Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Νόα Νόα [2015]

Αρχείο 8.9.2015

Paul Gauguin

fav-3

έλα πάνω απ΄τις θάλασσες,
πάνω απ΄τις πιο μεγάλες θάλασσες,
πάνω απ΄τις θάλασσες
χωρίς οριστικούς ορίζοντες
(Φ. Πεσσόα)

Το παραμύθι λέει.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας ζωγράφος. Ήταν σπουδαίος, είχε στα πόδια  του ολόκληρο το Παρίσι. Στους κοσμικούς κύκλους πρόφεραν τ΄όνομά του με πολύ σεβασμό, όπως αρμόζει στους μεγάλους αυτού του κόσμου.

Και όμως στην καρδιά του  άναβαν φώτα μυστικά, το αίσθημά του έπαιρνε ανεξιχνίαστες τροπές. Έλαμπε από έξαψη και μεθοδικότητα, κάτι πάσχιζε ν΄ανακάμψει απ΄την καρδιά του. Όλα υπήρξαν για κείνον φτωχά. Κώδικες, μνήμη, αλφάβητα, προϊστορίες.

Νόα Νόα θα πει ο άνεμος που μας διαπερνά, θα πει πως είμαστε τα λάδια ενός πίνακα, οι γεωμετρίες του νερού.Πως τα ενδύματά μας χορεύουν, χορεύουν, χορεύουν. Νόα Νόα θα πει μια μικρή, γυμνή ιθαγενής, γεννημένη για να δοξάσει ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Στην αγορά τα έργα του κέρδιζαν περιουσίες. Το εξοχικό σπίτι στις όχθες με τα τέσσερα, αναμμένα φώτα, ήταν για όλους ένα θέαμα μεταφυσικό, μια ένατη πύλη. Φαντάζονταν το ζωγράφο περιτριγυρισμένο από μορφές μισοτελειωμένες. ¨Ενα χέρι, ένα πηγούνι, εκρηκτικά χρώματα, ένας που παραδιδόταν στα πάθη του, περιφρονώντας τα σαλόνια, το εμπόριο, τις παραγγελίες των μελών της Συγκλήτου, τόσο άσχημων κάτω από τους οξύρυγχους πύργους της φριχτής τους ταπεινοφροσύνης.

Καμιά φορά ο ζωγράφος έβγαινε στη μικρή βεράντα, θυμόταν τις εποχές που δόξαζε το Παρίσι.Μα για κείνον τούτη η πόλη  έπαψε πια να είναι αυτό που κάποτε ονειρεύτηκε. Μοναδική ελπίδα του τα πολύμηνα, πολιτιστικού σκοπού, ταξίδια στις αποικίες. Μοναδική σωτηρία η επιστολή του υπουργείου καλλιτεχνών που τον έστελνε στην Ταίτή. Αυτή η εκδοχή του εξωτικού, αυτή η απόσταση από τις συντριπτικές πόλεις και τους θορύβους του εξωφρενικού, νέου αιώνα.

Νόα Νόα θα πει να βαδίζεις τις κλίμακες, να υποβάλλεις τα σέβη σου σε μυστικά, μουσικά κλειδιά, τα ποιήματά σου θα πει να κατάγονται απ΄το χώμα, το νερό, τον αέρα. Νόα Νόα σημαίνει τη γλώσσα των πουλιών, που μόνο οι άνθρωποι μπορούν να φανταστούν.

Η Ταϊτή, ένας παράδεισος. Η πρωτεύουσα θύμιζε σ΄όλα τις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις που άφησε πίσω του. Τεράστιες, φωτισμένες λεωφόροι, μαρκίζες ξενοδοχείων , –MirradorEmperorVilla Espana-, με bell boys εξαιρετικής ομορφιάς κάτω από νύχτες που δεν θα φθάσουν ποτέ. Και κορίτσια σφριγηλής νεότητας, ημίγυμνα, με κοκκάλινα περιδέραια και αλυσίδες στους αστραγάλους, κόρες του θεού της μουσικής και της γιορτής, εξαίσια δείγματα από μπρούτζο και έβενο της εδώ αγαλματοποιίας. Πίσω απ΄τις λάμπες του θεάτρου, δάση ολόκληρα, νησιωτικά συμπλέγματα, κόσμος ερμαφρόδιτος όλων των φύλων και όλων των φυλών. Φευγαλέα γη του Ερμή, πρόσωπα στιγμιαία της αυγής και του απόβραδου.Απόγονοι καλών πνευμάτων, σε σκιερά ξέφωτα μ΄όλα τα μάτια του ήλιου καρφωμένα επάνω τους.

Νόα Νόα θα πει σπυριά ροδιού κάτω απ΄τους ροδώνες, οι εντάσεις του λαιμού σου και τ΄άνθη μες στα χέρια της κρυφής σου προσευχής. Ιππείς των ακτών, λευκές σημαίες των ονείρων που κατακτήθηκαν.Όλα αυτά σημαίνουν Νόα Νόα.

Ο ζωγράφος χάθηκε στην ενδοχώρα, βιώνοντας τη γνησιότητα αυτού του κόσμου. Η συνείδησή του, στέρεα δομημένη στο εκτυφλωτικό Παρίσι πάλεψε με το ένστικτο,  η τάξη του ευρωπαϊκού, νεοκλασσικού εκλεπτυσμού κατακλύστηκε απ΄ την έκπληξη. Το πνεύμα του υποτάχθηκε στη φαντασία. Η φλαμανδική σχολή τέλειωσε οριστικά γι΄αυτόν.Τώρα γύρευε μονάχα να πεθάνει κάτω απ΄τον ήλιο.

Αυτός ο κόσμος ήταν ένα όνειρο. Ωστέ εκεί έζησαν, λοιπόν κάποτε οι θεοί. Καμιά φορά γυρεύει έναν τρόπο να επιστρέψει στην ενδοχώρα. Η υγεία του είναι ακόμη θαυμάσια και ο καιρός στο Παρίσι τον έχει καταβάλλει τόσο ώστε να μην αντέχει πια. Όμως τα οικονομικά του δεν του επιτρέπουν ένα τέτοιο ταξίδι. Και άλλωστε οι παραγγελίες διαδέχονται η μια την άλλη.Πορτραίτα, πόζες από θρυλικές μάχες, το κτίριο του φρουραρχείου για το προσεχές σαλόνι, επιδιορθώσεις στα φρέσκα της βασιλικής.

 Έτσι ο ζωγράφος πικραμένος αποσύρεται στο σπίτι του ποταμού και μες στη νύχτα, όπως οι ωκεάνειοι φάροι χάνει και κερδίζει το κουράγιο του ζωγραφίζοντας τη γη της ηδονής, τη δημιουργία του σύμπαντος, τη μητρότητα, τους έφιππους στην ακτή, αναφωνώντας Χαίρε Μαρία στη γλώσσα που του δίδαξε η μικρή του ερωμένη.

Κανείς δεν γνωρίζει το τέλος του παραμυθιού. Ο ζωγράφος εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Κάποιοι λένε ότι είναι το κακό πνεύμα στις ζωγραφιές ή μια παράτολμη ελευθερία, πάντα μοναχική και πάντα αδάμαστη εις τους αιώνας.

Τ΄όνομα του ζωγράφου ήταν Πωλ Γκωγκέν και στ΄αλήθεια το Παρίσι τον λάτρεψε.

 

*
©Απόστολος Θηβαίος