Ελληνίδα, του Ποσειδώνα πρωτόπλαστος

Αρχείο 10/02/2012

του Ποσειδώνα πρωτόπλαστος
Πάλι φυσάει
τα νερά που κοιμούνται φοβάμαι
μην ξυπνήσουν
και πως να την μαζέψω τόση θάλασσα
που κυλά στις φλέβες μου
κυριαρχεί στο μυαλό μου
πως να σταματήσω τις ανήσυχες λέξεις
τα κρωξίματα των γλάρων
σιγανά να μιλάς
σαν τον φλοίσβο στα βότσαλα .
Βασιλεύει η νηνεμία σ’αυτόν τον τόπο
ένα με τον πόνο του αχινού
ένα με του απομεσήμερου την νάρκη
ένα με την πεταλίδα που κρατιέται στον βράχο
μην γιγαντωθούν τα κύματα και την πάρουν
στο βασίλειο το απέραντο των ματιών σου
που προδίνουν πελαγίσιους δρόμους ανοιχτούς
εκεί σε είδα να κολυμπάς με δελφίνια
του Ποσειδώνα πρωτόπλαστος
κι’έμεινα να σε χαζεύω
μετέωρη να αιωρούμαι πάνω απ’το κύμα σου
κι’είχε το γέλιο σου την θέρμη του ήλιου .
Και γύρισα στα παλάτια που βούλιαζαν
τα φύκια υψώνονται απ’τα βάθη
δεμένη απ’τους αστράγαλους
ίσα να πάρω μιά ανάσα στην επιφάνεια μπορώ
να δω τον ίσκιο σου να χρυσώνει την θάλασσα .
Ξέπλενα τα μάτια μου με αλμυρό νερό
για όλα αυτά
που ήταν ήδη γραμμένα στην ψυχή μας
και ήθελα να στα πω
θα γραφτούν μόλις κυλίσει το πρώτο δάκρυ
περιμένει ήδη να πάρει υπόσταση .
Αιθερικά ωκεάνεια στόματα άνοιξαν
των Σειρήνων τραγούδια σαγήνης
απόκρημνος γκρεμός ή δίνη που με καταπίνει
μα δεν με νοιάζει
θαρραλέα εγώ θα βουτήξω
στην οικειότητα ενός δικού μου ανθρώπου
για το παιδί που κρύβω μέσα μου
που απαιτεί την ζωή μου
να μου υπενθυμίζει πως δεν την σεβάστηκα.
Στην αχρονία δάκρυ μετέωρο
όλο τον κόσμο περικλείει
γιατί όλος ο κόσμος είσαι εσύ.
Στο κενό της απουσίας των υδάτων
υπάρχει μιά διάσταση άλλη
όπου τα δελφίνια αγγίζονται
και συνομιλούν με την σκέψη
παίρνω τα κύματα ένα θεό θαλασσινό να πλάσω
κι’αναδιπλώνονται όνειρα απραγματοποίητα
κι’απλώνονται μιά θάλασσα αγάπης να φτιάξουν
πολύτιμο δάκρυ που στην παλάμη κρατώ
σεντόνι μεταξένιο έγινε να σκεπάσει την γη.
Κι’αφήνομαι να επιπλέω ακυβέρνητη
με πλήρη αδιαφορία για το που θα με πάει
κι’αν είναι να χαθώ στην θάλασσα
άπλωσε τα μπράτσα σου να ‘ρθω.

