Κωνσταντίνος Μάντης: Ντίνος Χριστιανόπουλος «Αντιγόνης υπέρ Οιδίποδος»

Αρχείο 26/09/2016

fav_separator
Άνδρες Αθηναίοι, τιμας κοιτάτε με περιέργεια;
Αυτός είν’ ο πατέρας μου, ο Οιδίποδας,
που κάποτε ήταν βασιλιάς τρανός και τώρα
γυρνάει στην αγορά σας πληγωμένος
από τη μοίρα, κουρελιάρης και τυφλός,
παίζοντας το χαλασμένο του οργανάκι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Μάντης: Ντίνος Χριστιανόπουλος «Αντιγόνης υπέρ Οιδίποδος»»

Χριστόφορος Λιοντάκης, Ενδεχόμενο

Αρχείο 25/09/2016 -Της Κυριακής

favicon

Με πολλές θλίψειςσυνομίλησα στον ενικό
όπως και τώρα ανάμεσα
στην άμπωτη και την παλίρροια του λιβανιού.
Το άυπνο σκουλήκι, μυστικοσύμβουλος των
—ενόχων
αφαιρεί και προσθέτει ψηφίδες στο παρελθόν
χρωματίζει αναδρομικά τις πράξεις.
Τα ενεστώτα και τα μέλλοντα προγραμματίζει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χριστόφορος Λιοντάκης, Ενδεχόμενο»

Μαρία Πανούτσου, Όψις [B΄μέρος]

Αρχείο 24/09/2016 – Διαβάστε το [Α’ μέρος]

fav_separator

Να κάτσεις να τα πείτε
Όπως μιλάνε οι ζωντανοί
Να θυμηθείτε τα μάτια που σκοπεύουν
Μια ντροπή πιο κάτω απ’ τον ώμο
Άρης Αλεξάνδρου

ΣΤΟΝ Ι.Α

(Μέρος Δεύτερο)

Και το όνομα αυτής, Γκρέτα

Οκαιρός πέρασε γρήγορα και την άνοιξη είχαμε εξετάσεις στο σχολείο και γυμναστικές επιδείξεις. Ήμουν χαρούμενη και γυρνούσαμε με τις φίλες μου την μητέρα μου και με κάποιες άλλες μανάδες, προς την γειτονιά μας Τις αποχαιρετήσαμε σε κάποιο σταυροδρόμι και πλησιάζοντας στο σπίτι η μητέρα μου σταμάτησε και μου είπε ότι πρέπει να πάει στο σπίτι της ξένης που την βοήθαγε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πανούτσου, Όψις [B΄μέρος]»

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Romancero Gitano -μετάφραση Βασίλη Λαλιώτης (αποσπάσματα)

Aρχείο 23/09/2016

favicon

3
ΚΑΥΓΑΣ

Στον Ραφαέλ Μέντεθ

Εκεί στη μέσητης χαράδρας,
οι σουγιάδες του Αλμπαθέτε,
όμορφοι από εχθρών το αίμα,
λάμπουνε ολόιδιοι με ψάρια.
Σκληρό ένα φως του τραπουλόχαρτου
κόβει στην πράσινη την τσόχα
άλογα αφηνιασμένα
και κατατομές ιππέων.
Στην κορφή από μιαν ελιά
κλαίνε δυο γριές γυναίκες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Romancero Gitano -μετάφραση Βασίλη Λαλιώτης (αποσπάσματα)»

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Βάσει παλαιότητας

Αρχείο 22/09/2016

fav_separator

Ο άντρας ήταν ψιλόλιγνος και ευέλικτος. Είχε κάτι από τη άγρια ελαστικότητα του λιονταριού και την αυστηρή πλαστικότητα της μπαλαρίνας. Παρέμενε ιδιαίτερα αρρενωπός, παρότι οι κινήσεις του είχαν κάτι έντονα γυναικείο. Μύριζε νύχτα και αλκοόλ. Είχε πολύ μαύρο δέρμα, και κάπως γυαλιστερό. Το ασπράδι των ματιών του ήταν γεμάτο μικρές κόκκινες φλέβες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Βάσει παλαιότητας»

Ασημίνα Λαμπράκου, Φύλλα καλοκαιριού

Αρχείο 21/09/2016

fav-3

…συνέβη βράδυ αργά και με σβηστό φεγγάρι.
απ’ το ζωγράφο μοναδικός αυτός ασάνδαλος
να ξεπεζέψει απ’ το κάδρο και
τα γυμνά του πόδια να βουλιάξει στους θυσάνους
στα ακάλυπτα των κοριτσιών κορμιά·
δειλά αναρίγησε τότε το θέρος
κι οι τζίτζικες και τα τριζόνια ξεθάρρεψαν στο τραγούδι·
κάποτε οι κόρες εστέγνωσαν στον αέρα
κι έπλεξαν στεφάνι τα μαλλιά των Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Φύλλα καλοκαιριού»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η Κράκυ χάθηκε εκείνο τ΄απόγευμα

Αρχείο 20/09/2016

fav_separator

(σκηνικό κοριτσίστικου δωματίου.Αφίσες από συναυλίες. Το χρώμα σου είναι το μαύρο. Κάθε τόσο σβήνουν οι φωτισμοί. Εσύ χάνεσαι και εμφανίζεσαι ξανά σ΄άλλο σημείο, μ΄άλλη προδιάθεση. Γερασμένη, με πέπλο στα μαλλιά και το πρόσωπο, ντυμένη μητέρα, Μαρία των Μεδίκων, Ελένη, Περσεφόνη. )

Γεμίζει την οθόνη στα φιλμ της εταιρείας Τορίνο. Αυθεντική Ιταλίδα, σαν να λέμε η Καλυψώ του καιρού μας. Ρίχνει τα πέπλα της με χάρη, όλους τους μαγνητίζει. Είναι φιλήδονη, η καρδιά μας βρίσκεται στα χέρια της.

(υποδύεται κάθε λέξη, κάθε ρόλο)

Όταν νιώθει αδύναμη και η μοναξιά την κυριεύει δίνεται στο πάρκο σ΄αγνώστους, δίχως να μιλά, καίγοντας σώματα. Τ΄ονομά της ανήκει πια δικαιωματικά στη λαϊκή μυθολογία. Πότε πότε πιστεύει βαθιά μέσα της, θυσιάζεται σε κάτι παράξενες λιτανείες, μαστιγώνεται όπως η Φλορίς, όπως η Φλορίς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η Κράκυ χάθηκε εκείνο τ΄απόγευμα»

Βασίλης Μπαρούτης, Η κουβέντα

Αρχείο 19/09/2016

fav_separator

Είχε πει εκείνη την κουβέντα από βραδύς και αργότερα που ξάπλωσε να κοιμηθεί, τη βασάνιζε ο απόηχός της.

Νωρίς το πρωί που σηκώθηκε έπιασε να σιδερώνει φανελάκια και πετσέτες του   μωρού για να ξεχάσει. Το σίδερο άφριζε μαινόμενος ταύρος με προτεταμένο το μέτωπο, έτοιμος να ορμίσει ρουθουνίζοντας μανιασμένα. Ένα χέρι συγκρατούσε τη ζωώδη ορμή ορίζοντας το δρόμο του μέσα από τσαλακωμένα υφάσματα πάνω σε μία επίπεδη εμπριμέ αρένα.

Καθώς η σκέψη της μαλάκωνε με την εκτόνωση του ατμού, όλα έπαιρναν την κανονική τους υπόσταση χωρίς αλλοπρόσαλλες σκέψεις για τα ειπωμένα και τα ανείπωτα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλης Μπαρούτης, Η κουβέντα»