Γιάννης Σκαρίμπας: Η θαλερότητα της γραφής της γενιάς του ’30

Κυπριακά Γράμματα τ. 6 – 1η Μαρτίου 1936

Του Θανάση Τοτόμη *

Ένα άγνωστο ποίημα με τίτλο «Ραχέλα / Καράβια δίχως θάλασσα που πλέμε στα σβυστά», βλέπει σήμερα το φως της δημοσιότητας, με την ευκαιρία της επετείου γέννησης του μοντερνιστή συγγραφέα της γενιάς του ’30, Γιάννη Σκαρίμπα.

Το ποίημα έχει δημοσιευτεί το Μάρτη του 1936 στην Κύπρο, στο περιοδικό «Κυπριακά Γράμματα».

Δεκάδες είναι οι ερευνητές, μελετητές του έργου του τα τελευταία χρόνια, μεταξύ άλλων οι, Κατερίνα Κωστίου, Αθηνά Βογιατζόγλου, Συμεών Σταμπουλού, Χριστίνα Ντουνιά, Λάμπρος Βαρελάς, Δήμητρα Τζουραμάνη, Ελένη Κόλλια, Μαίρη Μικέ, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δημήτρης Τζιόβας, Γιώργος Παπαστάμος, Χρυσούλα Παπαγεωργοπούλου – Ιωαννίδη, Άγγελος Μαντάς, Ειρήνη Γιαβάση, Μαρίνα Ναζάρενκο, Μαρίνα Χριστοδούλου, Philéas Lebesgue και Julia Kristeva.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Σκαρίμπας: Η θαλερότητα της γραφής της γενιάς του ’30»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Ο ευτυχισμένος

Το λιμανάκι , μια σταλιά κόλπος στο έλεος της Νοτιάς,  μεταμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια σε  θέρετρο σχετικής άνεσης, αν όχι πολυτελείας.  Όλοι οι γιατροί οι μηχανικοί  και λογιστές που κατάγονται από το κοντινό ορεινό αρχοντοχώρι (και, εννοείται, δουλεύουν και ζουν στην Πόλη του νησιού, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη)  χτίζουν ωραιότατα σπίτια, στριμωγμένα βεβαίως στα μίζερα οικόπεδα και πολύ συχνά με τη θέα στη θάλασσα ακυρωμένη από την  πλάτη του μπροστινού αντίστοιχου. Ωραία, όμως.  Μαζί και οι εύποροι αγρότες και τσομπάνηδες της περιοχής, που εξάλλου τους ανήκει ο τέως βοσκότοπος, σπίτια καλοστημένα και καμιά φορά φανταχτερά, αυτά, ωστόσο, χωρίς εμφανές το σχέδιο του ακριβού αρχιτέκτονα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Ο ευτυχισμένος»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Καμένα βούρλα

«Και καμένος και βούρλο!»

Ήταν το μικρό μας αστειάκι με το φιλαράκι μου για πολλούς και διάφορους που μας περιστοίχιζαν στα ξενυχτάδικα του κέντρου τις μικρές ώρες της νύχτας. Μα μεταξύ μας και’ μεις καμένα βούρλα είμασταν που καταδεχόμασταν να συχνάζουμε σε τέτοια μέρη όπου βασίλευε ο φθόνος, οι λυκοφιλίες και οι πάσης φύσεως κατινιές καταπίνοντας άδεια λόγια και στριμμένα μπάσα σε γενναίες δόσεις αλκοόλ. Μάλλον, ανατρέχοντας σε κείνες τις άχαρες εποχές, από κάτι προσπαθούσαμε να ξεφύγουμε σα στρουθοκάμηλοι που έβρισκαν τα πιο ακατάλληλα καταφύγια διαλύοντας το συκώτι και κυρίως την έρημη την τσέπη τους.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Καμένα βούρλα»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο Αδάμ και το μήλο ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Οδός Πανός

Παρουσίαση

Αφηγήσεις και διηγήματα διάφορα:
Με κλωστές, ξέφτια, ρέστα, κουρέλια, σιωπές και παύσεις, πληγές και ράμματα.
Μ’ ερείπια, με χαλάσματα.
Μα ούτ’ ένα ψέμα. Τίποτε φτιαχτό:
Κόντρα σε τόσα δισεκατομμύρια που γελούν άχαρα, μ’ έναν πονεμένο μορφασμό πάντα.
Έχοντας την αριστοκρατική πολυτέλεια τής γνώσης μόνο· λίγο είναι;
(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Pagotό

Στην Κίμωλο είπανε; Στη Φολέγανδρο· δεν θυμάμαι· θα σε γελάσω. Ήτανε πάντως καμιά εικοσαριά χρόνια πριν· τότε που σταματήσαν οι πολλές δραχμές· κι ένα ματσάκι άνηθος κόστιζ’ ένα ευρώ και μας φαινόταν τζάμπα. Τότε, ο Παναγιώτης ο ψαράς, νοίκιασε για όλο τον Αύγουστο το σπίτι του σε έναν μεγαλομόδιστρο απ’ το Παρίσι: Ο monsieur Marc τάδε. Ο κυρ-Μάρκος. Καμιά σαρανταριά, ψηλούτσικος, κοντά μαλλιά, λιγνός πετσί και κόκκαλο, μ’ ένα κινητό συνέχεια κολλημένο στο αυτί. Ήθελε ηρεμία· κανείς να μην τον ενοχλεί, τίποτα να μη βλέπει, να μην ακούει τίποτα. Μόνο αυτός να μιλάει απ’ το κινητό. Και με το αμόρε του: Έναν σχεδόν ίδιον μ’ αυτόν· μόνο λίγο πιο σκούρο. Μαροκινός. Εντάξει, Ο.Κ. No problem: Ησυχία, ηρεμία!

Κι έστειλε ο Παναγιώτης, για να μην ενοχλήσει, την άλλη μέρα το πρωί, τον γιο του τον Αγαθοκλή -ούτε πέντε χρονών παιδάκι- να σκουπίσει το κεφαλόσκαλο και τα παρτέρια γύρω. Κι ο άλλος από μέσα, το ’κανε χάζι το μικρό, να σαρώνει σκουπιδάκια και μαμαλίθρες με μια σκούπα δυο φορές σαν το μπόι του. Ρώτησε κι έμαθε πως το ice cream, οι ιθαγενείς εδώ, το λένε pagotό. Και πιάνει και τού δίνει ένα ευρουλάκι· ίσα-ίσα για να πάρει ένα pagotό. Τρελάθηκε ο Αγαθοκλής· περιχαρής τον παίρνει τον μισθό του. Κι όπως δεν ήταν διόλου βλάξ, το ’πιασε αμέσως· πως το παγωτό οι μεγαλομόδιστροι στο Παρίσι το λένε pagotό: ‘Pagotό’ έλεγε ξανά και ξανά. Κι όλο γλειφότανε με κουνιστό κεφάλι και μάτια υγρά, τουρλώνοντας έξω τα χείλια και σκάζοντας στα γέλια μόνος: ‘Pagotό’.

Και την επομένη το πρωί, μια και δυο παίρνει τη σκούπα και πάει πάλι μόνος κι αρχίζει να σκουπίζει το σπίτι γύρω, αρχίζοντας από την πίσω μεριά. Κι ύστερα πάει και χτυπάει την εξώπορτα με το σκουπόξυλο. Μες απ’ τα κουρτινάκια δεν βλέπει κανέναν ο μεσιέ Μάρκ -πού τον δει τον μπόμπιρα- ανοίγει, και τονε βλέπει να τον κοιτά σε στάση προσοχής, με την παλάμη τεντωμένη και να τού λέει, με τέλεια προφορά, σουφρώνοντας τα χείλια: ‘Pagotό!’. Έλιωσε ο μόδιστρος: Τι έξυπνοι που είν’ οι Έλληνες, τι unic greek islands, τι υπέροχος λαός· κι άλλα τέτοια, ανέξοδα.

Από τότε πήρε το κολάι ο μικρός και πήγαινε κάθε μέρα, σάρωνε και ζήταγε pagotό. Και ο κυρ-Μάρκος τού έδινε. Δεν υπήρξε φορά να μην τού δώσει. Τριάντα ευρώ εξτρά τού κόστισε το σκούπισμα· χαλάλι! Όλοι όμως εκεί τον λάτρεψαν: Τι κύριος· ευγενικός, διακριτικός· ποτέ δεν ενόχλησε με τον Μαροκινό του, τι χουβαρντάς!

Κι ο Αγαθοκλής έγινε λαϊκός ήρωας, σ’ όλο το νησί· που από πολύ νωρίς έμαθε να τα παίρνει απ’ τους ξένους… Θα κοντεύει στα τριάντα τώρα. Όλα καλά κι όλοι ευχαριστημένοι… Κι εκείνη η πενηντάρα η ηλιοκαμένη -κάτι σαν artistic director λέει, γενικώς, και real estate- που μάς έλεγε χτες τούτη την ιστορία· Ελληνίδα, πολύ φίλη με τον Marc, -και νονά τού Αγαθοκλή, παρακαλώ!- ακόμα πιο ευχαριστημένη, περήφανη· μονοπωλώντας άνετα και πολύ φτηνά, τη γενική βαρεμάρα.

Εγώ όμως· γιατί ήθελα να βάλω τα κλάματα ακούγοντάς την; Και ήταν όλοι στην παρέα ένας κι ένας, υποτίθεται· γαμώ το…

*

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

Αθηνά Παπανικολάου, Ο καθρέφτης

Τέταρτη στη λίστα των εξεταστέων κι είχε ‘ρθει η σειρά της. Ο δάσκαλος της άνοιξε ευγενικά την πόρτα του οδηγού, χειρονομία εξόχως ενθαρρυντική, της έκλεισε συνωμοτικά το μάτι και πήγε στη θέση του συνοδηγού. Έβαλαν κι οι δυο τη ζώνη ασφαλείας και καλημέρισαν την τριάδα των εξεταστών που είχαν ήδη πάρει θέσεις στα πίσω καθίσματα με τα μπλοκάκια στα χέρια τους. Είδε τα πρόσωπα τους με ταχύτητα αστραπής στον μεσαίο καθρέφτη και της φάνηκαν σαν πολεμικοί ανταποκριτές ή μάλλον σαν στρατιώτες στην πρώτη γραμμή με τ’ όπλο απασφαλισμένο να προλάβουν την πρώτη εχθρική κίνηση. Ο ήχος από το κούμπωμα της ζώνης κάλυψε προς στιγμήν το χτυποκάρδι της που άρχιζε τον δικό του ανήφορο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αθηνά Παπανικολάου, Ο καθρέφτης»

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Ο ξακουστός οργανοπαίχτης Ρίκο

 

______Ο ΞΑΚΟΥΣΤΟΣ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΗΣ ΡΙΚΟ________

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΡΙΖΑ 70/4/β/(i)

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΡΙΖΑ 70[1]

  1. Ο Παπά-Σταύρος Φιλίππου Καλογερής παρέμεινε στη ρίζα του, παντρεύτηκε τη Γιαννούλα Ζωγράφου από το Δώρι, κι απέκτησαν πέντε παιδιά

α. τον Φίλιππο Σταύρου Καλογερή

β. τη Μυρσίνη Σταύρου Καλογερή που παντρεύτηκε τον Ιωάννη Παπαδημητρίου στην Πεζούλα Παρνασσίδος και απέκτησαν έξι παιδιά.

(i)τον Ευτύχη – Ο ΞΑΚΟΥΣΤΟΣ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΗΣ ΡΙΚΟ
(ii)τον Ιερόθεο – Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΧΡΟΝΩΝ
(iii)την Παρασκευή – ΜΥΡΟΒΛΗΤΙΣΣΑ
(iv)την Αναστασία
(v)την Αγγελική
(vi)και την Κώστια

γ. την Ζαχαρούλα Σταύρου Καλογερή που παντρεύτηκε το Γιώργο Ιωάννου Αθανασάκη και πήγε στην οικογενειακή ρίζα 9 Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Ο ξακουστός οργανοπαίχτης Ρίκο»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, La ley del deseo

Pepi, Luci, Bom y otras chicas del montón / Pedro Almodóvar, 1980

Εντυπώσεις από την ανώνυμη σκόνη
Και τα κορίτσια κυκλώνες του
Πέδρο Αλμοδόβαρ

Η Ρακέλ φοράει το κατακόκκινο φουστάνι της. Ένας ακέραιος Τισιανός, είπαν τριγυρνά απόψε στην πόλη μα εκείνη δεν γύρισε, δεν γύρισε. Η Ρακέλ δεν φοβάται κανέναν, δεν αγαπά κανέναν. Χτυπά τις γόβες της πάνω στις πέτρες του Μουρίγιο, χορεύει και γερνά μες στις θλιμμένες της πολιτείες που θα΄χουν για πάντα μια απόχρωση ανδαλουσιανή. Εκείνος που την περιεργάζεται στην γωνιά του δρόμου, θυμίζει τον Γκρέκο, όπως σώζεται στα πορτραίτα. Νερένιο κορμί, γαλάζιες ομίχλες, λεπτά υφάσματα και μοναστικοί μυστικισμοί. Η Ρακέλ τρέχει,  φεύγει μακριά, το μαρτυρούν ένας ξύλινος κρότος που τρέχει σαν σκυλί πίσω της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, La ley del deseo»

Κωνστάνς Δημά, δύο ποιήματα στα Ελληνικά/Γαλλικά

Deux poèmes de Constance Dima en grec et en français

Μαριάννα μου- Ηλιαχτίδα μου

μικρή απροετοίμαστη
για την ακρίβεια φοιτήτρια ακόμη
σε έφερα στον κόσμο
με μοναδική προίκα την άπειρη αγάπη
για τη μάνα μου που δεν είχα την τύχη να γνωρίσω

όταν ρωτήθηκα στην κλινική της χώρας
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνστάνς Δημά, δύο ποιήματα στα Ελληνικά/Γαλλικά»