***
clear vision
Εκπνοές των άστρων σε γυάλινη σφαίρα συλλέγω
σημάδια που σου παρέχω
να εννοήσεις την βαθύτερη των πραγμάτων φύση
μπορείς να την σπάσεις αλλά θα βρεις μόνο αέρα
και το αμόλυντο της ζωής μου κομμάτι την ποίηση.
Η ποίηση δεν ανήκει μόνο στην ελίτ
αλλά σ’αυτούς που ξέρουν τον άνεμο ν’ αφουγκράζονται.
Η ποίηση δεν διαβάζεται με τα μάτια αλλά με την ενσυναίσθηση.
Αέρινα βότσαλα που αφήνω στο πέρασμα μου
δεν αρκεί ο θαυμασμός αλλά το στίψιμο της πέτρας
κι’αν δεν την λείανε ο ποταμός του χρόνου
πάρτην και δούλεψε την ώσπου το σχήμα της σφαίρας να πάρει
απλό, ευφυές μα προπαντός ταιριαστό στην παλάμη σου.
Κάθε τι μετατρέπεται στο αντίθετο του
η βύθιση και η εμβάνθυση
αφαιρείς για να εισέλθεις
προσθέτεις για να εξέλθεις.
Θα ήταν όλα τόσο απλά
αν καταφέρναμε να είμαστε οι ίδιοι εντός και εκτός
κι’ ίσως αυτή να είναι η πρόκληση
ν’αποδεχτείς πως
το νόημα και το μη νόημα είναι ένα και το αυτό
η κατάφαση και η αναίρεση
το χάος και η πρωταρχική ουσία που επέφερε την αρμονία.
Σπόροι που διασκορπίζω στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
ο σταυρός των στοιχείων κι’ο κύκλος που βρίσκομαι
εγώ η κουκίδα το αναπόσπαστο Ενα.

***
το ρολόι
Ιχνηλατώ την δίνη και μπροστά της στέκομαι
την βλέπω τρελλά να γυρίζει ασταμάτητα
βουτάω μέσα στο χάος της
και σε είδα να έρχεσαι μ’ένα χαμόγελο
εσύ η δίδυμη αδελφή μου στον θάνατο
να με ρωτάς αν φοβάμαι.
Εχω ξανάρθει εδώ αλλά ποτέ τόσο βαθειά.
Τι είναι αυτό που κρατάς;
Τα χέρια σου έτεινες να μου το δώσεις
μα πριν το αγγίξω χάθηκες
να αιωρείται έμεινε μόνο ένα άσπρο ρολόι τετράγωνο.
Κι’έτρεξα να το πιάσω πριν πέσει στο πάτωμα
αλλά είδα πως πάτωμα δεν υπήρχε
σ’ένα άσπρο δωμάτιο βρισκόμουν
κι’οι τοίχοι του ήταν από σύννεφα.
Στην αγκαλιά μου το κράτησα σφιχτά
μα ήταν ήδη σπασμένο
έντρομη μην χάσω κάποιο κομμάτι
κοίταξα το στήθος μου αν είχα κοπεί.
Μα πως θα μπορούσε ποτέ να πληγώσει
κάτι που με τόση αγάπη δωρίζεται;
Κι’αναρωτήθηκα αν μήνυμα είναι
είναι χρόνια πολλά που μόνη μου ζω
και κώδικα με άλλους ποτέ δεν απέκτησα
την βεβαιότητα του απόλυτου συντονισμού.
Ισως φταίω αφού κομμάτια μου πάντα έδινα
ποτέ κανείς να μην γνωρίζει πόσο ευάλωτη είμαι.
Κι’είναι χρόνια που κανείς δεν γνωρίζει
την γλώσσα των δελφινιών.
Και σκέφτηκα πως ίσως ο χρόνος μου έληξε.
Μα γιατί ήρθες, αν όχι για να με πάρεις μαζί σου;
Κομμάτια της πορσελάνης στα χέρια μου
απαιτούν να βρω απαντήσεις.
Ισως απλά να μου υπενθυμίσεις
πως στις αχανείς εκτάσεις του Σύμπαντος
στο λίκνο της ζωής αιωρούμενη
υπάρχει μιά θάλασσα που κολυμπώ με δελφίνια
εκεί που ξεπήδησε η ζωή και ο θάνατος
μόνο η αγάπη αιώνια είναι.
Βούτηξα στα βαθειά να βρω την σπηλιά
να κρύψω τον εαυτό μου για λίγο
εκεί έχω κρύψει μιά αγάπη
ποτέ κανείς να μην την βρεί.

***

Copyright©Ελληνίδα

photo© Vachon, John 2007