Ιωάννα Αβραμίδου: René Char, Τα φύλλα του ύπνου

μετάφραση: Θανάσης Χατζόπουλος, εκδόσεις Πόλις

Ο Ρενέ Σαρ θεωρείται από την γαλλική κριτική δύσκολος και αψηλάφητος ποιητής. Η ποίησή του αρνείται την τρέχουσα γλώσσα και τις έτοιμες διατυπώσεις και φόρμες, επινοώντας συνεχώς μια νέα έκφραση και αναμειγνύοντας το αφηρημένο με το συγκεκριμένο και το αφηρημένο με το αφηρημένο. Κάθε ποίημα του, παρά τις προσωπικές, γεωγραφικές, ιστορικές αναφορές,  παραμένει πάντα ένα μυστήριο. Ο κόσμος παρουσιάζεται ως ένας τόπος μυστικών που πρέπει ο ποιητής να  αποκωδικοποιήσει.  Ποιητής της Προβηγκίας πέρασε από τον σουρεαλισμό πριν φτάσει στην πυκνή και ακαριαία,  κεραυνοβόλο γλώσσα της συγκεντρωτικής ποιητικής του συλλογής με τον οξύμωρο τίτλο Fureur et Mystére, Οργή και Μυστήριο στην οποίαν συμπεριλαμβάνονται και τα Φύλλα του Ύπνου. Τίτλος που  συγκεντρώνει, σύμφωνα με τον ποιητή και κριτικό Jean-Michel Maulpoix, δύο αντίθετες δυνάμεις που είναι θεμελιώδους σημασίας για τον ποιητή στην διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας: το λατινικό furor παραπέμπει στην ποιητική έμπνευση και στο πάθος, αλλά και με την σημερινή του έννοια, στην οργή του επαναστατημένου ανθρώπου, η αφιέρωση στον φίλο του Αλμπέρ Καμύ δεν είναι τυχαία.  Το μυστήριο είναι το αίνιγμα του απόλυτου Κακού και το παράλογο του Κακού στην Ιστορία, και ταυτοχρόνως, η μυστική ζωή,  το συνεχές γίγνεσθαι  που κρύβεται στον πυρήνα  των πραγμάτων.  Έτσι, η ποίηση δημιουργεί μια διαρκή ένταση μεταξύ αυτών των δύο αντιθετικών δυνάμεων, δυνάμεις που διατρέχουν όλο το έργο του και  προσπαθεί ο ποιητής να τις συμφιλιώσει, ώστε στην «μεγαλύτερη στενωπό της νύχτας του να ακούσει τον παραδείσιο τόνο της κοσμικής εξουσίας». Αυτή η ιδέα της σύνθεσης των αντιθέτων, η κίνηση και η μεταμόρφωση της πραγματικότητας, ο αφοριστικός τόνος των αποσπασμάτων με την ορμητικότητα της αστραπής που φωτίζει τα σκοτάδια της νύχτας,  είναι κληρονομιά του Ηράκλειτου στον οποίο  φτάνει μέσω του Χέγκελ και του Νίτσε. Σε πολλά διάσπαρτα σημεία μέσα στο έργο του είναι παρών ο στοχαστής με «το ηλιακό βλέμμα του αετού, την ιδιαίτερη ευαισθησία του που τον έπεισαν, μια για πάντα, ότι η μόνη βεβαιότητα που έχουμε για την πραγματικότητα της επόμενης μέρας, είναι ο πεσιμισμός,  η ολοκληρωμένη φόρμα του μυστικού όπου ερχόμαστε να  δροσιστούμε, να προσηλώσουμε την προσοχή μας και να κοιμηθούμε» όπως λέει στον ποιητικότατο πρόλογο που υπογράφει για την μετάφραση των αποσπασμάτων του Ηράκλειτου από τον Ιβ Μπατιστινί. Αυτό που τον συγκινεί, είναι ότι τα  αποσπάσματα, τα ίχνη που άφησε πίσω του ο Σκοτεινός Εφέσιος είναι φορείς  φωτός και Λόγου και συνδέουν την ποίηση με τον στοχασμό. «Ο ποιητής πρέπει ν’ αφήνει μόνο ίχνη στο πέρασμά του, όχι αποδείξεις. Μόνο τα ίχνη μας κάνουν να ονειρευόμαστε»,  λέει ένας αφορισμός του Σαρ από την συλλογή Ο Λόγος αρχιπέλαγος. Ο Γάλλος ποιητής, ριζώνει την ποίησή του στην  πραγματικότητα,  από την οποία δανείζεται ίχνη  της που  τα ανακατατάσσει, τα μεταμορφώνει, τα  μεταπλάθει κατά τρόπο,  ώστε η λακωνική του έκφραση, να τείνει, όπως και του Ηράκλειτου,  στην σφαιρικότητα του παντός και στην σύμπτωση της αισθαντικής ψυχής με το κέντρο του σύμπαντος.  Πουθενά δεν βλέπουμε να ξεστρατίζει η γραφή του προς την μεταφυσική, είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στο πραγματικό ώστε ξεχειλίζει από ζωική ορμή αλλά κι από  την αίσθηση του παραλόγου και της ματαιότητας. Μας το λέει ξεκάθαρα στο απόσπασμα 31: «Γράφω λακωνικά, δεν μπορώ να απουσιάσω για πολύ. Το να επεκταθώ, θα οδηγούσε στην εμμονή. Η προσκύνηση των βοσκών δεν είναι πια χρήσιμη στον πλανήτη μας». Τονίζοντας με πλάγια γράμματα τη φράση να απουσιάσω, ο ποιητής μας παραπέμπει στο 7ο απόφθεγμα της συλλογής Ο Λόγος Αρχιπέλαγος, όπου λέει:  «Μέσα στα ποίημα κάθε λέξη ή σχεδόν πρέπει να χρησιμοποιείται με την πρωταρχική της σημασία. Μερικές αποσπώνται, γίνονται πολυσήμαντες».  Αν ανατρέξουμε  στην ετυμολογία της λέξης απουσία, θα δούμε ότι με την φιλοσοφική της έννοια, είναι το αντίθετο της παρουσίας  των πραγμάτων του αισθητού κόσμου από τον οποίον ο ποιητής αρνείται να απομακρυνθεί και να επεκταθεί σε μεταφυσικές ή άλλου είδους υπερβατικές αναζητήσεις. Σε μια εποχή όπου προέχει η δράση, απαιτείται  λακωνικότητα, ταχύτητα, εγρήγορση,  αποτελεσματικότητα και επαφή με την πραγματικότητα.  Επαναστατημένη και επαναστατική, αντιρητορική και αντιαφηγηματική, αστραπιαία και λαμπερή όπως του Ρεμπώ, η ποίησή του καταστρέφει, κονιορτοποιεί το ποίημα και μαζί του  όλα τα ορθολογικά και τεχνητώς οργανωμένα συστήματα αλλά το κάνει με “γαμήλια όργανα”,  με το σφυρί του Νίτσε,  ώστε να της δώσει μια νέα συνοχή την στιγμή μάλιστα που η ιστορική πραγματικότητα είχε εξαντλήσει από καιρό  την συνεκτική της δύναμη. Ο ποιητής εκφράζει με συγκρατημένο τρόπο, όλη τη σαγήνη, την ελπίδα, τη συμπόνια και την τρυφερότητα για τον συνάνθρωπό του σε μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα, μια γλώσσα που φέρει την ανεξίτηλη σφραγίδα του ως φύλακα της ανθρώπινης συνείδησης και του σπόρου που θα καρπίσει στο μέλλον. Πολυσημικό, κάθε απόσπασμα είναι αποκάλυψη της δομής του κόσμου, της ανθρώπινης συνθήκης και ταυτοχρόνως κατάθεση της ποιητικής του. Η ποίηση ακόμα και στις συνθήκες του αντιστασιακού του αγώνα, παραμένει η σταθερή συνομιλήτριά του. Τα 238 αποσπάσματα αυτής της συλλογής είναι Dichtung με την αρχική ετυμολογία και έννοια που δίνει στην λέξη ο Χάιντεγκερ:  συμπυκνωμένος λόγος.  Δεν αποτελούν  αντανάκλαση του αντιστασιακού του αγώνα, αλλά ένα από τα όπλα αυτού του αγώνα, είναι η αιχμή της «τραχιάς του πένας από κέρατο κριαριού που μετασχηματίζει» (194) το  υλικό της ζωής σε ποιητικό έργο. Γράφτηκαν για να μπορεί να αναπνέει ο ποιητής. Είναι ποίηση στρατευμένη, όχι με την έννοια που της προσδίδει η σύγχρονη ιδεολογία, αλλά  με την έννοια της στάσης ενός ηθικού υποκειμένου σε μια συγκεκριμένη ιστορική  περίοδο  κατά την οποία, «στα ανατολικά του Ρήνου υπήρχε κατακάθι στον εγκέφαλο και από την άλλη πλευρά ηθική αταξία» . Ο ποιητής διψά για Ομορφιά που για τον Σαρ είναι συνώνυμη της αλήθειας. Σ την Προέλευση του έργου τέχνης ο Χάιντεγκερ με τον οποίον συνομιλούσε ο ποιητής, ορίζει την Ομορφιά «ως έναν τρόπο διαμονής της εκκολαπτόμενης αλήθειας».  Η αλήθεια δεν είναι κάτι το κεκτημένο, αλλά μια συνεχής επιθυμία για την αποκάλυψη και την κατάκτησή της  όπως επίσης και μια έννοια που δεν μπορεί να υπάρξει έξω από το Είναι. Η ομορφιά μέσα στα ποιήματα δηλώνεται μεταφορικά με το φως της  λάμπας ή του κεριού, ή και με το εσωτερικό φως του ποιητή:  «Δεν ανήκουμε σε κανέναν εκτός από το χρυσαφί σημείο αυτής της άγνωστης σε μας λάμπας, της απρόσιτης για μας λάμπας που κρατάει ξάγρυπνα το κουράγιο και τη σιωπή». Όπως και για τον Ηράκλειτο και τον Ζωρζ ντε λα Τουρ, τους δύο Ενάρετους του ποιήματός του από την ποιητική του συλλογή Μορφική Διανομή, η ποιητική γνώση είναι το μόνο διανοητικό φως μέσα στο αδιαπέραστο σκοτάδι της νύχτας. Στον Σαρ, η νύχτα  είναι η δυστυχία στην οποία είχε βυθιστεί η Γαλλία την περίοδο της ναζιστικής κατοχής, η κατάσταση λήθης και αδιαφορίας που είχε ως  αποτέλεσμα την απώλεια της ανθρωπιάς και την διακοπή της επικοινωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους και με την φύση. Ο Ύπνος Σαρ είναι ο άγρυπνος φύλακας της πνευματικής ζωής της Γαλλίας κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και  το ποίημα η ανάσα που  δένει τον Ύπνο-Σαρ με την ζωή. Την εποχή του κατακερματισμένου ανθρώπου  και της  ρήξης του δεσμού μεταξύ της λέξης και του κόσμου   ο μόνος που μπορεί να εγγυηθεί την επανασύνδεση του ανθρώπου με τη γλώσσα και με την πραγματικότητα σε τραγικές ιστορικές καταστάσεις, στους χαλεπούς καιρούς του Χαίλντερλιν, και να συλλάβει  σε μια ενότητα την Ιστορία, την Ψυχή και την Φύση, είναι ο παιδευτής του ανθρώπινου βίου, ο ποιητής .

Τα Φύλλα του Ύπνου, αρχίζουν να κρυσταλλώνονται σε λέξεις  το 1943-1944 την περίοδο που ο Σαρ προσχωρεί στην αντίσταση εναντίον της ναζιστικής κατοχής με το παρωνύμιο καπετάν Αλέξανδρος αλλά  δημοσιεύονται μετά τον πόλεμο, το 1946 σε αυτοτελή έκδοση πριν συμπεριληφθούν στην συγκεντρωτική συλλογή που αναφέραμε πιο πάνω. Από το 1938, γράφει αλλά αρνείται να δημοσιεύσει. Ενάντια στην απεχθή  και απίστευτη  επιδειξιομανία  πολλών διανοουμένων όπως λέει ο ίδιος σε μια από τις επιστολές του προς τον φίλο του Φρανσίς Κιουρέλ,  τον Κλαδευτή του αποσπάσματος 11, δικαιολογεί  την επιλογή του να μην δημοσιεύσει τίποτε όσο  διαρκεί η ναζιστική κατοχή: «Σίγουρα, πρέπει να γράφουμε ποιήματα, να χαράζουμε με την σιωπηλή μελάνη την οργή και τα αναφιλητά της θανάσιμης  ψυχικής  μας διάθεσής, αλλά δεν πρέπει να περιορίζουμε τα πάντα σ’ αυτήν την πράξη. Θα ήταν θλιβερά ανεπαρκές».  Τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα, ο πόλεμος και η ήττα της Γαλλίας το 1940 με εκείνη την στρατιά των φυγάδων με τις ορέξεις δικτατορίας,  ο ναζισμός, η συνεργασία της κυβέρνησης του Βισύ, η πολιτική, κοινωνική και ηθική παρακμή, απαιτούν, κατά την άποψή του, τόσο την σιωπή του ποιητή όσο και την ενεργό  συμμετοχή του ανθρώπου. Αυτήν την παρακμή την εκφράζει σε μια σειρά αποσπάσματα με όρους ασθένειας και απορρύθμισης του χρόνου και συνεπώς  και απορρύθμισης  και αναστάτωσης της λειτουργίας των σωμάτων. Τα ρολόγια, τα κατεξοχήν όργανα  ρύθμισης του χρόνου, «δεν υποστηρίζουν πια τον χρόνο. Οι δείκτες τους αλληλοσπαράζονται σήμερα στο καντράν του ανθρώπου. Ο χρόνος είναι ζιζάνιο και ο άνθρωπος θα γίνει σπέρμα του ζιζάνιου», απόσπασμα 26. Ή στο απόσπασμα 15 «Ο Σπουργίτης προτείνει μια εβδομάδα 24ων ημερών για να κομματιάσει την Κυριακή. Δηλαδή  μια ώρα Κυριακής να προστίθεται σε κάθε μέρα, κατά προτίμηση την ώρα του γεύματος αφού δεν υπάρχει πια ξερό ψωμί. Αλλά να μην του ξαναμιλήσει κανείς για Κυριακή». Η πείνα τούς ωθεί να φαντάζονται μια άλλη διαίρεση του χρόνου η οποία θυσιάζει την Κυριακή, ως εξιλαστήριο θύμα, στον βωμό των καθημερινών γευμάτων. Αρνείται κατηγορηματικά την μορφή του λυρικού  και   εμβληματικού ποιήματος του σουρεαλισμού στον οποίον αντιπαραθέτει τον κριτικό λυρισμό όπου το ποίημα είναι ένα είδος ύστατου τόπου κριτικής: αφορισμοί, παραινέσεις εις εαυτόν και προς τους άλλους ή και στους ομότεχνούς του, σύντομες αφηγήσεις, συνιστούν ένα ημερολόγιο του αγώνα, αλλά και ένα σημειωματάριο διανοητικό και ηθικό του πολέμου και της ποιητικής του: «Κράτα απέναντι στους άλλους αυτό που υποσχέθηκες μόνο στον εαυτό σου. Αυτό είναι το συμβόλαιό σου» προτρέπει  στο απόσπασμα 161 . Η επιλογή του αποσπάσματος,  με τον κενό και σιωπηλό  τυπογραφικό της χώρο, απεικονίζει και την κρίση της γραφής   απότοκη της κρίσης της ιστορικής στιγμής αλλά ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο μεγάλη η ανάγκη του να γράφει: «Καταπιέζω τον εαυτό μου για να διατηρήσω, παρά τη διάθεσή μου, την φωνή μου από μελάνι. Γι’ αυτό, με μια πένα από κέρατο κριαριού που αδιάκοπα σβήνεται, που αδιάκοπα ξανανάβει, συγκεντρώνεται, τεντώνεται, και με μια ανάσα, γράφω αυτό, ξεχνώ εκείνο. Αυτόματο ματαιοδοξίας; Ειλικρινά όχι. Ανάγκη να ελέγξω το προφανές, να του δώσω υπόσταση».   Οι λέξεις αγωνίζονται να βρουν την νομιμοποίησή τους απέναντι στο ιστορικό γεγονός που τις επηρεάζει. «Κανένα πουλί δεν έχει το σθένος να τραγουδά μέσα σε ένα θάμνο από ερωτήματα», ερωτήματα αγγέλων που επέτρεψαν την εισβολή των δαιμόνων. Η ποίησή του, αν θέλει να υπάρξει, πρέπει να βολευτεί  στα περιορισμένα χωροχρονικά όρια, πρέπει να είναι ακαριαία, κεραυνοβόλα και δυναμική: «Το ποίημα είναι παράφορη ανύψωση, η ποίηση το παιχνίδι των αυχμηρών όχθων» (56) . Από απόσπασμα σε απόσπασμα, παρατηρούμε την απόσβεση του εγώ μέσα στο εμείς, ή  στην υποχώρηση του ποιητικού εγώ  με την χρήση της αόριστης προσωπικής αντωνυμίας (107) την επαναληπτική χρήση του αφηρημένου ουσιαστικού «άνθρωπος» (59), τις απαρεμφατικές προτάσεις (4), τις απρόσωπες ρηματικές ή ονομαστικές φράσεις  (28, 21), διότι η  γραφή, ως ένας τρόπος γνώσης, δεν έχει πια στόχο την έκθεση της ατομικής συναισθηματικής ζωής του ποιητικού υποκειμένου, αλλά πρωτίστως και κυρίως   τον Homme requalifié, τον επαναπροσδιορισμένο ή αναπλασμένο άνθρωπο.  Αυτός ο λόγος αρχιπέλαγος, δομημένος από νοηματικές νησίδες, αντλεί τη δύναμή του από την σιωπή που τον περιβάλλει. Διάσπαρτα πάνω στο λευκό χαρτί, τα αποσπάσματα επιβάλλονται από την οπτική αντίθεση του μαύρου και του λευκού.

Ο ποιητής αντιστέκεται  στην κρίση ακονίζοντας  τον λόγο του, όπως ακονίζει κανείς μια φονική λεπίδα, με την συμπύκνωση και τον ρωμαλέο της τόνο , ώστε να γίνει πιο ανθεκτικός, πιο τραχύς και επιθετικός, όπως ανθεκτική σαν άφατος αδάμας είναι και η ζωή. Ο ίδιος ο ποιητής συνοψίζει στο απόσπασμα 83 τον ρόλο του ποιητή: «Ο ποιητής, συντηρητής των άπειρων προσώπων του ζώντος».  Ο γλωσσικός πλούτος είναι αδιαχώριστος από τον πλούτο του κόσμου. Το ποιητικό του λέγειν με τον μορφικό του πλούτο, με την περίπλοκη συντακτική δομή του, με τους μαιάνδρους και τους αφοριστικούς υπαινιγμούς του, με την ασυνέχεια και την ελλειπτική δομή του, αντιστοιχεί στις αόρατες μεταβολές και στο γίγνεσθαι της απτής πραγματικότητας.

Η επιλογή της ποιητικής πρόζας αντί του στίχου, είναι και η μορφική αναπαράσταση της δύναμης και της ακλόνητης αντοχής των μακί και του επιβάλλεται ως συμπαγής ακρογωνιαίος λίθος αντίστασης. Επιλέγει την οριζόντια στάση της πρόζας από την κάθετη της λυρικής ποίησης για να μειώσει την απόσταση που τον χωρίζει από τον εχθρό, όπου ο εχθρός δεν είναι σαφώς προσδιορισμένος. Ίσως  ο εχθρός να είναι ο πραγματικός εχθρός,  ή οι ασύμβατες μεταξύ τους πράξεις της ένοπλης αντίστασης και της γραφής,  οι παλιοί εχθροί που μετατρέπονται στους  έντιμους  αντιπάλους του αποσπάσματος 6  ή όλα αυτά μαζί.  Με την πένα του Σαρ η ποίηση γίνεται η έκφραση της αλήθειας, απόσταγμα εμπειρίας, οργανωμένη γνώση των αισθήσεων. Ο χρόνος, τα όντα και οι μορφές, τα συναισθήματα και οι σκέψεις, διαπλέκονται σε μια ενιαία πραγματικότητα, η συγκίνηση που νιώθει όταν συλλαμβάνει αστραπιαία μια εικόνα ή μια ιδέα , γίνεται σωματική, αποκτά υλικό μανδύα, γίνεται matiére-émotion, ένας σημαντικός νεολογισμός του Σαρ για την κατανόηση της ποίησής του. “Τόλμη να μπορείς να είσαι για μια στιγμή η ολοκληρωμένη μορφή του ποιήματος. Ευτυχία να έχεις διαβλέψει το σπινθήρισμα της ύλης-συγκίνησης αυτοστιγμεί βασίλισσας»

Αυτή την ποιητική εμπειρία από την συνάντησή του με τον υλικό κόσμο, την μετασχηματίζει σε ποίημα το οποίο στη συνέχεια μας προκαλεί μια άλλου είδους συγκίνηση, την αισθητική. Η συγκίνηση είναι μια κίνηση τόσο του σώματος όσο και της ψυχής : όλο το σώμα αντιδρά μέχρι τα μύχια του. Η ποιητική συγκίνηση  ενσαρκώνεται κι αυτή τόσο στα σημαίνοντα του ποιήματος όσο και στα σημαινόμενα. Θέλοντας να τονίσει την ελευθερία του και την μοναχική του πορεία ως ποιητή, την λυτρωτική του αποδέσμευση από όλα τα εμπόδια και τις λογοτεχνικές, κοινωνικές και πολιτικές δεσμεύσεις που κρατούν τον άνθρωπο αιχμάλωτο σε μια vita passiva, ο ποιητής αποφαίνεται στο απόσπασμα 62: «Καμιά διαθήκη δεν προηγείται της κληρονομιάς μας»,  αφορισμός στον οποίον η Χάννα Άρεντ, συνδυάζοντάς τον με τον αφορισμό 195 «Αν επιβιώσω, ξέρω ότι πρέπει να αποκοπώ από το άρωμα εκείνων  των ουσιαστικών  χρόνων, να απορρίψω σιωπηλά τον θησαυρό μου» , δίνει μια άλλη δική της εκτενή και ενδιαφέρουσα ερμηνεία στον πρόλογο του βιβλίου της με τίτλο Μεταξύ παρελθόντος και Μέλλοντος, Η κρίση της Κουλτούρας, εκδόσεις Λεβιάθαν, 1996.

Για να βρει το αντίδοτο του τρόμου, ο ποιητής καταφεύγει στην  φύση,  όπου ανιχνεύει μέσα στο τοπίο ένα πλέγμα δυνάμεων που μεταβάλλονται συνεχώς, που βρίσκονται σε συνεχή κίνηση, γι’ αυτό και ο ποιητής είναι πάντα ο Μεγάλος Έναρχος, Le Grand Commenceur, ποτέ το ποίημα δεν είναι κάτι το σταθερό και παγιωμένο, κάθε ποίημα είναι μια αρχή και υποτάσσεται στην αντικειμενική πραγματικότητα και στην εξουσία της γλώσσας. «Ο ποιητής δεν κρατά εκείνο που αποκαλύπτει, μόλις το μεταγράψει, αμέσως το χάνει. Σ’ αυτό έγκειται η καινοτομία του, το άπειρο και ο κίνδυνός του». Μέσα στην τραγικότητα των καταστάσεων,  επιστρατεύει κάποιες φορές   το χιούμορ: όμως, αν και λυτρωτικό και  απελευθερωτικό κατά τον Φρόυντ και ό,τι πιο υψηλό και βαθύ μπορεί να επιτελέσει ο άνθρωπος, το σημείο όπου κορυφώνεται η αισθητική ελευθερία, στον Σαρ είναι μαύρο και στο όριο της τραγικής ειρωνείας: «Ανάμεσα στους πυροβολισμούς που αποφάσισαν για το πεπρωμένο του, είχε τον χρόνο να αποκαλέσει μια μύγα: Κυρία» απόσπασμα 42.

Στα αφηγηματικά μέρη της συλλογής αλλά  και στον δοκιμιακό του λόγο, ο ποιητής παραμένει πάντα μέσα στον χώρο της ποίησης. Κρατά τον σωστό ρυθμό και τους κυματισμούς με τον υψηλό και χαμηλό τόνο της φωνής, με την στίξη που του επιτρέπει να αναπνέει και με τις μακροσκελείς και σύντομες προτάσεις. «Φυλάξου από το ανέκδοτο. Είναι ένας σταθμός που ο σταθμάρχης σιχαίνεται τον κλειδούχο!» λέει στην κατακλείδα του αποσπάσματος 53, διότι πίσω από την ανεκδοτολογική αναφορά κρύβεται η ποίηση. Στην επιστολή του της 22ας  Μαρτίου του 1962, ο μεγάλος ποιητής και μεταφραστής του Σαρ στα γερμανικά Πάουλ Τσέλαν ο οποίος αλληλογραφούσε με τον Γάλλο ποιητή επί δέκα και πλέον έτη, και για τον οποίον ο ρυθμός στην ποίηση έχει τεράστια σημασία, αναφερόμενος στο απόσπασμα 178 για τον πίνακα του Ζωρζ ντε λα Τουρ που είχε κρεμάσει ο Σαρ στον τοίχο του κρησφύγετου του στη Σερέστ,   γράφει μεταξύ άλλων: «Κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει εντελώς το ποίημα, κάτι τέτοιο θα ήταν έλλειψη σεβασμού απέναντι στο άγνωστο που κατοικεί ο ποιητής. Θα ξεχνούσαμε επίσης ότι η ποίηση αναπνέεται, ότι η ποίηση μας αναπνέει. Αλλά από που προέρχεται η ανάσα, ο ρυθμός της;».  Αυτές οι γραμμές του Τσέλαν που δίνει μεγάλη σημασία στο άγνωστο, στον ρυθμό και στην ανάσα, μαρτυρούν  την ποιητικότητα του αποσπάσματος. Η  ερμηνεία του πίνακα του Ζωρζ ντε λα Τουρ από τον Σαρ, είναι μια ερμηνεία νιτσεϊκή. Ακολουθώντας κατά γράμμα την απόφανση του Νίτσε από το βιβλίο του Ανεπίκαιροι στοχασμοί  «Μόνον υπό την τεράστια δύναμη του παρόντος πρέπει να ερμηνεύεται  το παρελθόν»,   ο Σαρ διακινδυνεύει μια παθιασμένη και πολιτικών διαστάσεων ερμηνεία του πίνακα. Αφαιρώντας  τον θρησκευτικό του συμβολισμό και  τοποθετώντας τον μέσα στην ιστορική κατάσταση του πολέμου,  ερμηνεύει  την ζωγραφική του παρελθόντος υπό το φως του παρόντος. Το σώμα, δεν είναι μόνο το ισχνό σαν τσουκνίδα σώμα του πίνακα, είναι και το γδαρμένο σώμα των αντιστασιακών που θέτουν σε κίνδυνο  τη ζωή τους με τις πράξεις τους. Η στενότητα του χώρου αντανακλά και την εγγύτητα του αγώνα που γίνεται πνεύμονα με πνεύμονα και απειλεί να τους αφαιρέσει την ανάσα,  γι’ αυτό και στο απόσπασμα  193: «Πρέπει ν’ αγαπάμε πολύ τον εαυτό μας, κι αυτή τη φορά ακόμα περισσότερο, ν’ αναπνέουμε πιο δυνατά από τα πνευμόνια του δήμιου». Οι  λέξεις που βγαίνουν από το στόμα της γυναίκας, αυτού του κόκκινου γήινου αγγέλου,  ανοίγουν τον χώρο στο ανέλπιστο και  εμψυχώνουν τους ανυπότακτους να επιβληθούν στα χιτλερικά σκοτάδια και να μπορούν  να ελπίζουν στην έλευση ενός νέου κόσμου. Ο Σαρ παίρνει αποστάσεις από την απλουστευτική παράδοση που θέλει τον Ιώβ λοιδορούμενο από την γυναίκα του και αναγορεύει την γυναίκα σε φορέα λυτρωτικού λόγου: «Ο Λόγος της γυναίκας γεννάει το ανέλπιστο καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη αυγή»

Τα Φύλλα του Ύπνου αντιστέκονται στην ερμηνεία, στην απλοποίηση και στην εκλογίκευση. Ο όρος feuillets , φύλλα, δεν έχει επιλεγεί τυχαία. Παραπέμπει αφενός στις σημειώσεις που  έγραφε, αλλά και στην γραφή που αποτελείται από πολλά σημασιολογικά στρώματα που συνδιαλέγονται μεταξύ τους. Το έργο του ποιητή δεν μπορεί  να διαβαστεί παρά μόνον από εκείνον που καταβάλλει προσπάθεια να διεισδύσει μέσα σ’ αυτή την ποίηση που αντιστέκεται στην κατανόηση και την ερμηνεία.  Penchez-vous, penchez-vous d’ avantage , σκύψτε, σκύψτε ακόμα περισσότερο προστάζει ο ποιητής στον αναγνώστη του . Τα Φύλλα του Ύπνου, τόσο αποσπασματικά και ελλειπτικά καμιά φορά λόγω της αποφθεγματικής μορφής τους,  δεν γίνονται κατανοητά αν δεν διαβαστούν παράλληλα με το υπόλοιπο έργο του ποιητή, και όταν λέω έργο,  συμπεριλαμβάνω  σ’ αυτό και  τα δοκίμιά του, τις επιστολές του, τις συνεντεύξεις, τις κριτικές έργων ομότεχνών του και φυσικά όλα τα εξωγλωσσικά   συμφραζόμενα, τη ζωή και την εποχή του  από τα οποία ο αναγνώστης-μεταφραστής θα βρει ερμηνευτικά κλειδιά για να ξεπεράσει τους σκοπέλους, πραγματολογικούς και υφολογικούς, του δύσκολου εγχειρήματος που ανέλαβε. Διότι κάθε συλλογή του συνομιλεί με μια προηγούμενη ή επόμενη.  Από το αποτέλεσμα της μετάφρασης μπορούμε να πούμε ότι ο κύριος Χατζόπουλος έσκυψε και αναμετρήθηκε με ένα κείμενο υψηλών απαιτήσεων βγαίνοντας από την διαδικασία αλώβητος.  Παρέμεινε πιστός και σεβάστηκε το γράμμα και το ύφος του πρωτοτύπου και μας παρέδωσε ένα κείμενο σε εύχυμα ελληνικά  που μπορεί να διαβαστεί ως αυθύπαρκτο κείμενο, δίχως εξάρτηση από το πρωτότυπο.

*
[Α’ δημοσίευση oanagnostis.gr

*

Βιβλιογραφία:
Τα Φύλλα του Ύπνου, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, μετάφραση,  Θανάσης Χατζόπουλος
René Char, Œuvres complètes, Paris, Gallimard, «Bibliothèque de la Pléiade», 1983; édition revue en 1995. Introduction de Jean Roudaut.
René CHAR, Dans l’ atelier du poėte
Paul Celan, René Char : Correspondance (1954-1968), octobre 2015, édition établie, présentée et annotée par Bertrand Badiou, 336 pages, 28 € Edition: Gallimard
Georges MouninAvez-vous lu Char ?, Paris, Gallimard, 1946 ; nouvelle édition augmentée d’une Note préliminaire, coll. « Folio
« René Char », revue Europe, no 705/706, janvier-février 1988
L’ Herne CHAR, Categorie Cahiers de L’Herne, Parution 01/01/1975
Φρειδερίκου Νίτσε
μετάφραση: Ι. Σ. Χριστοδούλου, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, 2006
Κώστας Αξελός, Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, Εξάντας,1976
Χάννα Άρεντ, Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, Η κρίση της Κουλτούρας, εκδόσεις ΛΕΒΙΑΘΑΝ 1996