Ελένη Νανοπούλου, Πορτοκαλένιες στρογγυλές γυναίκες

Αρχείο 10/04/2017

Παιδί ισορροπούσα με τα καλογυαλισμένα σκαρπίνια του παππού και τα δερμάτινα κορδόνια από σκληρό λίπος στις κορφές των δέντρων.

Ο χάρτης έχει ελάχιστα χιλιόμετρα εδώ. Εδώ δεν με ξέρει κανείς. Οι νύχτες είναι στρογγυλές όπως τα πορτοκάλια. Μετρούσα τις φλούδες που έπεφταν στη γη. Θυμάμαι τις πυγολαμπίδες να χοροπηδούν. Χάθηκαν τώρα έγιναν αρχαίες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Νανοπούλου, Πορτοκαλένιες στρογγυλές γυναίκες»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Καφίρ…

Αρχείο 04/04/2017

Τον Λάρυ τον γνώρισα όταν ήμουν δεκαοχτώ και υπήρξε πολύ σημαντικό πρόσωπο στη ζωή μου. Ήταν εκείνος που με εισήγαγε στον λαμπερό χώρο της τηλεόρασης βοηθώντας με να γίνω καλύτερο κάθαρμα και του χρωστούσα πολλά. Είκοσι χρόνια αργότερα-μεσούσης της κρίσης- είχα κατορθώσει να διατηρήσω τα κεκτημένα έστω και αν πλέον κινούσα τα νήματα από το παρασκήνιο, σε αντίθεση με πολλούς συνάδελφους δεν είχα πεταχτεί στην τσόχα σαν καμένο χαρτί αλλά διηύθυνα μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Καφίρ…»

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Κυνηγητό

Αρχείο 31/03/2017

Είναι απόγευμα, ο ήλιος δύει στο Λονδίνο. Το αγόρι με τη γκρι φόρμα ανεβαίνει τρέχοντας την κυλιόμενη σκάλα και βγαίνει από το μετρό. Στο φανάρι κοντοστέκεται και ρίχνει μια ματιά πίσω του. Διασχίζει βιαστικά το δρόμο και περνά απέναντι. Κοιτάζει γύρω του, ελέγχει τους περαστικούς και κατευθύνεται προς μια στοά γεμάτη φτηνιάρικα εμπορικά καταστήματα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Κυνηγητό»

Αντώνης Κρητικός, Η Τρίχα

ΑΡΧΕΙΟ/ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2016

fav-3

Όντας βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, ήξερα ότι ένα καπρίτσιο είναι όλα. Η ηρεμία είναι μία χίμαιρα και ο διαρκής κυματισμός, η πράξη. Το ήθελα πολύ, το ομολογώ.

Η γκάμα ποικίλε από νηνεμία και παφλασμό μέχρι τρικυμία και κατακλυσμό. Ανάλογα με την εποχή και τη διάθεση.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Κρητικός, Η Τρίχα»

Χρύσα Φάντη, «η ιστορία της Σ.» -απόσπασμα

ΑΡΧΕΙΟ/ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2016

favicon

Το λούτρινο

Φελλοί. Επικίνδυνα τοξικά που η άνωση πετά στον αφρό, κηλίδες από πετρέλαια, ψάρια που τα ’χει χτυπήσει µπουρλότο. Σπαρταράτε ή έχετε ήδη ψοφήσει; Είστε πάλι µωρά και βρίσκεστε στο νερό. Ηµιθανείς τραβάτε στα κουτουρού, κάποιοι σας παγιδεύουν µε τις απόχες τους, σας ρίχνουν σε µια σκάφη. Αναπνέετε δίπλα σε έναν καµακωµένο ροφό. Νικητές θαλάσσιου αθλήµατος ή συληµένα από Σκύλες µέλη; Στη στεριά σας υποδέχονται σαν ναυαγούς. Οι άσπρες τουρλωτές σας κοιλιές βουτηγµένες στο αίµα.

Πότε άρχισε; Άρχισε; Όλα περασµένα απ’ την πριονοκορδέλα του χρόνου. Ιστορίες ρετάλια. Ιστορίες που δεν έχουν δόντια κι όµως δαγκώνουν. Στην αυλή σουρωµένα οπίσθια, πέη συνταξιούχων που αποπνέουν κάτουρο, σύννεφα σκόνης. Και µες στα δωµάτια; Τι; Οµολογίες µε εσωτερική φραγή; Ρόγχος που δεν ξέρει πώς να κρατήσει τη θέση του και ξεσπάει σε χάχανο; Άλλο ένα φάντασµα µε αµπαλάζ λώρου; ∆ωµάτια σάβανα, άνθρωποι που προτού έρθει το τέλος τους υπογράφανε συµφωνητικό παράδοσης στα σκουλήκια. Κι οι άλλοι που όλη µέρα έκλαναν, ευτυχείς επειδή το εντεράκι τους λειτουργούσε. Το πρώτο βλέµμα; Ποιο «πρώτο βλέµµα»; Κανένα βλέµµα. Οικειότητα, βαναυσότητα, απουσία, φάντασμα, πανικός. Το µη άγγιγµα, το µη βλέµµα. Το χωριό. Κι αυτή η πανσιόν. Ελάχιστοι πια οι τουρίστες. Σκόνη και χώµα. Μόλις που διακρίνω τους τελευταίους πελάτες. Το πλαδαρό προφίλ ενός Ιταλού, τα νευρωτικά, άσαρκα πόδια µιας Γιαπωνέζας.

Το παρελθόν. Ποιο παρελθόν; Αν µπορούσα να σου διαβάσω αυτές τις αράδες ίσως να το αντικρίζαµε επιτέλους κατάφατσα. Χωρίς τον φόβο, χωρίς τον ίλιγγο, χωρίς την ναυτία. «Ίσως» σκέφτοµαι. «Ίσως τότε. Τα καλοκαίρια». Θυµάµαι πάλι το βελούδινο ύφασµα που έτριβες µέσα στις χούφτες για να µπορέσεις να κοιµηθείς. Η Σ. ανεβαίνει στο κρεβάτι µου, µού ανεβάζει το νυχτικό στην κοιλιά και τρυπώνει στην τριχωτή σχισµή. Με την παλάµη χωνί φέρνω το πρόσωπό µου όσο πιο κοντά στα µισάνοιχτα πόδια µου, όσο πιο κοντά στη σχισµή µου. «Γιατί µε σκάβεις; Πεινάς;» τη ρωτάω. «Σε µυρίζω» µου απαντάει αυτή µεσ’ απ’ την τρύπα. «Και τι µυρίζεις; Το αίµα µου;» «Ποιο αίµα σου;» µου λέει ξεκαρδισµένη. «Ιδρωτίλες, ξινίλες και πούδρες φτηνιάρικες. Αυτά πια αποπνέεις». Ξέρω πως είναι άυλη. Και δεν είχε ποτέ δική της µιλιά, στόµα, µύτη, στοµάχι µε ορέξεις. «Μη νοµίζεις» της λέω. «∆εν είµαι σχιζοφρενής. Μεταξύ µας, ξέρω πως δεν υπάρχεις. Αν υπήρχες, θα έπρεπε τώρα να ήσουν γριά». Εκείνη κατεβαίνει από το κρεβάτι µου και αρχίζει να περιφέρεται στο δωµάτιο. Πίσω της σέρνει έναν αρκούδο τεράστιο που θα τολµούσα να πω πως µου µοιάζει. Ένα τεράστιο λούτρινο που την κοιτάει µε τρυφερότητα, ενώ εκείνη του δίνει φιλάκια, το ντύνει και το ξεντύνει µε κάτι πολυφορεµένα τσιτάκια. «Μπορεί εσύ να µην…, εγώ πάντως πεινάω» της ανακοινώνω και η φωνή µου ακούγεται ιδιαζόντως ψυχρή. Αµίλητη, βάζει τα πασουµάκια της, ναι, εκείνα µε τις ροζ αγκραφίτσες, έτοιµη να µε συνοδεύσει στην κουζίνα. Θυµάµαι αίφνης ότι στην κουζίνα δεν έχει αποµείνει τίποτα, µόνο λίγο ψωµί. Μα κι αυτό τώρα θα είναι πλέον ξερό. Η κόρα του θα έχει γίνει µπετόν κι η ψίχα µια σκληρή µάζα µούχλας. Καλό µου φαίνεται όµως αυτό. Η µούχλα δεν είναι απαραίτητα άσχηµη. Υπάρχουν και περιπτώσεις που θεραπεύει. «Συµφωνείς;» τη ρωτάω. ∆εν µου απαντά, ίσως να µην ακούει. Παιδί πρόωρα γερασµένο, κατεβαίνει µαζί σου τη σκάλα.

favicon
©Χρύσα Φάντη -απόσπασμα από το βιβλίο «η ιστορία της Σ.» εκδ. Γαβριηλίδης, 2016

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Κεντρικός σταθμός (Φυγόκεντρες τάσεις)

Αρχείο 01/03/2017

 

Στάθηκα στην πλατφόρμα του σταθμούκαι άναψα τσιγάρο περιμένοντας την αμαξοστοιχία  να γεμίσει τον ορίζοντα, μπροστά μου οι σιδηρογραμμές εναλλάσσονταν με τις άδειες  αποβάθρες και από μακρυά έφταναν οι καυγάδες και τα αλυχτίσματα των αδέσποτων σκυλιών. Το τοπίο ανέδινε εγκατάλειψη και δυσοσμία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Κεντρικός σταθμός (Φυγόκεντρες τάσεις)»

Στέλιος Ροΐδης, Η σταγόνα

Αρχείο 01/03/2017

Υπάρχει μια ιστορία πολύ παλιά που ακόμα σηκώνει πολλή συζήτηση. Κάποτε υπήρχε μονάχα μια σταγόνα για να ξεπλυθούν όλα τα χέρια του κόσμου. Ο κάτοχος της σταγόνας αυτής γνώριζε ότι δεν αρκούσε για να ξεπλύνει ούτε τα δικά του χέρια ακόμη. Και έτσι την πρόσφερε στον κόσμο όλο για να ξεπλυθεί από αυτήν. Η κίνησή του έγινε, όχι δίνοντας αλλά δείχνοντας που βρίσκεται η σταγόνα αυτή. Ήταν μια και μοναδική, και ίσως η τελευταία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στέλιος Ροΐδης, Η σταγόνα»

Δημήτρης Φύσσας, Λησμονιά

Αρχείο 25/02/2017

favicon

Όπου ο Αισχύλος ακούει, δίχως να μιλάει.

«Συνήθισα τον καθημερινό πόνο, ορισμένη ώρα, σε ορισμένο σημείο του σώματος. Ξέρω τι θα γίνει, δεν με νοιάζει διόλου. Ούτε οι αλυσίδες μ΄ ενοχλούνε πλέον, ούτε ο καυτός ήλιος, ούτε η βροχή, ούτε το νυχτερινό κρύο. Τίποτα απολύτως. Έχω μεγάλη αντοχή, που μου τη δίνει η ικανοποίηση ότι έπραξα σωστά. Θα έκανα πάλι το ίδιο, ακόμα κι αν ήξερα από πριν τι θα τραβήξω. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Λησμονιά»