Γιώργος Γκόζης, Θραύση κρυστάλλων ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

από τις εκδόσεις Ποταμός

Ο ελληνικός λαβύρινθος ενηλικίωσης του Άρη.

Η χώρα του βρόμικου ’89, η δολοφονία χαρακτήρα του πατέρα του, η οριστική απώλεια:

«Παραμονές Χριστουγέννων του 2001. Με αγκάλιασε και με έσφιξε στην αγκαλιά Του.
Πήγα να φύγω. Ντρεπόμουν. Με έσφιξε πάλι.
Μου είπε στο αυτί χαμηλόφωνα, να μην ακούει άλλος: ‘Σ’ αγαπώ πολύ!’.

Κι εγώ ο δειλός φοβήθηκα να Του απαντήσω πως κι εγώ Τον αγαπώ.
Ήταν μόνο δυο λέξεις. Οι λέξεις…»
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Γκόζης, Θραύση κρυστάλλων ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Γιώργος Τζεβελεκάκης, Έκτεκα λέξεις χάρισμα ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Διάφορος

Παρουσίαση

Το καλοκαίρι του 2012 η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία προώθησης πολιτισμού ΑRΤSPOT  προκήρυξε τον 3ο Ηλεκτρονικό Διαγωνισμό Διηγήματος «ΛογωΤέχνης 2012». Η προκήρυξη ανέφερε: «Το θέμα του διαγωνισμού είναι ελεύθερο, όμως οι συμμετέχοντες θα πρέπει να συμπεριλάβουν στην πλοκή του διηγήματός τους τις ακόλουθες έντεκα συγκεκριμένες λέξεις (σε οποιαδήποτε πτώση ή αριθμό): Θάλασσα, χελιδόνι, άμμος, κουτί, τριαντάφυλλο, χώμα, ρoλόι, ησυχία, σελίδα, αέρας, γάλα. Πρόκειται για έντεκα λέξεις που επιθυμούν να γίνουν ένα διήγημα, ενώ είναι πολλά. Κλειδάκια μαγικά για τον εαυτό μας τον άγνωστο, ένα αίνιγμα που θα μας το λύσει το ίδιο μας το κείμενο στο τέλος.» O συγγραφέας καταθέτει στο βιβλίο αυτό 77 μικρογραφές και 1 διήγημα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Τζεβελεκάκης, Έκτεκα λέξεις χάρισμα ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Καίτη Παπαδάκη, Ελεύθερες πτήσεις (6)

❇︎

What’s it like to be a human
the bird asked

I myself don’t know;
It’s being held prisoner by your skin…
…That’s funny said the bird
and flew effortlessly up into the air
Anna Kamienska, Funny

Ελεύθερες πτήσεις

Δεν είχε  παρά μια νάιλον σακούλα.  Τρύπιο τζιν, βρώμικα μποτάκια, ένα Τ-shirt  φορεμένο κι ένα στην τσάντα. Το μπουφάν τού έφτανε ως το γόνατο. Βλέπεις, δεν ήταν πρώτο μπόι.  Δούλευε οικοδομή, όταν έβρισκε μεροκάματο. Κοιμόταν σε κρεβάτι, όταν υπήρχε.  Είχε και μια παλιά κιθάρα. Πιο συχνά έπαιζε, παρά έχτιζε. Σιγά το χαρτζιλίκι, θα πεις.  Όμως ήταν η ώρα που  ησύχαζε. Σκάρωνε τραγουδάκια στο άψε σβήσε. Μάζευε κοινό. Μάζευε κέρματα. Μάζευε τις σκέψεις στο μαύρο κουτί. Πέταγε λίγο πάνω απ’ τα κεφάλια των ανθρώπων, λίγο πάνω απ’ τις πολυκατοικίες, τα σύρματα. Δεν είχε παρά μια νάιλον σακούλα, μια γδαρμένη κιθάρα. Εύκολο να πάρει ύψος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Ελεύθερες πτήσεις (6)»

Μαρία Πετρίτση, Η γυναίκα που έτρωγε τις αμαρτίες των άλλων ―προδημοσίευση

Σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Bibliothèque

Gare de lEst

Η γάτα που ονειρεύεται τη μάνα της

[Άλλη μια στάση μετρό που βρίσκεται μέσα σε σιδηροδρομικό σταθμό ο οποίος άνοιξε στα μέσα και ανακαινίστηκε στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα ως μέρος της αναδόμησης του Παρισιού από τον Βαρόνο Οσμάν. Τον Οκτώβριο του 1883 από το σταθμό αυτό αναχώρησε το πρώτο Οριάν Εξπρές για την Κωνσταντινούπολη.]

Το μετρό φρενάρει απότομα. Οι μισοί επιβάτες πέφτουν πάνω στους άλλους μισούς, όρθιους και καθισμένους. Η Γιαπωνέζα στρέφει το καλυμμένο της πρόσωπο προς το τζάμι για να γλιτώσει ακόμα περισσότερο τη μόλυνση από τα ευρωπαϊκά μικρόβια. Η μαθήτρια αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη θήκη του βιολιού της κοιτώντας προς την ίδια κατεύθυνση. Σε ώρες αιχμής και πάνω στο άγριο στρίμωγμα, όταν ο ακριβώς διπλανός σου κοιτάζει προς μια κατεύθυνση αναγκάζεσαι να κάνεις το ίδιο κι εσύ. Αυτοματισμός αμηχανίας και δυσφορίας μπροστά στην εισβολή του άλλου στον προσωπικό σου ζωτικό χώρο, που κανονικά θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον πενήντα εκατοστά. Το ίδιο συμβαίνει και στα ασανσέρ, έναν ακόμα τόπο ασφυκτικού κενού αέρος. Οι πόρτες ανοίγουν. Βγαίνουν κάποιοι από το βαγόνι, μπαίνουν κάποιοι άλλοι. Βολεύονται όπου βρουν. Τα δευτερόλεπτα τρέχουν. Σφυρίζει. Ξεκινάμε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Η γυναίκα που έτρωγε τις αμαρτίες των άλλων ―προδημοσίευση»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;

Ετούτος ο τάφος τον πρόεδρο σκεπάζει, τον υιό
τού προδότη, άχρηστου τον καιρό του στους Έλληνες.
Είχε γυναίκα, ερωμένη, παιδιά χαραμοφάηδες,
μα διασκορπίστηκε ο νους του απ’ την άτσαλη ύβρη
Αγοράκριτος – Αρχαίος Ποιητής

Η κατάντια κι o ξεπεσμός τού εκλογικού σώματος σ’ όλους τους τόπους και σ’ όλες τις εποχές δεν προκύπτει απ’ το πουθενά. Προηγείται πάντα εκείνος ο ηγέτης που ενσταλάζει στον όχλο, μέσω μίας αρνητικής διαπαιδαγώγησης, τα δικά του χαραχτηριστικά, της χαμέρπειας, της αμάθειας, της δειλίας και της φιλοχρηματίας, προκειμένου αυτός ο καθοδηγούμενος όχλος να δημιουργήσει την προϋπόθεση για τον ξεπεσμό του και για την καθιέρωση ενός τέτοιου «ταγού». Έτσι, ο ηγέτης πλάθει τον Δήμο κατ’ εικόνα κι ομοίωσή του προκειμένου να συνεχίσει να υπάρχει ως δημαγωγός, ενώ ο Δήμος μεταμορφώνεται αβίαστα σε μικρονοϊκό, ψοφοδεές κι άθλιο άθυρμά του μόνον και μόνον για να συντηρεί τέτοιους «ταγούς»! Ο λαουτζίκος εν γνώσει του κυλιέται στον βόρβορο, έχει πλήρη επίγνωση των επιπτώσεων τής κακής επιρροής τού δημοκόπου ηγέτη του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Ο ευτυχισμένος

Το λιμανάκι , μια σταλιά κόλπος στο έλεος της Νοτιάς,  μεταμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια σε  θέρετρο σχετικής άνεσης, αν όχι πολυτελείας.  Όλοι οι γιατροί οι μηχανικοί  και λογιστές που κατάγονται από το κοντινό ορεινό αρχοντοχώρι (και, εννοείται, δουλεύουν και ζουν στην Πόλη του νησιού, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη)  χτίζουν ωραιότατα σπίτια, στριμωγμένα βεβαίως στα μίζερα οικόπεδα και πολύ συχνά με τη θέα στη θάλασσα ακυρωμένη από την  πλάτη του μπροστινού αντίστοιχου. Ωραία, όμως.  Μαζί και οι εύποροι αγρότες και τσομπάνηδες της περιοχής, που εξάλλου τους ανήκει ο τέως βοσκότοπος, σπίτια καλοστημένα και καμιά φορά φανταχτερά, αυτά, ωστόσο, χωρίς εμφανές το σχέδιο του ακριβού αρχιτέκτονα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Ο ευτυχισμένος»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Καμένα βούρλα

«Και καμένος και βούρλο!»

Ήταν το μικρό μας αστειάκι με το φιλαράκι μου για πολλούς και διάφορους που μας περιστοίχιζαν στα ξενυχτάδικα του κέντρου τις μικρές ώρες της νύχτας. Μα μεταξύ μας και’ μεις καμένα βούρλα είμασταν που καταδεχόμασταν να συχνάζουμε σε τέτοια μέρη όπου βασίλευε ο φθόνος, οι λυκοφιλίες και οι πάσης φύσεως κατινιές καταπίνοντας άδεια λόγια και στριμμένα μπάσα σε γενναίες δόσεις αλκοόλ. Μάλλον, ανατρέχοντας σε κείνες τις άχαρες εποχές, από κάτι προσπαθούσαμε να ξεφύγουμε σα στρουθοκάμηλοι που έβρισκαν τα πιο ακατάλληλα καταφύγια διαλύοντας το συκώτι και κυρίως την έρημη την τσέπη τους.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Καμένα βούρλα»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο Αδάμ και το μήλο ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Οδός Πανός

Παρουσίαση

Αφηγήσεις και διηγήματα διάφορα:
Με κλωστές, ξέφτια, ρέστα, κουρέλια, σιωπές και παύσεις, πληγές και ράμματα.
Μ’ ερείπια, με χαλάσματα.
Μα ούτ’ ένα ψέμα. Τίποτε φτιαχτό:
Κόντρα σε τόσα δισεκατομμύρια που γελούν άχαρα, μ’ έναν πονεμένο μορφασμό πάντα.
Έχοντας την αριστοκρατική πολυτέλεια τής γνώσης μόνο· λίγο είναι;
(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Pagotό

Στην Κίμωλο είπανε; Στη Φολέγανδρο· δεν θυμάμαι· θα σε γελάσω. Ήτανε πάντως καμιά εικοσαριά χρόνια πριν· τότε που σταματήσαν οι πολλές δραχμές· κι ένα ματσάκι άνηθος κόστιζ’ ένα ευρώ και μας φαινόταν τζάμπα. Τότε, ο Παναγιώτης ο ψαράς, νοίκιασε για όλο τον Αύγουστο το σπίτι του σε έναν μεγαλομόδιστρο απ’ το Παρίσι: Ο monsieur Marc τάδε. Ο κυρ-Μάρκος. Καμιά σαρανταριά, ψηλούτσικος, κοντά μαλλιά, λιγνός πετσί και κόκκαλο, μ’ ένα κινητό συνέχεια κολλημένο στο αυτί. Ήθελε ηρεμία· κανείς να μην τον ενοχλεί, τίποτα να μη βλέπει, να μην ακούει τίποτα. Μόνο αυτός να μιλάει απ’ το κινητό. Και με το αμόρε του: Έναν σχεδόν ίδιον μ’ αυτόν· μόνο λίγο πιο σκούρο. Μαροκινός. Εντάξει, Ο.Κ. No problem: Ησυχία, ηρεμία!

