Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης, Άγγελέ μου…

✼

Ἄγγελέ μου, πάει καιρὸς ποὺ δὲν κατάφερα νὰ σκαρώσω οὔτε ἕνα τόσο δὰ στιχούργημα. Ἡ σκόλη τύλιξε τὶς φτεροῦγες της καὶ μαζεύτηκε στὴ γωνιά, στριμωγμένη ἀπὸ τὴν ἰλιγγιώδη ταχύτητα τῶν πραγμάτων κι ἔτσι δὲν προλαβαίνω τώρα νὰ δροσοσταλάξω λίγη ὀμορφιὰ πάνω στὸ κιτρινισμένο κορμὶ τοῦ χαρτιοῦ, ὅπως ἀφήνει ὁ κλῶνος τὴ δροσοσταλίδα νὰ πέσῃ πάνω στὴ γῆ μπροστὰ στὸ φέγγος τῆς πρώτης ἀχτίδας. Κατάλαβέ με, οἱ ἔγνοιες βυζαίνουν τὴ σκέψη μου διαρκῶς καὶ μὲ ὁδηγοῦν κάτω ἀπὸ τὸν θόλο ἑνὸς στέρφου ὀνείρου. Δὲν δύναμαι νὰ ὀνειρευτῶ τὸ ὄνειρό μου. Κατάντησα διαβατάρικο πουλὶ ποὺ ἀκόμα ψάχνει τὴν Ἄνοιξη γιὰ νὰ ξαποστάσῃ ἐκεῖ, κάτω ἀπὸ τὴν ὀμπρέλα τοῦ οὐρανοῦ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης, Άγγελέ μου…»

Παύλος Νιρβάνας, Το φλουρί του φτωχού

✿

Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ’πεσε –ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα– βγήκε μοιρασμένο.

Πώς έρχονται τα πράγματα καμιά φορά!

Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει να κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε, σα να θυμήθηκε κάτι.

«Ξεχάσαμε», είπε, «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ’ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παύλος Νιρβάνας, Το φλουρί του φτωχού»

Καίτη Παπαδάκη, Πτώση

✿

Τριγύρισα τον φαρδύ κορμό, πάντα από απόσταση, καθώς οι εντολές ήταν σαφείς όταν  το αφεντικό μας έδωσε τα κλειδιά. Άλλωστε  η πινακίδα στην βάση του δέντρου , προειδοποιούσε για τις συνέπειες της όποιας ανυπακοής: ΠΡΟΣΟΧΗ! ΜΗΝ ΠΛΗΣΙΑΖΕΤΕ. ΜΗΝ ΚΟΒΕΤΕ ΜΗΛΑ. ΜΗΝ ΚΑΘΕΣΤΕ ΣΤΗ ΣΚΙΑ. ΘΑ ΤΟ ΒΡΕΙΤΕ ΑΠ’ ΤΟΝ ΘΕΟ. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να γελάστηκα, η φωνή ήταν ξεκάθαρα γυναικεία, ερχόταν από εδώ. Όχι, η Εύα ήταν από ώρα στην άλλη μεριά του περβολιού κι έπλενε στο ρυάκι. Στον τρίτο κύκλο γύρω απ’ την μηλιά σιγουρεύτηκα πως δεν κρυβόταν κανένας . Κοίταξα τα κλαδιά. Μήπως ήταν κανένας παπαγάλος; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Πτώση»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Σαν έφηβος, σαν βασιλιάς

Καθήκον του χρόνου
Είναι να ξεγλιστρά

Φάρσα, όχι μεγαλύτερη από αυτήν που
Σκαρώνει ο χρόνος

Ήταν εμφανώς μεθυσμένος, με μεγάλα, βουκολικά μάτια. Έμοιαζε να΄χε χάσει μια αγάπη ή να του΄χε μια δύναμη ανώτερη, εκμυστηρευθεί τον ακριβή χρόνο του θανάτου του. Κάτι τέτοιο θα του προσέδιδε την όψη ενός άγριου μήνα. Η ορχήστρα έπαιζε ξέφρενα, τα λεπτά κυλούσαν, όλες οι γέφυρες με τον κόσμο εκεί έξω, συντρίβονταν. Οι κύριοι, τυλιγμένοι στο δέρμα ενός λονδρέζικου χελιδονιού και οι κυρίες, με προσεγμένες τουαλέτες και την πιο διακοσμητική, γιορτινή γλώσσα που φαντάστηκε κανείς. Περνούν και χάνονται μες στα δωμάτια της βίλας, λίγοι και εκλεκτοί καλεσμένοι αυτής της μαγικοδραματικής τελετής, γεμάτης ίντριγκες, χωρισμούς, πάθος και έξαλλο χορό από τα ζευγάρια που κηλιδώνουν τον ώριμο κέδρο του πατώματος με τα γυμνά των βήματα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Σαν έφηβος, σαν βασιλιάς»

Βιβλία για τις Γιορτές: Γιάννης Κατσίκης, Ο Γραικός θαλασσοπόρος Χουάν ντε Φούκα

Μυθιστορηματική Βιογραφία ―Από τις ΑΩ Εκδόσεις

Ο Κεφαλονίτης Ιωάννης Φωκάς ή Απόστολος Βαλεριάνος ήταν θαλασσοπόρος του 16ου αιώνα, που δοξάστηκε στην υπηρεσία του ισπανικού στέμματος με το όνομα Χουάν ντε Φούκα στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό, ζώντας ένα μεγάλο διάστημα της ζωής του στις τότε ισπανικές κτήσεις της Αμερικής. Σήμερα, ένα θαλασσινό πέρασμα στον Νοτιοδυτικό Καναδά έχει τ’ όνομά του, ενώ το άγαλμά του υπάρχει στο Βανκούβερ.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βιβλία για τις Γιορτές: Γιάννης Κατσίκης, Ο Γραικός θαλασσοπόρος Χουάν ντε Φούκα»

Λίζα Διονυσιάδου, Η Αχμάτοβα στον καθρέφτη μου ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Εύμαρος

✿

Τα χαράματα του 1939 ήρθαν και πήραν το αγόρι μου. Η ζωή μου μαζί του κόπηκε πάλι… Έμεινα, και ο μόνος μου δρόμος ήταν να ζήσω ολόκληρο τον πόνο, πίνοντας την πίκρα σταλαγματιά-σταλαγματιά. Όμως πείτε μου, το κτίριο των φυλακών*(*αναφέρεται στις φυλακές Κρεστί ,όπου κρατήθηκε επι δεκαεπτά μήνες ο γιός της Λεβ ) πως είναι σήμερα; Ξέρετε, εκεί έχουν “φιλοξενηθεί”, εκτός από τον γιό μου και τον πατέρα του και ο τρίτος μου σύζυγος, ο Πούνιν…Το είδατε; Έχει και σήμερα την ίδια χρήση»;
«Nαι το είδα. Τα συστήματα μπορεί να αλλάζουν, όμως οι φυλακές παραμένουν πάντα φυλακές. Δεν ξέρω τι χρώμα είχε τότε, αλλά σήμερα δεσπόζει επιβλητικό, ροδόχρωμο, σε μια πόλη με αστραφτερή βιτρίνα, που όμως, αν θελήσεις λίγο να ξύσεις την γυαλάδα της, θα βρεις μια χώρα όπου ανεξέλεγκτες δυνάμεις εμποδίζουν χωρίς κανένα έλεος την διακυβέρνησή της. Αυτή είναι η μοίρα της Ρωσίας στις σημερινές συνθήκες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λίζα Διονυσιάδου, Η Αχμάτοβα στον καθρέφτη μου ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Βασίλι Γκρόσσμαν, Η κόλαση της Τρεμπλίνκα

Εισαγωγή-μετάφραση: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, από τις εκδόσεις Άγρα

Ακόμα και να διαβάζεις κάτι τέτοιο είναι ανείπωτα δύσκολο. Ας με πιστέψουν οι αναγνώστες, μού είναι εξίσου δύσκολο να το γράφω. Μπορεί κάποιος να ρωτήσει : «Για ποιό λόγο να τα γράφουμε, για ποιό λόγο να τα θυμίζουμε όλ’αυτά ; »
Το χρέος του συγγραφέα είναι να διηγείται τη φρικτή αλήθεια, το χρέος του πολίτη-αναγνώστη είναι να τη γνωρίζει. Όποιος στρέψει το βλέμμα από την άλλη, όποιος κλείσει τα μάτια και προσπεράσει, θα προσβάλει τη μνήμη των νεκρών.

Το κείμενο Η κόλαση της Τρεμπλίνκα του Βασίλι Γκρόσσμαν είναι η πρώτη μαρτυρία στον κόσμο για στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο συγγραφέας είναι πολεμικός ανταποκριτής του σοβιετικού στρατού που φτάνει στην Τρεμπλίνκα το καλοκαίρι του 1944. Ο Γκρόσσμαν προσπαθεί να περιγράψει στην Κόλαση της Τρεμπλίνκα το αδύνατο να ειπωθεί. Αγγίζει τα όρια της γραφής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλι Γκρόσσμαν, Η κόλαση της Τρεμπλίνκα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Boys Bedroom

Οι συνήθειες των τραγικών ηρώων
Που βρίσκουν την ψυχή τους
Επάνω στην σκηνή,
Μες στην ζωή

Το μαγαζί είναι αμερικάνικης διακόσμησης. Στην βάση της κολώνας με τα γύψινα που στεφανώνουν αυτές τις σακάτικες ψυχές σιγοκαίει η φωτιά. Κάθε τόσο ο μικρός του μαγαζιού ρίχνει μερικά κούτσουρα, η φωτιά ξεσηκώνεται για λίγη ώρα. Όμως, αυτή εδώ η σάλα εξακολουθεί να φαντάζει ένα αφιλόξενο μέρος για τον σκληρό χειμώνα του Σικάγο. Η φωτιά πνίγεται στις στάχτες της, καθώς πάντα και η παγωνιά φουντώνει στο μοναδικό μαγαζί που δίνει λόγο ύπαρξης σε αυτόν τον κάποιον δρόμο της αμερικάνικης μεγαλούπολης. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Boys Bedroom»