Χρύσα Φάντη, Το αγόρι

Αρχείο 16/06/2017

1.
Από τη μεριά του Π.

Γίνεται να είσαιυπάκουος αλλά και σβούρας; Αυτός όμως, έτσι ακριβώς ήταν. Τα αλλεπάλληλα πήγαινε έλα του δεν είχαν σταματημό. Yπάκουος αλλά και πραγματικός μπελάς. Αεικίνητος, σωστός διαβολάκος θα έλεγες, μέχρι τα πέντε χρόνια του σπανίως να τον  δεις σε καρέκλα. Κι όταν καθόταν ήταν τέτοια η ένταση και το στριφογύρισμα που σου θύμιζε εκκρεμές. Το κορμί του, ανίκανο να αποδράσει εξ αιτίας κάποιας «άνωθεν» απαγόρευσης (ή επειδή οι ίδιες οι περιστάσεις ήταν αφ’ εαυτού τους αποτρεπτικές, όπως π.χ. αναγκαστική παραμονή σε σινεμά, θέατρο, αυτοκίνητο, τρένο, εκκλησία) ακατάπαυστα περιδινούταν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρύσα Φάντη, Το αγόρι»

Δημήτρης Φύσσας, Παιδός διαπόρια

Αρχείο 10/06/2017

Όπου μια φαινομενικά ασυνήθιστη φιλία, σε υπερ –παπαδιαμάντειο ύφος.

Στους φίλους της ΑΛΕΦ

«Π ο ύ π α ς  π ι δ ά κ ι μ΄ π ο ύ  π α ς
Κ ι  μ α ς  ι δ ώ  μ ά ς  π α ρ α τ ά ς;»

Ο μείραξ, ο τα θρηνητικά ταύτα μέλη εκφωνήσας μεταξύ δακρύων και ρινορροής, υπό θερινόν απρόοπτον υετόν και επί την εξ αιτίας αυτού αβεβαίαν και μετακινουμένην όχθην του χειμάρου Δ ρ α κ ο ν έ ρ α, εστάθη προς στιγμήν άφωνος καίτοι ακόμη κλαίων. Κύριος οίδε τις πατρογονική -ή μάλλον μητρογονική, ούτως ειπείν- περίφροντις σκυταλοδοσία έσχεν τον νεανίσκον τούτον ως τελικόν αποδέκτην της ρητής παραδόσεως: οσάκις ενέσκηπτε θάνατος άρρενος τινος μέλους της οικογενείας, η ελεγεία, η και μ ο ι ρ ο λ ό ι λεγομένη, έδει χωρήσαι παρά του πλησιεστέρου μέλους της οικογενείας τού ευρόντος τον νεκρόν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Παιδός διαπόρια»

Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Εξ αδιαθέτου

Αρχείο 08/06/2017

Ερχόντουσαν συχνά στο γραφείο για δουλειές. Ζούσαν μόνοι στο μεγάλο εξοχικό τους. Τα παιδιά τους είχαν μείνει στην Αθήνα, εκείνα έφτιαξαν τις δικές τους ζωές, ενδεχομένως να τις χάλασαν κιόλας, κρατώ επιφυλάξεις γιατί δεν γνωρίζω. Ο κυρ Χρήστος ήταν μηχανικός του πολυτεχνείου, είχε θέση στο δημόσιο με καλό μισθό κι όταν αποχώρησε, λόγω γήρατος, έπαιρνε καλές συντάξεις, κύρια και επικουρική. Πράος κι ανοιχτοχέρης ο κυρ Χρήστος, το εντελώς αντίθετο η κυρά Tασία, γκρινιάρα και παραδόπιστη. Αυτός πλησίαζε τα ογδόντα κι εκείνη λίγο παρακάτω.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Εξ αδιαθέτου»

Ύπερος, Τέλος

Αρχείο 02/06/2017

Τρέχοντας, πρόλαβε και μπήκε σε μια πολυκατοικία. Τον κυνηγούσαν από το πρωί σήμερα. Είχε καταφέρει να ξεφύγει, όχι εντελώς όμως ακόμα. Ανέβηκε από τις σκάλες στην ταράτσα, έκατσε κάπου σκιερά κι έβλεπε από κει ψηλά την πόλη να μην δίνει δεκάρα. Λαχανιασμένος, ιδρωμένος, προσπάθησε να πάρει μερικές ανάσες. Πότε πήγαν όλα στραβά;

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ύπερος, Τέλος»

Ευσταθία Ματζαρίδου, Το διώροφο

Αρχείο 02/06/2017

✤

[…]Επέστρεφα απ’ το σχολείο και, ή έπεφτα πάνω σε μεγάλο καυγά ή είχε μόλις προηγηθεί. H μάνα μου μού έβαζε τότε να φάω ρουφώντας τις μύξες της κι αναστενάζοντας, και η χοντρή, αναψοκοκκινισμένη, ανακάτευε τη σόμπα και έριχνε παραπανήσια ξύλα, ή ήταν ξαπλωμένη, με το ένα χέρι είχε καλυμμένο το πρόσωπό της και με το άλλο κρατούσε την κοιλιά της, που ανεβοκατέβαινε πιο γρήγορα απ’ το κανονικό, και η μάνα μου με τη μαντίλα ως στα μάτια έπιανε το πλεκτό και έπλεκε με ασυνήθιστες ταχύτητες, και τότε δεν μου κατέβαινε μπουκιά. Με τα χρόνια και με τόσες εντάσεις στο διώροφο κατάντησα από στρουμπουλό και αφράτο παιδάκι, ένα άχαρο ξερακιανό πλάσμα, που έτρωγε σχεδόν ελάχιστα, και φυσικά ο κύριος υπεύθυνος και γι’ αυτό ήταν η μάνα μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευσταθία Ματζαρίδου, Το διώροφο»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, παρά θίν’ αλός

Αρχείο 30/05/2017

Σύνοψη τραγικής, λαϊκής ιστορίας

Αρχαίοι άγγελοι
χαιρετούν με τις
χάρτινες σημαίες τους.
Όλο και όλο,
μονάχα αυτό απέμεινε
απ΄εκείνη την παρέλαση

Το κέντρο είναι παραθαλάσσιο. Πάνω απ΄τα τραπέζια σειρές πολύχρωμοι λαμπτήρες μαρτυρούν τους ανέμους όταν έρχονται. Αν κοιτάξεις από μακριά εκείνον τον παράξενο όρμο θα πιστέψεις πως ταξιδεύει μες στη δόξα της νύχτας.

Κάθε βράδυ μια μικρή και κάπως αδέξια ορχήστρα παίζει ένα σωρό γνωστά τραγούδια. Είναι μια τρυφερή συντροφιά για τους θαμώνες του κέντρου. Μα είναι κάποια στιγμή που η ορχήστρα βρίσκει επιτέλους το ρυθμό της και οι πελάτες αμήχανοι συλλογίζονται τις πίκρες τους που αποκοιμήθηκαν για να επιστρέψουν τώρα δριμύτερες και οδυνηρές. Τότε το γκαρσόνι διατάζει το τέλος του κονσέρτου και οι οργανοπαίχτες απομακρύνονται με μια βαθιά υπόκλιση. Το κοινό χαιρετά συγκαταβατικά. Όσα θα συμβούν εφεξής ανήκουν στη σφαίρα του ανεπανάληπτου και του αδύνατου.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, παρά θίν’ αλός»

Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Ροζ

Αρχείο 25/05/2017

✤

Από την Αθήνα ξεκινήσαμε αχάραγα ακόμα. Γύρω μας μαύρο σκοτάδι, υγρασία και λασπουριά. Η λαχαναγορά επί ποδός. Άλλοι φορτώνανε μηλοπορτόκαλα εκτός εποχής και άλλοι ξεφόρτωναν λάχανα και μελιτζάνες μέσα σε ευρωπαϊκά καφάσια. Ελληνικό το προϊόν, ξένη η συσκευασία. Ή και το αντίθετο. Οι χαμάληδες ανάκατοι. Χίλιες ράτσες.
Βγαίνω στη διασταύρωση. Οδηγώ μηχανικά. Ως το απόγευμα θα είμαστε στη Σαλονίκη, θα ξεφορτώσουμε τα καρπούζια και μετά πίσω ξανά. Σε λίγο μπαίνω στην εθνική και στρίβω προς Λαμία. Το φορτηγό γεμάτο εμπόρευμα. Η καρότσα τίγκα στο ζουμί και στο κουκούτσι. Αναμενόμενες απώλειες. Στη θέση του οδηγού εγώ, δίπλα μου ο συνοδηγός που έχουμε κανονίσει να πάρει το τιμόνι μετά τη Λάρισα.
Νυστάζω λίγο. Ο καφές μου αχνίζει δίπλα στο χειρόφρενο μέσα στο κυπελάκι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Ροζ»

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Τετραγωνισμός του κύκλου

Αρχείο 05/05/2017

Η Εντελέχεια, φόρεσε τα σπορτέξ παπούτσια της, πέρασε στον ώμο το σακίδιο, όπου είχε ρίξει βιαστικά λίγο ψωμάκι με τυρί και ένα πλαστικό μπουκάλι νερό και ξεκίνησε προς αναζήτηση βαθιάς γνώσης και σοφίας. Ένιωθε πολύ πιεσμένη, έπρεπε να πετύχει τον σκοπό της, να φτάσει στο τέλος, στην τελειότητα. Δυστυχώς κάπου είχε κολλήσει, την έζωνε ανησυχία μήπως δεν τα κατάφερνε. Ανησυχία που όταν φούντωνε γινόταν πανικός κι απειλούσε να την καταπιεί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Τετραγωνισμός του κύκλου»