Κι έστειλε ο Παναγιώτης, για να μην ενοχλήσει, την άλλη μέρα το πρωί, τον γιο του τον Αγαθοκλή -ούτε πέντε χρονών παιδάκι- να σκουπίσει το κεφαλόσκαλο και τα παρτέρια γύρω. Κι ο άλλος από μέσα, το ’κανε χάζι το μικρό, να σαρώνει σκουπιδάκια και μαμαλίθρες με μια σκούπα δυο φορές σαν το μπόι του. Ρώτησε κι έμαθε πως το ice cream, οι ιθαγενείς εδώ, το λένε pagotό. Και πιάνει και τού δίνει ένα ευρουλάκι· ίσα-ίσα για να πάρει ένα pagotό. Τρελάθηκε ο Αγαθοκλής· περιχαρής τον παίρνει τον μισθό του. Κι όπως δεν ήταν διόλου βλάξ, το ’πιασε αμέσως· πως το παγωτό οι μεγαλομόδιστροι στο Παρίσι το λένε pagotό: ‘Pagotό’ έλεγε ξανά και ξανά. Κι όλο γλειφότανε με κουνιστό κεφάλι και μάτια υγρά, τουρλώνοντας έξω τα χείλια και σκάζοντας στα γέλια μόνος: ‘Pagotό’.

Και την επομένη το πρωί, μια και δυο παίρνει τη σκούπα και πάει πάλι μόνος κι αρχίζει να σκουπίζει το σπίτι γύρω, αρχίζοντας από την πίσω μεριά. Κι ύστερα πάει και χτυπάει την εξώπορτα με το σκουπόξυλο. Μες απ’ τα κουρτινάκια δεν βλέπει κανέναν ο μεσιέ Μάρκ -πού τον δει τον μπόμπιρα- ανοίγει, και τονε βλέπει να τον κοιτά σε στάση προσοχής, με την παλάμη τεντωμένη και να τού λέει, με τέλεια προφορά, σουφρώνοντας τα χείλια: ‘Pagotό!’. Έλιωσε ο μόδιστρος: Τι έξυπνοι που είν’ οι Έλληνες, τι unic greek islands, τι υπέροχος λαός· κι άλλα τέτοια, ανέξοδα.

Από τότε πήρε το κολάι ο μικρός και πήγαινε κάθε μέρα, σάρωνε και ζήταγε pagotό. Και ο κυρ-Μάρκος τού έδινε. Δεν υπήρξε φορά να μην τού δώσει. Τριάντα ευρώ εξτρά τού κόστισε το σκούπισμα· χαλάλι! Όλοι όμως εκεί τον λάτρεψαν: Τι κύριος· ευγενικός, διακριτικός· ποτέ δεν ενόχλησε με τον Μαροκινό του, τι χουβαρντάς!

Κι ο Αγαθοκλής έγινε λαϊκός ήρωας, σ’ όλο το νησί· που από πολύ νωρίς έμαθε να τα παίρνει απ’ τους ξένους… Θα κοντεύει στα τριάντα τώρα. Όλα καλά κι όλοι ευχαριστημένοι… Κι εκείνη η πενηντάρα η ηλιοκαμένη -κάτι σαν artistic director λέει, γενικώς, και real estate- που μάς έλεγε χτες τούτη την ιστορία· Ελληνίδα, πολύ φίλη με τον Marc, -και νονά τού Αγαθοκλή, παρακαλώ!- ακόμα πιο ευχαριστημένη, περήφανη· μονοπωλώντας άνετα και πολύ φτηνά, τη γενική βαρεμάρα.

Εγώ όμως· γιατί ήθελα να βάλω τα κλάματα ακούγοντάς την; Και ήταν όλοι στην παρέα ένας κι ένας, υποτίθεται· γαμώ το…

*

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος