Λεωνίδας Καζάσης, Κόπους ατέχνων απεμπολώ

Δολιχό ήττας θρόϊσμα
ταλάνιζε την σκέψη,
κάννες και υποκόπανοι
όμηρο με κρατούν,
μα δεν λογίστηκα ποτέ
της έπαρσης την στέψη,
θωπευτικά δεν ακουμπούν
μονάχα οι νικηταί.

Της αντοχής υπεροψία,
ντύμα της ήττας γιορτινό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Κόπους ατέχνων απεμπολώ»

Καλό Μήνα!

Vector vintage car. Available EPS-10 vector format separated by groups and layers with transparency effects for one-click repaint

Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Χαν Γκανγκ, «Η χορτοφάγος»

Χαν Γκανγκ,  Η χορτοφάγος.  Μυθιστόρημα. Μετάφραση Αμαλία Τζιώτη από τα κορεάτικα. Επίμετρο της συγγραφέως. Αθήνα 2020, Καστανιώτης.

Στη Νότια Κορέα των αρχών του 21ου αιώνα, η νεαρή, παντρεμένη, άτεκνη, ευκαιριακά εργαζόμενη νοικοκυρά ΓιόνγκΧιε δηλώνει ότι δε θα ξαναφάει κρέας, δε θα ξαναφορέσει σουτιέν και θα ζήσει «σα φυτό». Αφυδατώνεται συνέχεια, επικοινωνεί όλο και λιγότερο και, τελικά,  κλείνεται σε ψυχιατρική κλινική.

Τρία μονάχα, εξαιρετικά εκτεταμένα κεφάλαια. Πρώτο: πρωτοπρόσωπη αφήγηση από τη σκοπιά του συζύγου και παρεμβαλλόμενες σκέψεις της ΓιόνγκΧιε. Δεύτερο: τριτοπρόσωπη, με «πρωταγωνιστή» τον κουνιάδο της. Τρίτο: το ίδιο,  με «πρωταγωνίστρια» την αδερφή της και την ψυχιατρική κλινική.

Το τέλος, αρκετά ανοιχτό, ανεβάζει κι άλλο το πρωτότυπο, βραβευμένο με Μπούκερ βιβλίο, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Λαμπρό.

(99 λέξεις)

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ο τόκος

Η σκηνή
του τέλους

(Αίθουσα μουσείου, κάτι σαν αίθριο με φυτά και τζαμωτά, που φιλτράρουν το φως. Συνθήκες ιδρυματικές με γωνιές νεοκλασικού γούστου. Δυο καθώς πρέπει κύριοι έρχονται από το βάθος του δρόμου. Συζητούν παθιασμένα, είναι καλοντυμένοι και έχουν φροντισμένα κοστούμια σε εγγλέζικο κόψιμο. Όταν πλησιάζουν τους ακούμε που μιλάνε και ποζάρουν συζητώντας, κοιτώντας ο ένας να ξεπεράσει τον άλλον σε ύφος και φινέτσα. Τριγύρω πετούν μερικά πουλιά, κάθε τόσο. Οι κύριοι θα αποκαλούνται κύριος Ντουάιτ, (εφεξής Ντουάιτ) και στην απέναντι γωνιά του ρινγκ ο κύριος Έλβις (εφεξής Έλβις)

Έλβις: [ανάβει το πούρο του] Κοστίζουν μια περιουσία. Μα δεν τα τσιγκουνεύομαι. Είναι τυλιγμένα στο χέρι, καίγονται αργά. Αλήθεια θες ένα; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ο τόκος»

Ντέμης Κωνσταντινίδης, θολό νερό χωρίς βυθό

Το χάπι

Ποιοι τυχεροί ταξιδεύουν με εκείνο το κρουαζιερόπλοιο,
κι εμείς καρφωθήκαμε σ’ έναν ερημότοπο;
Φριχτή! Φριχτή επαρχία.
Σαν φάρσα καρυωτακική κυλά ο χρόνος.
Σαν μέρα της μαρμότας.
Όσο και να το χρυσώνεις, αυτό το χάπι δεν καταπίνεται.

*

O άστεγος

Ο άστεγος εγκατέλειψε τη γωνιά του.
Πήγε να διαλαλήσει αλλού την ερημιά του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ντέμης Κωνσταντινίδης, θολό νερό χωρίς βυθό»

Καίτη Παυλή, Ποτέ ξανά πια

σχέδιο ©Σοφία Τζίμα

Ποτέ ξανά πια*

Τώρα που το δωμάτιο γυμνό και σκοτεινό
Τώρα που και το σπίτι ολότελα αδειανό
Κι αυτό απέναντι το καφενείο μας
« Συνάντηση», έρημο και κατάκλειστο
Γερμένος στο παράθυρο τι περιμένεις;

Ποιο κρύο χέρι τις αναμνήσεις και τα όνειρα
και τη ζεστή ακόμα ανάσα πίσω σου
έσβησε και παγώνει ξαφνικά και Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παυλή, Ποτέ ξανά πια»

Fleur Jaeggy, Τα μακάρια χρόνια της τιμωρίας ―κυκλοφορεί

Από τις εκδόσεις Άγρα, Μετάφραση: Σταύρος Παπασταύρου

Βουτηγμένη στο μπλε μελάνι της εφηβείας, η πένα της Φλερ Γιέγκυ μοιάζει με τη γλυφίδα του χαράκτη : Απεικονίζει τις ρίζες, τα κλαδιά και τα κλωναράκια του δέντρου της τρέλας που φυτρώνει στην εξαίσια απομόνωση του μικρού ελβετικού κήπου της γνώσης και φουντώνει τόσο που σκιάζει οποιαδήποτε προοπτική. Εξαιρετική πρόζα. Η ανάγνωσή του διαρκεί περίπου τέσσερις ώρες. Η ανάμνησή του διαρκεί όσο και για τη συγγραφέα : όλη τη ζωή. JOSEPH BRODSKY

Βρίσκομαι μπροστά στο σχολικό κτίριο. Δύο γυναίκες κάθονται σ’ ένα παγκάκι. Τις χαιρέτησα μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού. Δεν απάντησαν. Άνοιξα την πόρτα. Μια γυναίκα καθισμένη μπροστά σ’ ένα τραπέζι. Μια άλλη όρθια. Με ρωτάει τι θέλω. Ζήτησα να μάθω για το οικοτροφείο. Ανέφερα καθαρά το όνομα. Δεν το έχει ξανακούσει. Εδώ στο Τόυφεν ; Sind Sie sicher ? Με κοιτάζει με βλέμμα ερευνητικό και μοχθηρό. Φυσικά και ήμουν βέβαιη. Είχα ζήσει εδώ. Για μια στιγμή η απάντησή μου μου φάνηκε ανούσια. Με συμβουλεύει να πάω στο Ζανκτ Γκάλλεν. Εκεί υπάρχουν πολλά σχολεία. Επανέλαβα άλλη μια φορά το όνομα του οικοτροφείου. Λάθος κάνετε, είπε. Ζήτησα συγγνώμη. Αυτό εδώ το κτίριο, είπε, είναι κλινική για τυφλούς. Αυτό είναι τώρα. Μια κλινική για τυφλούς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Fleur Jaeggy, Τα μακάρια χρόνια της τιμωρίας ―κυκλοφορεί»

Γωγώ Πονηράκου, Έξζιτ ―Από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Γωγώ Πονηράκου, Έξζιτ, εκδόσεις (poema..), Κορώνη Μεσσηνίας 2021

Υπαινικτική  απόδραση
«Τις πιο οριστικές αλήθειες / τις μοιράζομαι με ξένους, / γιατί / ευθύβολα μάτια και / θαρρετά αυτιά / Μετά μετανιώνω, / έγιναν αμέσως / δικοί μου / – Σαν / τους φόβους – / Αλλά, / για λίγο, / όσο έμοιαζαν ερευνητές, / που παρατηρούν / το άγνωστο πλάσμα, / μπόρεσα να πω / το ακριβές που είχα στο μυαλό μου / και να το φτύσω / στο κέντρο της παλάμης / σαν μπουκιά που μου / κάθησε / στον λαιμό.»

Η Γωγώ Πονηράκου εμφανίζεται με την πρώτη της ποιητική συλλογή, με τον ιδιαίτερο αγγλόφωνο τίτλο Έξζιτ, που σε ελληνική μετάφραση σηματοδοτεί την έξοδο. Και είναι αλήθεια, πως η ανάγνωση της ποίησης της Πονηράκου οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα αναπόδραστο τέλος που εμφορείται, ωστόσο, από τον πόθο του ποιητικού υποκειμένου, να αναγεννηθεί, ως φοίνικας από τις στάχτες του. […] «Τη μαγιάτικη μέρα που/ ξαναγεννήθηκα κανείς σας δεν αγκάλιασε/το νέο πλάσμα, από εξαιρετική άγνοια,/βολική θαλπωρή και μαραμένη υποκρισία./Εμείς παρόντες γιορτάσαμε τη γέννησή μου/με λίγα τσιγάρα, καφέ και κινέζικο φαγητό…», Υπερεαλιστική αφήγηση, αντίστοιχες εικόνες και ζωηρές περιγραφές ντύνουν φωτογραφικά σχεδόν τους στίχους της ποιήτριας, καθώς η υπαρξιακή αναζήτηση εισβάλει στις κοινωνικές νόρμες και στηλιτεύει το αστικό τοπίο και την γκρίζα ακαμψία των κατοίκων του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γωγώ Πονηράκου, Έξζιτ ―Από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου»