Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Στου Θωμά το μαγαζί [2015]

Αρχείο 12.5.2015

Θωμάς Γκόρπας 1935 – 2003

fav-3

Θωμάς Γκόρπας

Δεν χωρεί στις ανθολογίες ο Θωμάς. Μόνο κάτι ποιήματά του για τις ταβέρνες και τα μπουζουξίδικα και τις μικρές ώρες που άνηκαν πάντα στους ποιητές και τους ιερομάρτυρες. Κάθε τόσο ανάβει μια μικρή φωτιά, αφήνει στίχους αδέσποτους, ολόκληρη η ανθολογία αρπάζει φωτιά. Τα ποιήματα φεύγουν, επιστρέφουν στα καφενεία που γράφτηκαν, στα πατάρια, πιστά πάνε και ακουμπάνε στα μνήματα εκείνων στους οποίους αφιερώθηκαν. Ο Θωμάς που κρύβεται σε στίχους και σήματα, αφήνοντας κάθε τόσο μια μικρή, νευρώδη ειρωνεία.

Όλα χωρούν στα ποιήματά του. Η εποχή μας με τα σούπερ μάρκετ και τις υπεραγορές, τα καλσόν, τις νάυλον μέρες και τις προδοσίες. Απ΄το Μεσολόγγι ως την Αθήνα, απέραντα χιλιόμετρα εθνικών οδών μες στα έλη και τα πεδία της βολής. Σ΄αυτόν τον κόσμο τριγυρίζει ο Θωμάς δηλώνοντας πίστη στους χρησμούς, τη μνήμη και την έννοια του λαϊκόυ. Ωραιότεροι δρόμοι δεν υπάρχουν απ΄την οδό Ιουλιανού. Δρόμοι που οδηγούν σε σταθμούς και κλειστά σινεμά και αυλές παλιών εστιατορίων. Στα γνήσια μονοπάτια, σαν αυτό γράφεται κάθε μέρα η μεγάλη και αληθής, λαϊκή ιστορία του γένους.

Όλα τα τραγούδησε ο Θωμάς. Τις απομιμήσεις, την άλλη ξενιτιά, τις γυναίκες με τα πηγαδίσια χείλη, τους, τα καφενεία και των σωμάτων τις ηδονικές προθέσεις. Άμα γυρίσεις ανάποδα τους στίχους του στάζει η ελπίδα και το τρυφερό χάδι στον ώμο του λυπημένου και τ΄όνειρο του έρωτα που ανάβει σαν της πόλης τα φώτα την πιο απρόσμενη στιγμή. Εσύ Θωμά, έγραψες τα ποιήματά σου με υλικά καθημερινά. Μήτε πελάγη και κόμματα και οράματα. Τα υλικά σου είναι ανθρώπινα πολύ, είναι το κλάμμα εκείνου που πολύ κάτι επόθησε μια φορά στη ζωή του. Είναι τ΄ασπρόμαυρο Μεσολόγγι με τον Μεγάλο Δρόμο, μερικές δεκαετίες μετά την έξοδο, ωραία κωμόπολη πια, αναπτυσσόμενη. Είναι Κυριακή με καρφιτσωμένα σύννεφα, είναι ολόκληρος ο Αύγουστος με το μεσημβρινό του θαύμα. Τέτοια πράγματα είναι τ΄όπλοστάσιο του Θωμά που όλο φωταγωγεί παλιές ειδήσεις και πανοράματα. Άμα ήσουν εδώ Θωμά θα σφράγιζες όλου του κόσμου τα ποιήματα να μην ακουστούν ξανά. Θ΄άνοιγες μια πληγή καταμεσίς του κορμιού της πόλης, ναρκαλιεύοντας όνειρα και αναμνήσεις. Θα ΄γραφες ξανά εκείνους τους στίχους για τα καρφωμένα στιλέτα στις ανεκτίμητες ζωγραφιές και πίσω απ΄τα τζάμια γλυκά τοπία, ψεύτικα. Τόσοι και τόσοι ζουν στα ποιήματά σου, σαν τα πορτραίτα των ιδεών. Οι φρενήρεις στροφές των υπερωκεανείων και ο διακριτικός ήχος της πόλεως κρυμμένος στα ποιήματα των πεσόντων.

Άκου Θωμά, από τότε που έφυγες κλείσαν όλα τα καφενεία. Ο Βουτυράς, ο Παπαδιαμάντης, ο Χρηστομάνος μείναν κίτρινα κάδρα που λέει και η Κατερίνα. Πάνε και τα μυθιστορήματα, κλειστήκανε στον εαυτό τους, κρατώντας κάτι τίτλους τιμής, παλιούς πολύ, όπως κοινωνικό, περιπετειώδες, ιστορικό. Εσύ Θωμά τίμησες πολύ και υπερασπίστηκες εκείνους που λένε πως καμιά τέχνη δεν σημαίνει κατασκευή και περιφρόνησες τις δεξιοτεχνίες και την πολλή επιτήδευση. Όλα σου τα ποιήματα ασημικά και πουλιά σε κλουβιά  και η νιότη σου παρατημένη σε πολιορκημένα χρόνια. Γι΄αυτό στάθηκες μόνος στο τέλος της γαλαρίας, γελώντας με την επαγγελματική αποκατάσταση των ποιητών και με τις ξέφρενες βραβεύσεις των αυστηρά καθορισμένων θεμάτων. Γι΄αυτό και εσύ Θωμά, έκανες ποίημα τον τρόπο που αγαπιέται μια γυναίκα και έκανες γλώσσα σου αυτήν της πρώτης μνήμης, που δεν διαφθείρεται και δεν ξεπουλιέται. Κράτησες ένα ύφος που δεν σήμαινε μονάχα απόκλιση από τον κοινόχρηστο τρόπο της επικοινωνίας, αλλά πρωτίστως ισοδυναμούσε με μια απόσταση από τη θεματολογία και τη στάση του συγγραφικού συρμού. Έτσι εξηγείται που σε ξεχάσαν όλοι Θωμά και τώρα στις ανθολογίες, μες στην ξέφρενη, υστερική μας εποχή κανείς δεν σε θυμάται. Μ΄ένα όνειρο ένδοξο έφυγες απ΄αυτά τα μέρη, κρατώντας με πείσμα την τελευταία γραμμή της αμύνης, υπερασπιζόμενος τα μάτια, τις αυθεντικές ανθοφορίες, τον σεσημασμένο και τον εφοπλιστή, τον αλυσοδεμένο και τον φοιτητή, τον επαρχιώτη και τον χασικλή, τον καλλιτέχνη και τον λογιστή, τη σκληρότητα μιας διαταγής και τ΄άλογα της χαραυγής.

*

©Απόστολος Θηβαίος