Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ο Μύρτος

Αρχείο 22/09/2015

 

fav-3

Δώρο αποχαιρετιστήριο σ΄αρχαίους νεκρούς
Π. Μάτεσις

Ο Γιώργος Αριστηνός στη μελέτη του για το έργο του Γ. Χειμωνά κάνει λόγο για ένα ελληνικό μυθιστόρημα, αφοσιωμένο καθ΄ολοκληρίαν στη ρηχή ηθογραφία, στην επιφανειακή ψυχολογία, τον επαρχιωτισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Κάνει λόγο για ένα μυθιστόρημα αποκλεισμένο μες στους ασφυκτικούς ρυθμούς του νατουραλισμού και της ανώδυνης σχηματοποίησης, στοιχεία τα οποία όπως ο ίδιος ο μελετητής αναφέρει λειτούργησαν αποτρεπτικά για την ολοκληρωτική απελευθέρωση του ελληνικού αφηγήματος απ΄τις εμμονές, τα πάθη, τα κοινωνικά πρότυπα, τις επιφανειακές ψυχολογίες. Την ίδια ώρα που ο Joyce δίνει τη χαριστική βολή στο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, τη στιγμή που η ιστορία αναδεικνύεται σ΄εφιάλτη, στρέφοντας τους δημιουργούς σ΄άλλες επιρροές, την ώρα που απ΄τα κελιά της Πίζα διατυπώνεται ο αφορισμός για το τέλος του λόγου, η ελληνική μυθιστοριογραφία παραμένει δέσμια των εφηβικών της εμμονών, αδυνατώντας να παρουσιάσει πρόοδο ανάλογη μ΄εκείνη που σημειώνει η εντόπια ποίηση απ΄τις αρχές του αιώνα ως και τις απαρχές του δευτέρου, παγκοσμίου πολέμου, ενσωματώνοντας στο τοπίο και τα ήθη την ατμόσφαιρα μιας νέας διατύπωσης, εκφρασμένης στον ευρωπαϊκό χώρο στη μουσική, τις πλαστικές τέχνες αλλά κάθε έκφανση της ανθρώπινης δημιουργίας.

Η ελληνική παράδοση, εν πλήρη ανθοφορία στην αγία, ελληνική επαρχία παραμένει ο τροφοδότης του μύθου. Εναπόκειται στη χρήση του λόγου, στην ανάδειξή του σε πρωταρχικό στοιχείο του μυθιστορήματος προκειμένου αυτό που προυπήρχε να παραχωρήσει το υλικό του σε μια άλλη θεώρηση, περισσότερο κριτική και ρεαλιστική, λιγότερα ενταγμένη στους κανόνες της συμμόρφωσης και του καθωσπρεπισμού, αναγνωρίζοντας ως κοινό παρονομαστή της ροπής της το λεγόμενο αίσθημα. Ο ανθρώπινος βίος αναδεικνύεται ως νέο δοξολόγημα, η ατομικότητα λάμπει, συντηρώντας το δικό της μύθο, πάντα μες στην ατμόσφαιρα της ελληνικότητας και της ιθαγένειας ακριβώς όπως διαμορφώνεται με τους εμπλουτισμούς των πληθυσμών και τον αέναο ρυθμό της εξέλιξης. Η ελληνική πραγματικότητα περνά αργά και αποφασιστικά στο βιωματικό μυθιστόρημα, τον πεζό λόγο που επιτρέπει την πρόσμιξη της ποίησης και την άντληση απ΄τις δεξαμενές της πραγματικότητας. Οι συνθήκες πια δεν μας ορίζουν.

Χειμωνάς, Πεντζίκης, Ιωάννου, Λαπαθιώτης, Καζαντζάκης, Ταχτσής, ο μπητ Γιάννης Σκαρίμπας, με σειρά τυχαία, όλοι τους, αλλά και άλλοι που εδώ δεν μνημονεύονται καταγράφουν την ελληνική πραγματικότητα, αντλούν απ΄το σώμα της, κρίνουν και ορθώνουν το μύθο τους με τα πιο απτά και συνειδητά στοιχεία της νέας, ελληνικής πραγματικότητας και ανανεώνουν. Έρωτας, κάθαρση, μοναξιά, ανθρώπινο δράμα, χαρακτηριστικά που διαιωνίζονται στον ελληνικό λόγο για να ισχυροποιήσουν κόντρα στην πάροδο των ετών τους δεσμούς παρόντος και παρελθόντος. Όσοι αναφέρονται παραπάνω κατορθώνουν, ο καθένας απ΄τη μεριά του και σε μικρό ή μεγάλο βαθμό να αποκαταστήσουν τα στοιχεία της εντοπιότητας, διασώζωντας αυτό το άύλο και το απερίγραπτο που σημαίνει την ουσία μας και την ίδια ώρα μας καθιστά κλάσμα μιας συλλογικότητας. Ο Οδυσσέας Ελύτης το επισημαίνει ως αίσθηση και επιβάλλει το σεβασμό μας απέναντί του. Ο ίδιος προβλέπει αυτήν την επανάσταση στ΄Ανοιχτά Χαρτιά του αναγνωρίζοντας το μερίδιο της παράδοσης ως υλικό πυρηνικό αυτής της δοκιμασίας. Οι νέες γεωμετρίες, τ΄αληθινά ρόδα, οι έρμαιες των αιώνων κολώνες αποκαλυπτόμενες σποραδικά στον κάμπο του Φενεού, ο δεύτερος χρόνος και η παράλληλη ζωή της συνείδησής μας  ανακαλύπτονται ξανά. Επιβάλεται μια κατεύθυνση περισσότερο εσωτερική, διατυπωμένη με άλλους τονισμούς και άλλες ελευθερίες. Και άλλους ποιητές.

Ανάμεσα σ΄αυτούς και ο πρόσφατα χαμένος Παύλος Μάτεσις. Εκείνος που έφερε πλάι μας κάποτε αστέρια σαν τον Αλδεβαράν, αυτός που χάρισε τ΄όνομα ακτών στα παιδιά. Ο ίδιος που θα γράψει κάποτε μια λέξη παρηγοριάς για όσους δίνονται καθημερινά στο σκληρό εκείνο άθλημα της αγιωνυμίας, για όσους αφοσιώνονται στις πληγές και τα μαρτύρια αυτής της ζωής κατοικώντας τα πάθη τους. Και όλα τούτα κατεγραμμένα με τη θεατρικότητα που πάντοτε τον χαρακτήριζε, μ΄έναν λόγο ελεύθερο και ενστικτώδη ανάμεσα στην ποίηση, το θέατρο, την πρόζα,  την απλή διήγηση το ψυχολογικό σχόλιο και τις υπέροχες αλλαγές της προοπτικής. Το ταλέντο του Παύλου Μάτεσι ακριβώς σ΄αυτόν τον τομέα, δηλαδή στο προχώρημα της γλώσσας όπως ο Αριστηνός επισημαίνει στο πόνημά του για τον Χειμωνά συνιστά μια εξαιρετική σύμπραξη. Έτσι υλικό κια μύθος καταργώντας την αμφιβολία του πια για ευρηματικότητα και εγκύτητα. Το τερατώδες, το μοίχιο, το νοσηρό, ότι αποζητά συγχώρεση και μπορεί κάποτε να γίνει τραγωδία, η ανθρώπινη βιολογία του Χρόνα αποτελούν από ψυχολογικής απόψεως τα κύρια ερεθίσματα του Μάτεσι. Αυτά περιέχουν δίχως αμφιβολία μια ολοζώντανη ποσότητα.Ο συγγραφέας του Μύρτου και της Μητέρας του Σκύλου και τόσων άλλων κοιτάζει πέρα απ΄τα δημητηριασμένα φώτα του Ανδρέα Φραγκιά, η συγχώρεσή του αφορά όσα γεννά ένα γεμάτο βουλιμία και έλξη σκοτάδι. Αυτό που μεταφράζεται στο έργο του Παύλου Μάτεσι είναι εκείνη η απαραβίαστη αλήθεια του ποιητή Νίκου Καρούζου όταν βιώνει τ΄ανυπολόγιστο ζήσιμό όλων ανεξαιρέτως των εσωτερικών πραγμάτων. Μόνο έτσι καλούνται οι εξάψεις, οι νοσηρότητες, η ακλόνητη κρυφή πίστη που γεννά η φθορά της ψυχής. Η καρδιά του Μάτεσι είναι σπασμένη, αφήνει χώρους να περάσουν φώτα επικίνδυνα, υπαινικτικά, στα όρια της ποίησης και του σφυγμού. Ολόκληρος ο μύθος και η διαφθορά των ψυχών παρελαύνουν απ΄τις σελίδες του. Οι ήρωές του γεμάτοι μυστικά ανομολόγητα, όπως τα σπασμένα εδώλια στις αχανείς επαρχίες, ακολουθούν τα πρότυπα των ποιητών. Μαινόμενοι υποβάλλονται εν πλήρη συνείδηση ενώπιον του μυστηρίου εκείνου που λέγεται ζωή.

