχωρη φάση της. Οπότε, είδα την πρόσκληση και σαν ευκαιρία για ένα διάλειμμα από το ζόρι και τη μαυρίλα, ένα αντάμωμα με την αγαπημένη παρέα των είκοσι χρόνων. Σίγουρα όλες θα ήταν εκεί, οι ζωντανές…

Ωραία η Θεσσαλονίκη! Με ένα ταξί από τον Σταθμό πήγα στο ξενοδοχείο, μέσα στο δάσος, πάνω στο βουνό, και έκλαψα πολύ από τη χαρά μου να βλέπω να στολίζεται ως πεθερά η φίλη μου και να ντύνονται εντυπωσιακά όπως πάντα  οι άλλες της τότε ομάδας και να καμαρωνόμαστε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Οδηγός κατά δήλωσιν»

Ρογήρος Δέξτερ, Blues For No Reason

❇︎

«Pseudo-Blues»
[prose song «written on a toilet roll»]

Καθισμένος στα σκαλοπάτια· για λίγο·
Όσο κρατά ένα τραγούδι μακρινό
Μέσα στη νύχτα· still like dust i’ll rise·*
Σηκώνεται· σκέφτεται τη χαμένη φωνή τού
Αηδονιού· just like moons and like suns
With the certainty of tides· που λίγοι
Άκουσαν να
Κι ακόμη πιο λίγοι
Έδωσαν αφτί στο δάσος Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ρογήρος Δέξτερ, Blues For No Reason»

Ζαχαρίας Στούφης, Φιλιατρό

Απόσπασμα από τη νουβέλα «Ο τάφος του διαόλου» των ΑΩ εκδόσεων

Όταν ήμουν παιδί έκανα μία παράξενη δουλειά για την οποία πληρωνόμουν πολύ καλά. Καθάριζα τις στέρνες του χωριού. Επειδή το στόμιο του φιλιατρού είναι πολύ μικρό, δηλαδή τόσο που να χωράει ένα μεγάλο κουβά, και επειδή τα φιλιατρά είναι τσιμεντένια ή πέτρινα, οπότε και πολύ βαριά για να μετακινηθούν, έπρεπε να κατέβει ένα αδύνατο παιδί για να καθαρίσει τη στέρνα. Αυτό το παιδί ήμουν εγώ και για να κατέβω σε μία στέρνα υπήρχαν δύο τρόποι. Ο ένας και ευκολότερος ήταν με την μακριά σκάλα που μαζεύαμε τις ελιές ή με την σκάλα του καμπαναριού που ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζαχαρίας Στούφης, Φιλιατρό»

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Άτιτλα

(Πεθαίνεις όταν παύεις πια να καθρεφτίζεσαι)

Κουράστηκα πια να αντιμαχώ με τα προσωπεία μου.

Εγώ –ο Ένας- σκλάβος των ετεροτήτων μου.
Αντικατοπτρισμός φωτός και σκότους
στη γυάλινη επιφάνεια- λέξεις κι έξεις
για μια μόνη στιγμή.

Ρέουσα κι αυτή. Απόκρημνη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Άτιτλα»