Δημήτρης Μποσκαΐνος, …Το Μπονσάι 盆栽

Αρχείο 08/03/2014

(Ο ιαπωνικός όρος μπονσάι – κατά λέξη σημαίνει «δέντρο σε δοχείο/γλάστρα» –  περιγράφει γενικότερα την τέχνη που αφορά στην καλλιέργεια δέντρων σε γλάστρες. Η τέχνη αυτή έχει τις απαρχές της στις χώρες της ανατολής (Κίνα, Ιαπωνία) και τα τελευταία χρόνια καθίσταται δημοφιλής και στον δυτικό κόσμο. Οι πρώτες αναφορές για μπονσάι έρχονται από την εποχή της Δυναστείας των Χαν στην Κίνα). – Wikipedia.

Το αγαπούσε πιότερο από παιδί, το παιδί που δεν είχε ποτέ.

Του μίλαγε του, του τραγουδούσε … κι όταν είχε μεράκια, μόνος κι έρημος γαρ, έβαζε ένα ποτό και του ‘ριχνε κι εκείνου ένα σφηνάκι……. “να σφίξουν” οι ρίζες έλεγε και ξεκαρδιζόταν.

Ήτανε τα αδέρφι, ο φίλος και η γκόμενά του μαζί.

Το παρεάκι του.

Ήξερε ότι το φυτό είχε τις ιδιαιτερότητές του σε θερμοκρασία, υγρασία και φωτισμό. Γνώριζε πως η περιποίησή του απαιτούσε γνώση και προγραμματισμό. Στην αρχή το’ψαξε λιγάκι στο ίντερνετ, …….όταν το χώμα είναι ξερό στην επιφάνεια και λίγο κάτω από αυτήν, είναι ώρα να ποτίσουμε ξανά το δέντρο. Επίσης, αν το νερό της βρύσης είναι πολύ σκληρό, συστήνεται η χρήση φιλτραρισμένου νερού ή συλλογή νερού της βροχής για το πότισμα (τουλάχιστον περιστασιακά).

Τον πρώτο καιρό τηρούσε τις συμβουλές με θρησκευτική ευλάβεια. Μετά θαμπώθηκε από το πάθος του κι άρχισε να περνάει περισσότερο χρόνο μαζί του σα να’ τανε ζωντανό, παραμελώντας όμως σιγά σιγά τη φροντίδα του.

Από τη στιγμή που πέθανε η γυναίκα του η Όλγα  – που του το’ χε χαρίσει στην 30η τους επέτειο – ήταν το μόνο πράγμα με ζωή μέσα του,  που χε απομείνει από κείνη. Έβλεπε το κορμί της στον κορμό του και  τη δροσιά της στα φύλλα του. Στην καλή του υγεία παρά την συχνή του αμέλεια σε περιποίηση, έβλεπε το πείσμα και την περηφάνια της.

Όλγα το ονόμασε και το μπονσάι του. Οι φίλοι του στην αρχή δεν έδωσαν σημασία, σκεπτόμενοι ότι κάπου έπρεπε να ρίξει το βάρος της απώλειας. Με τον καιρό είδαν ότι το παράκανε. Του μιλούσε μπροστά τους, το μάλωνε…. μιά φορά που έτρωγε ένα πολίτικο γλυκό έριξε στη γλάστρα λίγο σιρόπι.

–          Τι κάνεις εκεί ρε’ σύ , θα το χαλάσεις το φυτό..

–          Να γλυκαίνομαι εγώ και το Ολγάκι τίποτα ; Δεν κάνει ρε παιδιά…

…Πριν φύγει …του ζήτησε να το προσέχει και του είπε να μην το πετάξει, ακόμα και να ξεραθεί.

 – Να το βγάλεις και να το καθαρίσεις μέχρι ρίζα.

-Γιατί ρε Ολγάκι να το καθαρίσω, δεν θα το πετάξουμε άμα μαραθεί;

– Να κάνεις αυτό που σου λέω, ξέρω εγώ.

Ίσως υποσυνείδητα αυτό  να τον είχε επηρεάσει που το’ βλεπε σαν άνθρωπο. Ακούς εκεί άμα μαραθεί να το καθαρίσω μέχρι ρίζα από το χώμα…. λές κι είναι νεκρός….. καθαρτήριο…. μπα σε καλό της.

………………..

Ένα πρωί τον πήρε τηλέφωνο ο νοικάρης του από την Αθήνα.

-Κυρ Γιώργο δεν τα βγάνω πέρα, θα τα αφήσω το σπίτι και θα πάω στο Χωριό.

-Να στο κατεβάσω το νοίκι παλληκάρι μου να μείνεις, με τη δουλειά τι γένεται?

-Με απέλυσαν κυρ Γιώργο που να βρω δουλειά ξανά μεσα στην Κρίση;

-Να μη μου δίνεις νοίκια παλληκάρι μου να τακτοποιηθείς και βλέπουμε…. Κι όταν με το καλό…

-Φεύγω κυρ Γιώργο (τον διέκοψε) τον άλλο μήνα για χωριό… είπα να στο πω …καλός άνθρωπος είσαι θα με καταλάβεις.

Αυτό ήταν…. θα χανε το μοναδικό του εισόδημα που μαζί με την πενιχρή του σύνταξη τον βοηθούσαν να τα βγάλει πέρα, ειδικότερα τώρα που περνούσε το κατώφλι της ηλικιακής του Δύσης.

Αρχικά τα’ χασε… σκέφτηκε να φτιάσει καινούργια ενοικιαστήρια μα σταμάτησε. Του΄ρθε στο μυαλό η Κρίση, τα ξενοίκιαστα ακίνητα σε όλη τη γειτονιά…. Μαύρισε ο έρμος.

Έβαλε να πιει χωρίς να’ χει  φάει…. Έκατσε στο τραπέζι της κουζίνας και κοιτούσε το Ολγάκι με μάτια θολά, ξέπνοα…Τώρα;

Το σπίρτο του’ καψε το στομάχι και πήρε μια έκφραση ξινισμένη… κι άλλη γουλιά κι άλλη…

Γλύκανε. Έβαλε και του φυτού.

Πιες… έλα πιες κι εσύ… θα φτιάσουν τα πράματα… θα δεις

Άνοιξε το ράδιο κι έπεσε κατευθείαν σ ένα απτάλικο τσιφτετέλι χωρίς λόγια.

Ωωωωωππα…. Ωωωωωπ.

Σηκώθηκε κι έφερε δυο φούρλες σα Δερβίσης. Σκόνταψε και πιάστηκε ίσα πως απ την πλάτη της καρέκλας για να μη σωριαστεί.

Δε μας λυγάει τίποτα εμάς Ολγάκι… Δεν είναι;

Έλα πιες Καρδιά μου…. Άσπρο πάτο.

Άδειασε ένα ολόκληρο νεροπότηρο με τσίπουρο μέσα στο γλαστράκι που δεν τα άντεξε και άρχισε να χύνει στο τραπέζι. Την ίδια στιγμή κατέβασε κι αυτός άλλο ένα σα νερό. Κοίταξε το Μπονσάι του αμίλητος για ώρα βαριανασαίνοντας με μάτια  –  σπασμένα γυαλιά.

Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε απαλά τα φύλλα.

Θα φτιάξουνε τα πράματα. Θα δεις… Ε; μ ακούς; Θα φτιάξουνε…

Έπεσε σ έναν βαθύ ύπνο – θάνατο μικρό και ξύπνησε λίγες ώρες μετά και αρκετά χρόνια πιο γερασμένος. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει ολοσχερώς κι έμοιαζε ένας… άλλος.

Το μεγαλύτερο σοκ όμως ήταν το φυτό. Το Ολγάκι μαράθηκε. Τον ακολούθησε σ αυτό το ταχύ κι ανώμαλο γήρας.

Δε σκέφτηκε τίποτα.

Με ευλάβεια το χάιδεψε κι ακολούθησε κατά γράμμα την εντολή της Όλγας. Το’ βγαλε προσεκτικά από τη γλάστρα και μ ένα μικρό σφυράκι χτύπησε το χώμα που διαλύθηκε αμέσως σε μικρούς σβώλους.

Την ώρα που καθάριζε τις ρίζες τα σκληρά του δάχτυλα έπιασαν κάτι μαλακό. Παραμέρισε το χώμα και είδε ένα μικρό πλαστικό σακουλάκι δεμένο κόμπο στην κορφή του. Το άνοιξε και βρήκε μέσα ένα προσεκτικά διπλωμένο χαρτί κι ένα κλειδάκι. Άνοιξε και διάβασε.

Αν βρήκες αυτό το γράμμα γλυκέ μου είναι που μάλλον θα έφυγα πρώτη. Τριάντα χρόνια οικονομίας έφτιασα ένα μικρό κομπόδεμα για τα γεράματα όποιου από τους δυο μας μείνει μονάχος. Για αυτό επέμενα να καθαρίσεις τις ρίζες του φυτού. Σου γράφω τον αριθμό της θυρίδας της Τράπεζας για να πάρεις τα λεφτά.

 Σ αγαπώ και τώρα και πάντα.

Μην πίνεις. Θέλω να κοιτάς να περνάς καλά και να μη σου λείπει τίποτα

 να προσέχεις

Η Όλγα σου

………………..

Γύρισε χαρούμενος από την τράπεζα. Το ποσό ήταν μεγάλο μα πήρε μόνο λίγα…. ίσα για το μήνα.  Μπήκε στο ανθοπωλείο της γωνίας μ ένα χαμόγελο μέχρι τα’ αυτιά. Το μάτι του καρφώθηκε στα δεντράκια νάνους στα δεξιά. Δεν άργησε να βρει το πιο όμορφο.

Η Έφη, η πωλήτρια στεκόταν ήδη δίπλα του χαμογελώντας με τις μικρές φακίδες να χρυσίζουν πάνω στο λευκό δέρμα της, από το πρωινό φως.

Πόσο κάνει το Ολγάκι; Έδειξε…

-Συγγνώμη δε σας άκουσα; Α, ….το Μπονσάι!

***

©Δημήτρης Π. Μποσκαίνος, Αθήνα 28-02-2014