Ο Ιταλός και φιλέλλην Τζιουζέπε  Ουνγκαρέττι τόνιζε πάντα την ύπαρξη ενός ελληνικού πολιτισμού μοιραία ταγμένου στην παρακμιακή κομψότητα. Ο Μάτεσις ετούτο ακριβώς εκφράζει αν παραλλάξουμε όμως την λέξη “κομψότητα” μ΄αυτήν της ωμότητας. Μ΄αυτήν μας συστήνεται η σκληρή ζωή των επαρχιακών τόπων. Ήθη, έθιμα, κώδικες τιμής και πράγματα που δεν φτωχύνουν ποτέ στα χέρια του Παύλου Μάτεσι και παραμένουν πάντα συγκλονιστικά.

Ο αρχαίος, ελληνικός χορός αποτέλεσε πάντα τη σύμπραξη λαού και ιστορίας προσθέτει ο γέρο Ιταλός. Ο Παύλος Μάτεσις προσθέτει την μοναξιά του καθενός μας και μ΄αυτό το μέτρο καθορίζονται οι συνέπειες των πράξεων. Η φωνητική του γλώσσα, η ίδια που λάμπει στο έργο και που προσδίδει τον οικείο ρυθμό της προφορικότητας αφήνει να λάμψει κάποτε η πικρή ενοχή των ανθρώπινων παθών, όσων ευλογημένων εκπορεύονται απ΄τις αδυναμίες και τα λάθη. Εξιστορούνται ζωές, αβίαστα, σε χρόνο και με τρόπο φυσικό, ανεμπόδιστο. Να τονιστεί δε η λέξη ευλογημένων, διότι πρόκειται περί ουσίας.

Στα έργα του Μάτεσι ο ρυθμός είναι αμείωτος, η ένταση δίχως εκτόνωση. Οι κομμένες ανάσες, οι παύσεις δεν υφίστανται. Όλα τα κενά τα συμπληρώνει τ΄ανθρώπινο αίσθημα. Ίσως όμως αυτός ο ρυθμός, ετούτη η φαντασμαγορία των ανθρώπινων λαθών να  μπορούν να θεραπεύσουν τ΄αμαρτήματα που συνθέτουν τον αντικατοπτρισμό  του κόσμου. Τις συνέπειες λαθών βιολογικών,  την αισχρότητα,  την έλξη στ΄αμάρτημα και το μαρτύριο. Η λογοτεχνία του Παύλου Μάτεσι άλλη στάση δεν γνωρίζει,σ΄άλλο δεν συμπράττει, δεν παραστέκει παρά στ΄ανθρώπινα και γι΄αυτό θα επιβιώσει.

