Διώνη Δημητριάδου: ‘Οδός Ναυπλίου’, ποιήματα για μια απουσία του Διονύση Ξένου

Αρχείο 22/08/2018 –εκδόσεις ΑΩ

ένα ποιητικό σχόλιο στα στάδια της απουσίας

Όταν η ποίηση ψάχνει τις λέξεις της στις σημαδιακές απουσίες, τότε γράφονται μικρά θαύματα. Ίσως γιατί δεν χρειάζεται καμία δικαιολογία λογοτεχνική για να εκφραστεί· αρκεί η εσωτερική συνθήκη του πόνου, η μόνη που με ειλικρίνεια και χωρίς φτιασίδια -πόσο περιττά φαντάζουν τώρα- δηλώνει την ποιητική παρουσία.

Ο Διονύσης Ξένος αφιερώνει θεματικά τη συλλογή του αυτή σε μια απουσία. Και κατορθώνει μέσα 47 (τα περισσότερα ολιγόστιχα) ποιήματα να μεταφέρει τη γνήσια αίσθηση του κενού διαστήματος,  που αφήνει η ανθρώπινη παρουσία, όταν περπατά πλέον σε αλλότριους δρόμους. Η βίωση της απουσίας, ωστόσο, καθόλου απλή και μονοσήμαντη δεν είναι. Τα στάδια, από τα οποία διέρχεται το ποιητικό υποκείμενο, δηλώνουν ένα ένα τη χαμηλόφωνη οδύνη τους.

Η άρνηση
Η αδυναμία αποδοχής του τετελεσμένου, η ενδόμυχη ελπίδα -όσο παράλογη κι αν είναι- αφήνει χώρο για εξωλογικά επιχειρήματα· όχι, δεν έχουν δίκιο όσοι αντικρίζουν μια αλήθεια συμβατικά αποδεκτή. Ας μείνει η φωνή του ποιητή να μιλά για το απρόσιτο μα ικανό να φέρει την παραμυθία, την παρηγοριά.

Μου λένε
ότι έχεις φύγει
για το μακρινό ταξίδι
δεν τους πιστεύω
είσαι εδώ
στο κέντρο της άδειας πλατείας
με το κόκκινο φόρεμα
να με περιμένεις
δεν τους πιστεύω
αν είχες φύγει
θα άφηνες την καρδιά σου
να με προσέχει

Η αναζήτηση
Τόσα αγγίγματα, τόση αύρα σωματική ακούμπησε στα πράγματα γύρω. Όλα αυτά δεν διατηρούν κάτι από το απόν πλέον σώμα; Δεν είναι μια χειροπιαστή πραγματικότητα η αφή που δεν εξανεμίστηκε, ίσως γιατί έχει μέσα της την παντοδύναμη μνήμη των αγγιγμάτων; Και ο χώρος; Αυτός δεν διατηρεί την ανάμνηση από τα μάτια που τον κοίταξαν;

Βράδυ
στην οδό Ναυπλίου
της νεκρής πόλης
σε περιμένω να έρθεις
Σε αναζητώ με το βλέμμα μου
πέρα από τον ορίζοντα
Ρωτώ τα αστέρια
μη και σε είδαν
Ρωτώ το βραδινό αεράκι
μη και σε συνάντησε
εκεί δεμένος
στο κατάρτι της μοναξιάς μου
ακούω το παλιό τραγούδι
του χειμώνα
και προσμένω έστω
και τη σκιά
από το χαμόγελό σου

Η διάρκεια
Ο λόγος αποτυπώθηκε στο χαρτί κι έγινε ποιητικός παλμός. Έχει πλέον ξεφύγει από τη θνητή του αφορμή, έχει αυτόνομα διαχυθεί σε μια αιωνιότητα αναγνώσεων, ικανός να συγκινήσει, να ταυτιστεί με νέο πόνο. Η αγάπη θα συνεχίσει τη δική της πορεία, εν τη απουσία του προσώπου, με όχημα τη μνήμη. Η σειρά των αναμνήσεων δεν γίνεται να χαθεί.

Θα σε αγαπώ πάντα
ακόμα και τότε που οι λέξεις
θα χαθούν από τον άνεμο
μέσα στο σύμπαν,
ακόμα και τότε που η λαλιά μας</em
θα έχει χάσει τα χρώματά της
θα γράφω στα σύννεφα του ουρανού
με μελάνι από τις φλέβες μου
θα σε αγαπώ πάντα.

Η δημιουργία
Η συμφιλίωση με την οδυνηρή πραγματικότητα· ο θάνατος, η απώλεια, υπαρκτές συνθήκες ζωής, αναπόφευκτες. Δεν είναι πλέον ο φόβος του σκοτεινού περάσματος προς μια νέα όψη του κόσμου. Ούτε και περιδεής στέκεται ο ποιητής μπροστά στη νέα αλήθεια, που του φανερώθηκε οδυνηρά. Μα, να. Είναι που πάντα υπάρχει ο έρωτας, απρόσκλητος και θρασύς. Είναι που ίσως θα πρέπει πάλι να συμμαζέψει τα σπασμένα φτερά του και να πετάξει -λαθρεπιβάτης αυτός-, είναι ο φόβος του έρωτα που πάντα καραδοκεί να εξαλείψει μνήμες παλαιές και να σβήσει τα θολά αγγίγματα. Μια νέα πνοή -όχι μόνον ποιητική- τον καλεί πίσω στη ζωή. Προσμονή που θέτει τέλος στη μοναξιά ή μήπως καταφύγιο φθονερό; Με το παρακάτω ποίημα κλείνει η ποιητική συλλογή – καθόλου τυχαία η τελική ποιητική κατάθεση.

Πλέον δεν φοβάμαι
το θάνατο
φοβάμαι μόνο τον έρωτα
γιατί θα πρέπει
να ξαναγίνω
λαθρεπιβάτης
στα φτερά των πουλιών

Στο εξώφυλλο του βιβλίου (η ζωγραφιά από τον Σπύρο Ξένο) η μοναχική θαλασσινή πορεία. Δεν έχει σημασία αν αφορά το σώμα που χάνεται σε άγνωστο τοπίο ή αυτό που παραμένει να ομιλεί ποιητικά μέσα στην οδυνηρή απώλεια. Μικρή η διαφορά, καθώς οι απουσίες πάντα δύο πλευρές έχουν.
*

©Διώνη Δημητριάδου