Ο Μύρτος του που στάθηκε περισσότερο από μια αφορμή μας εξαγνίζει με τη φωτιά. Μ΄αυτό που περιέχεται άλλωστε και δυναμώνει τα πάθη μας, σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταλύονται οι σχέσεις, τα λάθη και οι ρυθμοί. Η φωτιά του Μύρτου δεν πονά. Τα θύματά της γνωρίζουν το μόνο τέλος που δίδαξε το ελληνικό θέατρο. Η κάθαρση, αναπάντεχη, αγέρωχη ανάμεσα στα πώς και τα γιατί επέρχεται καθολική, ολοκληρωτική. Τα πρόσωπα του δράματος συναντούν τον εαυτό τους. Απαντούν στο επίμονο ερώτημα για την τιμωρία και το χρόνο της. Αμέτοχος, άμεμπτος, αμνός. Τα συνθετικά της κρίσης του Μύρτου. Ήρεμης, δικαιωματικής και δίκαιης. Ένιωσα τη διαφορά αυτών των δύο στη συμπεριφορά του Μύρτου, στο νόμο που διδάσκει όπως και άλλοι τόσα χρόνια ο Μάτεσις. Πλησίασα την επιθυμία της τιμωρίας και βίωσα την πλήρωσή της στο βαθμό που επιτρέπει το κείμενο να προσληφθούν τ΄άλλα, τα επι γης μαρτύρια. Ξανά, το άθλημα του ανθρώπου είναι σκληρό. Η θεατρικότητα του Μάτεσι είναι δίχως άλλο υποβλητική. Όμως αυτή η τεχνική αρτιότητα δεν σημαίνει τίποτε εμπρός στ΄άλλο θέατρο πέρα απ΄τις λάμπες αυτής της πλατείας.

Αν ζωγράφιζα τον Μύρτο θα τον έφτιαχνα μ΄ανέμους για μαλλιά και μνήμη ονείρων. Το πρόσωπό του θα ήταν αυτό του Χριστού.Μακριά απ΄τους ανθρώπους θα ΄φτιαχνα το Μύρτο. Σε μια κρυμένη ακτή, να ζει μονάχος χειμώνες και χειμώνες μακριά απ΄τα φιλήματα. Αν ήταν μουσική, αν ήταν λέει μουσική. Το κρεββάτι του Μύρτου από τ΄άχερα τούτου του κόσμου.Βάδισμα ελαφρύ,  θαλασσινό και τρικυμία ποτέ στα κλεισμένα μάτια του.Όμως κάθε φορά και άλλες γραμμές και άλλες καμπύλες και ο Μύρτος μονάχα η φαντασία της στιγμής μπορεί να΄ναι. Στο φόντο πόλεις, όρη και όχθες, σαν να ήταν η ιστορία αυτού του παιδιού έπος σωσμένο στις καρδιές των ανθρώπων. Δίχως στίχους, μια αίσθηση μονάχα, η ρωγμή στον καινούριο ανθό, τα δώρα της ζωής απ΄τους αρχαίους πεθαμένους. Ο Μύρτος είναι ένας θεός που κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο,  δεν έχει καμιά ιστορία. Στον ύπνο του ξαναφτιάχνει πολιτείες και μαθαίνει απ΄τις μικρές μας ιστορίες το γύρισμα του του κόσμου.Η μοίρα του έχει κριθεί ξανά. Σ΄άγνωστο μέρος, δίχως συντεταγμένες ο Μύρτος περνά στην ιστορία. γίνεται πυροτέχνημα, τ΄αρχαίο σήμα. Τ΄αθώα χρόνια μας χάθηκαν μαζί του, λένε οι ποιητές και ο Παύλος Μάτεσις.

*
©Απόστολος Θηβαίος

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε